Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΥΖΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΥΖΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Απριλίου 2021

Της Πατρίδος μου η Κουζίνα, μέρος δεύτερον: Μπεσαμέλ και ντουλαμάδες


Η μόδα και η γαστρονομία είναι προφανώς εντελώς διαφορετικές δραστηριότητες. Εντούτοις, μοιράζονται κάποια κοινά γενικά χαρακτηριστικά.

Του Δημήτρη Λένη

Από το καρκατσουλιό των διακοσίων ετών από την Επανάσταση του 1821, σε πολύ κόσμο εντυπώθηκε κυρίως η αισθητική πινελιά που πρόσθεσε η Γιάννα Αγγελοπούλου, τόσο με το πιρπιρί όσο και με τον ντουλαμά που φόρεσε. Λίγοι κατανόησαν ότι αυτές της οι επιλογές πιθανόν να έχουν σημαντικές συνέπειες στο μέλλον.

Εξηγούμαστε. Υπάρχει ένας αυστηρός κανόνας που θέτουν στον εαυτό τους οι ίδιες οι γυναίκες της άρχουσας τάξης, ότι οι εμφανίσεις τους πρέπει να είναι πάντα σύμφωνες με την τελευταία λέξη της μόδας. Ο κανόνας αυτός έρχεται φυσικά σε αντίθεση με τις διακηρύξεις περί ισότητας των φύλων (οι άντρες έχουν δικαίωμα να είναι σαν τον Μπόρις Τζόνσον χωρίς καμία συνέπεια), αλλά δεν είναι δα αυτή η χειρότερη αντίφαση που χαρακτηρίζει την άρχουσα τάξη. Με βάση λοιπόν αυτόν τον κανόνα, η Γιάννα παίρνει γενικά χαμηλότατη βαθμολογία. Οι στυλιστικές επιλογές της εθνικής μας ολυμπιακής οικοδέσποινας είναι συνήθως από επιεικώς απαράδεκτες έως καταγέλαστα “υπέρκομψες” μέχρι δακρύων, όπως δηλαδή είναι και οι, διαφορετικού βέβαια χαρακτήρα, επιλογές της ορίτζιναλ κατόχου του τίτλου της Αυτής Υπερκομψότητος, της συζύγου Μωυσέως. Ωστόσο, θα υποστηρίξουμε ευθαρσώς ότι παρά τις οιμωγές που ακούστηκαν στα κοινωνικά δίκτυα, σε αυτήν εδώ την περίπτωση το φάουλ της Γιάννας δεν ήταν στυλιστικό. Αντίθετα, και ο ντουλαμάς και το πιρπιρί ήταν παραδόξως υπέροχα. Το σοβαρό ατόπημα ήταν ότι η Γιάννα “δανείστηκε” και φόρεσε το αυθεντικό πιρπιρί του Μουσείου Λυκείου Ελληνίδων και όχι ας πούμε ένα αντίγραφο (όπως ήταν ο ντουλαμάς). Ας είναι – έξεστι υπερκόμψοις ασχημονείν.

Πέμπτη 1 Απριλίου 2021

Της Πατρίδος μου η Κουζίνα έχει Γεύση Αστακού: Κράτος, Επανάσταση και Μαγειρική

Του Δημήτρη Λένη

Οι πρόσφατοι “εορτασμοί” των διακοσίων ετών από το 1821 άφησαν μια ενδιαφέρουσα ιστορική “τρύπα”, ένδειξη της οποίας είναι το πόσο μεγάλη σημασία δόθηκε στο μενού της ημέρας που εκπόνησε ο Λευτέρης Λαζάρου. Το ζήτημα της αντικατάστασης της καθιερωμένης, σε τέτοιες επίσημες περιστάσεις, σφυρίδας (ή έστω συναγρίδας) αλά σπετσιώτα με το νεωτεριστικό φιλέτο χριστόψαρου και η προσθήκη μιας “πειραγμένης” κακαβιάς πεσκανδρίτσας και μεταμοντέρνων μπισκότων με μελάνι σουπιάς άφησε ένα ευπρόσδεκτο ίχνος καλού γούστου (το οποίο όμως δεν αναγνωρίστηκε ως τέτοιο) σε όλο αυτό το πανηγύρι κακογουστιάς, ακριβής κακομοιριάς και υποτίμησης της τεράστιας ιστορικής σημασίας του ίδιου του γεγονότος της Ελληνικής Επανάστασης.

Το ενδιαφέρον (και ευρύτερο) ζήτημα που προκύπτει είναι η σχέση της υψηλής μαγειρικής με την ιστορία ενός τόπου, ζήτημα που αναγκαστικά συνδέεται με την ανάδυση της ίδιας της υψηλής μαγειρικής, ή όπως την λένε οι εφευρέτες της, της haute cuisine, την οποία θα εξετάσουμε παρακάτω. Την ελληνική ταξική ιστορία της γεύσης θα επιχειρήσουμε να την εξετάσουμε σε επόμενο κείμενο.