Αναδημοσιεύουμε άρθρα δύο στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, μελών δηλαδή της Κ.Ε.
του και της Πολιτικής Γραμματείας.
Το πρώτο δημοσιεύτηκε αρχικά στο http://rproject.gr
και στην συνέχεια στην iskra. Το δεύτερο στην εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς».
Θεωρούμε ότι και οι δύο συναγωνιστές θίγουν πολύ σημαντικά ζητήματα του κινήματος
μας – της σημερινής μας κατάστασης και του τι πρέπει να κάνουμε. Στο τέλος τους
έχει προσθέσει μερικές παρατηρήσεις ο Λευτέρης Ριζάς, ο οποίος μας απέστειλε
άλλωστε τα δύο άρθρα για αναδημοσίευση. - ΟΙΣΤΡΟΣ
Έφτασε η στιγμή της αλήθειας για τον ΣΥΡΙΖΑ
Αντώνης Νταβανέλος | 13.05.2015
Υπήρξαμε πολλοί που δεν συμμεριζόμασταν την «ευκολία» της προεκλογικής
αφήγησης, που διευκόλυνε μεν τον δρόμο προς την κάλπη, αλλά μας έθετε μπροστά σε
ένα κρίσιμο ερώτημα: είναι δυνατόν να αναπτυχθεί ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα αντιλιτότητας
μέσα στο πλαίσιο ανοχής της ευρωζώνης και διά της διαπραγματευτικής μεθόδου με τους
«θεσμούς» της;
Σήμερα γνωρίζουμε την απάντηση: Όχι. Η ΕΕ και το ΔΝΤ επιχειρούν να
συντρίψουν τον ΣΥΡΙΖΑ χτίζοντας το δίλημμα: απόλυτη ενσωμάτωση ή άμεση ανατροφή;
Το κάνουν για λόγους οικονομικούς, επειδή η αντιλιτότητα είναι ασύμβατη
με τη σημερινή κυρίαρχη πολιτική. Το κάνουν επίσης για λόγους πολιτικούς, γιατί
η Ευρώπη όφειλε να θωρακιστεί απέναντι στον κίνδυνο της «μετάδοσης» του μικροβίου
ΣΥΡΙΖΑ-Podemos.
Η συμφωνία της 20ής Φλεβάρη ήταν ένα σημαντικό λάθος, που προέκυψε
από τον εγκλωβισμό στην προεκλογική «αφήγηση». Δώσαμε τη δέσμευση της αποπληρωμής
του χρέους «στο ακέραιο και εγκαίρως», παραιτηθήκαμε από «μονομερείς ενέργειες»
με βάση το πρόγραμμα μας, που θα οικοδομούσαν μια στέρεα εργατική-λαϊκή συμμαχία
γύρω από την κυβέρνηση της Αριστεράς. Δεν πήραμε τίποτα. Η «δημιουργική ασάφεια»
λειτούργησε και λειτουργεί υπέρ των ισχυρών.
Μετά τις 20 Φλεβάρη, επιχειρήσαμε να αμυνθούμε με τις «κόκκινες γραμμές».
Ήταν κατώτερες των δεσμεύσεων μας στη ΔΕΘ, που ήταν κατώτερες του συνεδριακού
προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ.
Σήμερα οι «κόκκινες γραμμές» ξεθωριάζουν: Στις ιδιωτικοποιήσεις
– απέναντι στην εμβληματική σημαία του νεοφιλελευθερισμού – μιλάμε πλέον για
τα έσοδα, για το πώς και πόσες δημόσιες επιχειρήσεις θα εκποιηθούν και όχι για το
αν θα εκποιηθούν. Στο ζήτημα των φόρων θεωρούμε πλέον τον ΕΝΦΙΑ και τον ΦΠΑ ως
«πεδία παραχωρήσεων» προς τους δανειστές και όχι ως ζητήματα βελτίωσης της ζωής
των λαϊκών τάξεων, όπως προεκλογικά δεσμευτήκαμε . Στο Ασφαλιστικό εγγυόμαστε τις
κατακτήσεις των «σήμερα συνταξιούχων» αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο αντιμεταρρύθμισης
στις ασφαλιστικές προσδοκίες των μελλοντικών γενιών εργαζομένων. Στα εργασιακά,
μετακινούμαστε από τη δέσμευση για αποκατάσταση της ισχύος των ΣΣΕ προς ένα νεφέλωμα
των «βέλτιστων ευρωπαϊκών πρακτικών», όπως τις κατανοεί το ILO, με τον κίνδυνο να
ανακαλύψουμε ότι συζητάμε για θεσμοθέτηση ενός νεοφιλελεύθερου κορπορατισμού (που
ενσωματώνει ως κριτήρια στις ΣΣΕ τη δημοσιονομική σταθερότητα και την ανταγωνιστικότητα
στην οικονομία...).
Είναι φανερό, για όποιον εξακολουθεί να θέλει να βλέπει, ότι έχουμε
εγκλωβιστεί σε ένα καθοδικό σπιράλ: σε μια διαπραγμάτευση όπου σε κάθε φάση της
υποχρεωνόμαστε να υπερασπίζουμε τον κόσμο μας, σε όλο και κατώτερο επίπεδο.
Είναι επίσης σαφές πού οδηγεί αυτή η κατηφόρα. Στο να μας υποχρεώσουν
να υπογράψουμε εμείς το Μνημόνιο 3, τη συμφωνία που οι δανειστές ετοίμαζαν για συνυπογραφή
με τους Σαμαρά και Βενιζέλο. Άλλωστε έχει ήδη διαφανεί και η χρονική στιγμή που
θα επιχειρηθεί αυτή η ποιοτική κλιμάκωση της αντεπίθεσης των δανειστών: όταν η κυβέρνηση
θα υποχρεωθεί να ζητήσει δανεισμό για να πληρώσει όχι πλέον τις δόσεις του χρέους,
αλλά τους μισθούς και τις συντάξεις, τότε –εκτιμούν ότι– δεν θα έχει την πολιτική
δύναμη για να διατυπώσει την παραμικρή αντίρρηση.
Η απόφαση να πληρώνονται μέχρι σήμερα τακτικά οι δόσεις –απόφαση
που απορρέει από τη συμφωνία της 20ής Φλεβάρη– παρόλο που οι δανειστές δεν έδωσαν
ούτε ένα ευρώ από τα υπεσχημένα και οφειλόμενα από τις παλαιότερες συμφωνίες, έχει
εξαντλήσει επικίνδυνα τα αποθέματα του Δημοσίου, φέροντας πλέον την κρίσιμη στιγμή
πολύ-πολύ κοντά μας.
Οι πολιτικές συνέπειες μιας τέτοιας στρατηγικής υποχώρησης –γιατί
δεν θα είναι πλέον εφικτό να μιλά κανείς για «συμβιβασμό»– θα είναι άμεσες. Ο ΣΥΡΙΖΑ
δεν είναι δυνατόν να μετατραπεί σε κόμμα λιτότητας. Οι δανειστές δεν θα δεχτούν,
μεσοπρόθεσμα, να παραμείνει ως εγγυητής της συμφωνίας η σημερινή κυβέρνηση. Θα απαιτήσουν
να καταβληθεί και το πολιτικό κόστος της περιπέτειας μετά τις 25 Γενάρη, εκβιάζοντας
για «διεύρυνση» της κυβέρνησης Τσίπρα και, σταδιακά, για μετεξέλιξη της σε κυβέρνηση
εθνικής ενότητας ή αλλιώς για ανατροπή της. Η πολιτική ενεργοποίηση του Γ. Στουρνάρα
–με το όνειρο μιας αλά Παπαδήμος κυβέρνησης «ευρωπαϊκού τόξου»– πρέπει να αντιμετωπιστεί
ως προειδοποίηση.
Από αυτόν τον φαύλο κύκλο υπάρχει διέξοδος, που όμως γίνεται όλο
και πιο δύσκολη με κάθε εβδομάδα που περάνει σε απραξία, με κάθε δόση που πληρώνεται
στους δανειστές: Στάση πληρωμών προς τους τοκογλύφους - μέτρα περιορισμού της «ελευθερίας»
δραπέτευσης των κεφαλαίων - υλοποίηση των συνεδριακών αποφάσεων του ΣΥΡΙΖΑ για
τις τράπεζες - φορολόγηση του κεφαλαίου και των πλουσίων για χρηματοδότηση μέτρων
αντι-λιτότητας - υποστήριξη αυτής της πολιτικής με κάθε αναγκαίο μέσον, συμπεριλαμβανομένης
της σύγκρουσης με την ΕΕ και το ευρώ.
Μια τέτοια «τομή», που θα ήταν φυσιολογική μετά τις 25 Γενάρη, σήμερα
θα πρέπει να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο της αναβάπτισης στη λαϊκή εντολή.
Σε εκλογές, υπό την προϋπόθεση της καθαρής παρουσίασης αυτών των επιλογών
από την κυβέρνηση και της υποστήριξης τους από το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ.
Σε κάθε περίπτωση, οι κρίσιμες αποφάσεις που έρχονται δεν είναι δυνατόν
να ληφθούν από ένα κλειστό επιτελείο ανθρώπων, ακόμα και των καλύτερων προθέσεων.
Το κόμμα, από την ΚΕ ως τις ΟΜ, πρέπει να κληθεί να αποφασίσει. Το κόμμα πρέπει
να αντισταθεί στον κόντρα άνεμο που σηκώνεται όλο και πιο απειλητικά.
Η κεντροαριστερή φόρμουλα και η αναζητούμενη σωτηρία της χώρας.
Του Ρούντι Ρινάλντι
ΔΡΟΜΟΣ : ΦΥΛΛΟ 262 - 09/5/2015
Ποια συμπεράσματα προκύπτουν από τη μέχρι τώρα πορεία
Τόσο τα μηνύματα για την προωθούμενη συμφωνία με τους τροϊκανούς
ή «θεσμούς», όσο και οι διαγραφόμενες προοπτικές της οικονομίας και της κοινωνίας,
δεν προσφέρονται για συναισθήματα αισιοδοξίας. Αντίθετα, το ξεθώριασμα των «κόκκινων
γραμμών», η αποδοχή της «αξιολόγησης» (δηλαδή του Mνημονίου), οι διαρκείς υποχωρήσεις
από τις προγραμματικές εξαγγελίες και δεσμεύσεις, η ευθυγράμμιση στις ευρωατλαντικές
συντεταγμένες, η εκτεταμένη χρησιμοποίηση στον κρατικό, κυβερνητικό και διοικητικό
μηχανισμό στελεχών του ΠΑΣΟΚισμού, του «σημιτισμού», ακόμα και ανθρώπων που υπηρέτησαν
το μνημονιακό καθεστώς, οδηγούν σε πικρά συμπεράσματα για την πορεία που ακολουθείται.
Εκτός αν κανείς αφαιρέσει τελείως τις δυνατότητες αλλά και την ελπίδα για μια διέξοδο
της χώρας από το δανειακό καθεστώς και τη διαχειριστική υποτέλεια.
Μέσα από την πορεία αυτή, ανεξάρτητα από τις διακηρύξεις -κοινώς
τα λόγια- οι πράξεις και οι πρακτικές, η διαχείριση και η διακυβέρνηση, οδηγούν
σε μια κεντροαριστερή ανασύσταση του πολιτικού πεδίου και -διά μέσω αυτού- σε μια
ευρύτατη συστημική παλινόρθωση.
Η κεντροαριστερή φόρμουλα
Η επιβολή των μνημονίων τραυμάτισε βαθύτατα όλα τα πολιτικά κόμματα
που τα υπηρέτησαν και βεβαίως τίναξε στον αέρα το δικομματικό σύστημα. Οι τριγμοί
ήταν μεγάλοι και έδειξαν -σε όσους μπορούν να το δουν- πως για να περάσουν αυτές
οι πολιτικές και να ανασυσταθεί το πολιτικό πεδίο σε συστημικά πλαίσια, χρειάζεται
μια ευρύτατη κεντροαριστερή φόρμουλα. Βασικός πυρήνας αυτής της φόρμουλας είναι
η αποδοχή ενός οικονομικού μοντέλου, που σήμερα δεν μπορεί παρά να είναι νεοφιλελεύθερο,
με κάποιες μικρές δόσεις «κοινωνικής ευαισθησίας», όσες μπορεί να επιτρέψει βέβαια
το μοντέλο αυτό. Η «κοινωνική ευαισθησία» αφορά από τη μια μεριά την είσπραξη σε
εκλογικό επίπεδο της φθοράς των καθαρόαιμων νεοφιλελεύθερων μνημονιακών κομμάτων.
Από την άλλη, τον χειρισμό του θυμού, της δυσαρέσκειας και του ριζοσπαστισμού, ώστε
να μη διοχετευθούν σε άλλα κανάλια.
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν όρισε τον εαυτό του απέναντι σε μια τέτοια φόρμουλα.
Σε παλιότερες εποχές (2004, 2007) έκανε κριτική στην κεντροαριστερή πρόταση και
τον κυβερνητισμό, γιατί ήταν ακόμη νωπές οι αποτυχίες της συμμετοχής της ευρωπαϊκής
Αριστεράς σε κυβερνητικά σχήματα. Από το 2012, και πιο ειδικά μετά τις Ευρωεκλογές,
ο λόγος του προσομοιώθηκε στο δίπολο «συμβιβασμός-διαπραγμάτευση» που έγινε κυρίαρχο,
διευκολύνοντας την κεντροαριστεροποίηση του πολιτικού πεδίου. Σιγά-σιγά το αιτούμενο
έπαψε να είναι η σωτηρία της χώρας μέσα από τη ρήξη με το πολιτικό σύστημα και το
βάθεμα των στόχων του αντιμνημονιακού κινήματος, και επελέγη ο «έντιμος συμβιβασμός»
με τους «εταίρους» και η παρατεταμένη διαπραγμάτευση. Η πορεία έδειξε ότι ο δρόμος
αυτός οδηγεί σε περαιτέρω οπισθοχωρήσεις, καθώς οι δανειστές εμμένουν πεισματικά
να αρνούνται την ιδέα του συμβιβασμού. Παράλληλα, όμως, ανοίγει ο δρόμος της κεντροαριστεροποίησης
του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ, όσο προχωρά σε διαδοχικές υποχωρήσεις, διαχείριση και «φτιασίδωμα
του υπάρχοντος», με γενναία μάλιστα ανοίγματα προς το παλιό πολιτικό και οικονομικό
κατεστημένο.
Η κοινωνική συνείδηση γαλβανίζεται στην ιδέα του «συμβιβασμού» ως
μοναδικής προοπτικής και έτσι ανοίγεται ο δρόμος για καταλυτικές συστημικές ευθυγραμμίσεις.
Η επιδεικνυόμενη κοινωνική ευαισθησία δεν επαρκεί για να αντισταθμίσει τις οπισθοχωρήσεις
που συντελούνται – ακόμα κι αν αυτές δεν συνειδητοποιούνται (αφού ο χρόνος και η
πυκνότητα των γεγονότων έχουν πάρει άλλες διαστάσεις από τις συνηθισμένες).
Η κεντροαριστερή φόρμουλα δεν έχει χώρο και ρόλο για τον λαϊκό παράγοντα,
για τη λαϊκή κινητοποίηση. Δεν νοιάζεται για αυτόν, τον θέλει απλά ως ψηφοφόρο και
τον παθητικοποιεί μέσω της ανάθεσης.
Έχει πολλούς παίκτες
Αν το πέρασμα των πιο αντιλαϊκών συνταγών διευκολύνεται περισσότερο
από κεντροαριστερά παρά από ακραία νεοφιλελεύθερες-μνημονιακά πρότυπα διαχείρισης,
αυτό το έχουν αντιληφθεί πολλοί και διάφοροι παίκτες που θα πολιτευτούν και θα παίξουν
στην κεντροαριστερή όχθη.
Έτσι, πλήθος παραγόντων του χθεσινού πασοκισμού βλέπουν τον ΣΥΡΙΖΑ
ως μεταβατική στέγη, χρήζονται σε διάφορα κρίσιμα πόστα (τράπεζες, οικονομία, Δικαιοσύνη,
εξωτερική πολιτική κ.λπ.) όχι γιατί έχουν προσχωρήσει σε μια ριζοσπαστική πολιτική,
αλλά γιατί «πιάνουν» στον αέρα την κεντροαριστερή πρόκληση-ευκαιρία. Επίσης, μεγάλο
τμήμα τεχνοκρατών, πρώην πολιτευτών και άλλων που διετέλεσαν σε διάφορες θέσεις
του διοικητικού και πολιτικού μηχανισμού συνωστίζονται σε αυτή την «όχθη», καταλαβαίνοντας
ότι τη στιγμή που όλα ρευστοποιούνται, μπορεί να υπάρχει θέση και γι’ αυτούς. Ακόμα,
μικροί σχηματισμοί, όπως το κόμμα του ΓΑΠ ή παράγοντες που συνδέονται με αυτούς,
πλασάρονται, έρχονται σε επαφή, προσδοκούν σε μια νέα εμπλοκή τους. Τέλος, το κόμμα
του κ. Θεοδωράκη, το Ποτάμι, με ισχυρές πλάτες στον κεντροαριστερό χώρο,
έχοντας στις τάξεις του πλήθος σημιτικών και δημαριτών προβάλλει ως σοβαρός παίκτης
στο κεντροαριστερό ταμπλό.
Όλοι αυτοί, ξέροντας ότι τον πρώτο ρόλο στο χώρο τον έχει ο ΣΥΡΙΖΑ
και ο Αλ. Τσίπρας, πιέζουν για πιο ανοικτά κεντροαριστερά σχήματα. Ο Στ. Θεοδωράκης
το είπε καθαρά: «Πρωθυπουργό έχουμε, δεν έχουμε κυβέρνηση», ενώ δεν παραλείπει κάθε
στιγμή να δείχνει την προθυμία του να στηρίξει ακόμα και νέα κυβερνητικά σχήματα
(που θα τον συμπεριλαμβάνουν).
Επομένως, μπορούμε να πούμε μεταφορικά πως σχηματίζεται μια κεντροαριστερή
γαβάθα, εντός της οποίας συντελούνται διεργασίες, συνεργασίες, διαμάχες και μηχανορραφίες
γύρω από την πολιτική και οικονομική εξουσία. Κι όλα αυτά σε συνάρτηση με κινήσεις
και απαιτήσεις του ντόπιου οικονομικού κατεστημένου αλλά και του διεθνικού παράγοντα,
ιδιαίτερα των «δανειστών».
Τα όρια και το πραγματικό πρόβλημα
Εντός της κεντροαριστερής ανασύστασης και της ολοκλήρωσής της, από
την στιγμή δηλαδή που αποσπά τη διακυβέρνηση, δημιουργείται η ψευδαίσθηση πως το
κέρδισμα χρόνου είναι το κύριο και το βασικό κι ας γίνεται με οποιοδήποτε τίμημα
ή υποχώρηση.
Μέσα σε αυτήν την ψευδαίσθηση, και με την έλλειψη κάποιου άλλου στρατηγικού
σχεδίου ή οράματος, ξεχνιέται πως τα περιθώρια «κοινωνικής ευαισθησίας» και καλών
σχέσεων με τις υποτελείς τάξεις και στρώματα είναι ελάχιστα όταν εφαρμόζεται η μνημονιακή
πολιτική. Με βάση τα παραπάνω προκύπτει το ερώτημα: Γιατί αυτή τη φορά δεν θα επαναληφθεί
ο «νόμος», δηλαδή η γρήγορη, απότομη φθορά σε κυβερνητικό επίπεδο όποιας δύναμης
επιμένει στη διαιώνιση των μνημονιακών συνταγών; Ο ΓΑΠ από 44% μέσα σε δύο χρόνια…
απολύθηκε, ο Σαμαράς περίπου το ίδιο.
Όσο κι αν κεντροαριστεροποιείται το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ, οι «δανειστές»
έχουν κάθε λόγο να τον πιέζουν μέχρι εκεί που δεν παίρνει. Πρώτον, γιατί διαισθάνονται
ότι το πολύ το «κυριε-ελέησον», δηλαδή η συνεχής επίκληση του συμβιβασμού, θα οδηγήσει
σε περαιτέρω οπισθοχωρήσεις, άρα και στη συνολική επιβολή της πολιτικής τους. Δεύτερον,
γιατί αν δεν αισθάνονταν σίγουροι ούτε καν με λύσεις σαν τον ΓΑΠ ή τον Σαμαρά, πόσο
μάλλον δεν θα αποδέχονταν μια μακροημέρευση της διακυβέρνησης υπό τον Αλ. Τσίπρα.
Τρίτον, θα συνεχίσουν να πιέζουν θέτοντας διαρκώς και το πολιτικό ζήτημα μιας διακυβέρνησης
«οικουμενικής» και τεχνοκρατικής.
Άρα, αν υποθέσουμε πως είναι αναγκαστικές οι επιλογές του συμβιβασμού
(«τι άλλο να κάναμε», «δεν είχαμε άλλη επιλογή» κ.λπ.) και του ανοίγματος του δρόμου
για την κεντροαριστεροποίηση του ΣΥΡΙΖΑ, αυτός ο δρόμος για τις βαθιές συστημικές
δυνάμεις αποτελεί προσωρινό ενδιάμεσο για την επιβολή μιας βαθιάς συστημικής παλινόρθωσης.
Έτσι, η μετάλλαξη του εγχειρήματος προς μια εκδοχή κεντροαριστερού οργανισμού δεν
διασφαλίζει παρά εντελώς πρόσκαιρα και προσωρινά τις ηγεσίες που την βλέπουν ως
μια κάποια λύση. Η λογική των πραγμάτων οδηγεί σε μια ανοικτά συστημική ευρωπαϊκή
κεντροαριστερή εκδοχή στυλ Ποταμιού-ΓΑΠ-ΠΑΣΟΚ.
Ορισμένοι ίσως θεωρήσουν πρόωρες αυτές τις σκέψεις. Το πραγματικό
ερώτημα είναι πόσο μακριά βρισκόμαστε από τέτοιες εξελίξεις. Ακόμα πιο ουσιώδες
ερώτημα είναι το πόσο πιο κοντά στη σωτηρία της χώρας βρισκόμαστε 100 μέρες μετά
τις εκλογές του Γενάρη ή από την άλλη, πόσο πιο κοντά σε μια νέα μνημονιακή άβυσσο;
Πόσο κοντύτερα σε αυτήν μας φέρνει η κεντροαριστερή επιλογή και ο διαρκής συμβιβασμός
με δηλωμένους εχθρούς;
Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως εγχείρημα ελπίδας και διεξόδου, θα μπορούσε να έχει
άλλη πορεία, να κάνει επιλογές που να εμπεριέχουν τόλμη και εμπιστοσύνη στα αιτήματα
και τους καημούς της ελληνικής κοινωνίας στις καλύτερες στιγμές της. Ανοίγοντας
όλα τα θέματα που αγκαλιάζει η καθολική κρίση, εφευρίσκοντας, στην κυριολεξία, νέες
λύσεις μέσω της συμμετοχής της κοινωνίας και μέσα από αντιπαράθεση με το παλιό μνημονιακό
και μεταπρατικό κατεστημένο, μέσα από την κινητοποίηση του παραγωγικού και πνευματικού
δυναμικού, θα άνοιγαν δρόμοι ελπιδοφόρας μετάβασης. Αυτή η ιστορική δυνατότητα πρέπει
να υπηρετηθεί. Ως πρόταση, δυνατότητα και ευκαιρία έχει διατυπωθεί με σαφήνεια από
την εποχή των πλατειών, από τις οποίες απέχουμε μόλις 4 χρόνια.
Ο Ρούντι Ρινάλντι είναι μέλος της Π.Γ. του ΣΥΡΙΖΑ
Μερικές παρατηρήσεις
1 – Ακολουθώντας, δυστυχώς για άλλη μια φορά στην ιστορία
του σοσιαλιστικού και κομμουνιστικού κινήματος, την τακτική / συνήθεια να μην αντιδράμε
αμέσως σε ό,τι στραβό γίνεται από πλευράς ηγεσίας, σήμερα όλοι ανακαλύπτουν ότι
η συμφωνία της 20ης Φλεβάρη ήτανε λάθος. Ακόμα και ο αντιπρόεδρος της Βουλής κ. Αλέξης
Μητρόπουλος αναγκάστηκε σήμερα να παραδεχτεί πώς: «Έχουμε μπλέξει με την κακή συμφωνία
της 20ης Φλεβάρη», ενώ ο ίδιος είχε φροντίσει, μαζί με τον Γ. Κασιμάτη, να μας διαβεβαιώσει
ότι η συμφωνία «Δεν παραπέμπει ευθέως στο Μνημόνιο» [συνέντευξη του στο ΒΗΜΑ
FM Παρασκευή 27 Μαρτίου, στους Μπάμπη Παπαπαναγιώτου και Άρη Ραβανό]
, προκειμένου, τότε, να στηρίξουν «επιστημονικά» την άρνηση της κυβέρνησης
να φέρει τη συμφωνία προς κύρωση στη Βουλή.
Αυτή τη συμφωνία που τώρα της
ασκείται κριτική ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ και πρωθυπουργός κ. Αλέξης Τσίπρας, στην
γνωστή πια συνέντευξη του στον κ. Ν. Χατζηνικολάου (27/4) είπε επί λέξει «Διότι
η 20η του Φλεβάρη ήτανε μια πολύ μεγάλη επιτυχία για την Ελλάδα. Γιατί
ήτανε επιτυχία βεβαίως και δεν καταφέραμε να σκίσουμε μονομιάς το μνημόνιο ή να
φύγουμε από την διαδικασία της επιτήρησης αλλά πήραμε μια συμφωνία η οποία
δίνει δυνατότητες στην Ελλάδα να ξεφύγει από το e-mail Χαρδούβελη το
περιβόητο, τις δεσμεύσεις τις οποίες είχε υποσχεθεί η προηγούμενη κυβέρνηση
και βρίσκονταν στην περιβόητη 5η αξιολόγηση του προγράμματος Θέλετε να σας τα θυμίσω αυτά»[1].
Ως φαίνεται δεν είχε διαβάσει την απόφαση της 20ης Φλεβάρη ή δεν την κατάλαβε ή πίστεψε
τις διαβεβαιώσεις του Γιάνη. Στο κείμενο της συμφωνίας εμείς διαβάσαμε :
«Το Eurogroup σημειώνει, στο πλαίσιο
της υφιστάμενης συμφωνίας, το αίτημα των ελληνικών αρχών για παράταση της Κύριας
Σύμβασης Χρηματοδοτικής διευκόλυνσης (MFFA), η οποία υποστηρίζεται από μια σειρά
δεσμεύσεων. Ο σκοπός της παράτασης είναι η επιτυχής ολοκλήρωση της αξιολόγησης στη
βάση των όρων της παρούσας συμφωνίας, με την καλύτερη δυνατή χρήση της δεδομένης
ευελιξίας, η οποία θα πρέπει να εξετασθεί από κοινού με τις ελληνικές αρχές και
τους θεσμούς. Η παράταση αυτή θα μπορούσε να γεφυρώσει επίσης το χρόνο για τις συζητήσεις
σχετικά με μια πιθανή διάδοχη συμφωνία ανάμεσα στο Eurogroup, τους Θεσμούς και την
Ελλάδα.»
Για ολοκλήρωση της αξιολόγησης «μιλούσε»
η συμφωνία – κι αυτό το κατάλαβαν και πολλά μέλη της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ[2]. Δεν μπορεί ο χαρισματικός ηγέτης να
μην το κατάλαβε!
2 – Αυτό που οι αξιότιμοι αρθρογράφοι δεν θέλουν ακόμα να παραδεχτούν
ή να καταλάβουν είναι πώς όλη αυτή η «περιπέτεια» με την ΕΕ κλπ δεν οφείλεται απλά
και μόνο στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που ακολουθούν αλλά ότι αυτές οι πολιτικές
πηγάζουν, προέρχονται, από τη φύση αυτού του συστήματος, που λέγεται και είναι
«ιμπεριαλισμός». Καπιταλιστικός βέβαια, για να μην τον μπερδέψει κανείς με τον ρωμαϊκό
ή αθηναϊκό κλπ. Άρα η σύγκρουση δεν θα γίνει απλά με την ΕΕ: αλλά με το ιμπεριαλιστικό
σύστημα. Πρέπει κι αυτό να υπολογιστεί και αυτή η αλήθεια να ειπωθεί και κατανοηθεί
από το λαό – αφού βέβαια πρώτα την καταλάβουν οι υποψήφιοι ηγέτες του.
[1] εδώ ως γενική παρατήρηση: σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες κυβερνήσεις
η σημερινή δεν αναρτά όλους τους λόγους, δηλώσεις και συνεντεύξεις τους στις ηλεκτρονικές
ιστοσελίδες των υπουργείων κλπ., απομαγνητοφωνημένες κλπ!! Όπως αυτή π.χ, που παραπέμπω
και που με πολύ κόπο απομαγνητοφώνησα.
[2] Μέχρι και
συνήθως μετριοπαθής κ. Λουκάς Αξελός το κατάλαβε και το είπε στην συνεδρίαση της
Κ.Ε.της 28ης Φλεβάρη- βλ. ομιλία του στον ΔΡΟΜΟ φ. 253-7/3/15
Ανάρτηση από: http://istrilatis.blogspot.gr

