Του Κυκλοθυμικού
Φέτος γύρω στα Χριστούγεννα πήγα στη Μαδρίτη.
Θέλω να χτίσω μια συνήθεια, τη δικιά μου ιδιοτροπία, ας πούμε. Να συνδυάζω τα ταξίδια με το ποδόσφαιρο, άλλωστε όση γεωγραφία έχω μάθει στη ζωή μου, και νομίζω ξέρω καλή, είναι από τα παιδικά μου χρόνια, από τα Μουντιάλ, τα προκριματικά, τους παίχτες από τις εξωτικές χώρες, τους συλλόγους από κάθε γειτονιά της Ευρώπης. Ας ενηλικιωθούν, λοιπόν, και το ποδοσφαιρικά μου ταξίδια, όπως υποτίθεται έκανα κι εγώ.
Έχω ξεχωρίσει το παιχνίδι της αγαπημένης μου Λίνφιλντ στο Μπέλφαστ κι ένα από τα πιο ανεπανάληπτα γκολ που έχω δει ζωντανά στο γήπεδο της Τζουγκάρντεν στην Στοκχόλμη.
Σχεδιάζοντας το ταξίδι για την Μαδρίτη, λοιπόν, ούτε καν κοίταξα πού πέφτει το Μπερναμπέου, ούτε ήθελα να ξέρω πού είναι το Μετροπολιτάνο. Αυτές οι ομάδες, που οι modern football ambassadors, τις παρουσιάζουν ως ελίτ και την κορύφωση της εξέλιξης του αθλήματος, είναι η αντίστοιχη αστική τάξη που κλέβει τον ιδρώτα, το ταλέντο, την δουλειά, τη γνώση όλων των υπόλοιπων ομάδων και χωρών της γης. Είναι αυτοί που έχουν φτιάξει ένα σκληρό ολιγοπώλιο στην πιο λαϊκή έκφραση του πολιτισμού, το ποδόσφαιρο. Μόνο ο αφανισμός τους μπορεί να μου προκαλέσει κάποιο συναίσθημα κάποτε.
Έτσι τα μάτια μου στράφηκαν πιο μακριά. Στο Βαγιέκας, στην εργατική γειτονιά της Μαδρίτης, στους ήρωες του ισπανικού εμφυλίου, εκεί που δεν έχει κερδίσει ποτέ η Δεξιά, και στην περηφάνια της, την Ράγιο Βαγιεκάνο. Μια από τις πιο πολιτικοποιημένες ομάδες της Ευρώπης. Εκεί που παίχτες κι οπαδοί απεργούν παρέα. Εκεί που όλη η ομάδα εμποδίζει εξώσεις και μαζεύει χρήματα για τους φτωχότερους της περιοχής. Εκεί που όταν πήγε να γίνει μπαμ, μια μεταγραφή από το πάνω ράφι, του νεοναζιστή ποδοσφαιριστή, του Ζοζούλια, οι οπαδοί ακύρωσαν την υπογραφή του και δεν του επέτρεψαν ποτέ να μπει σε γήπεδο με την φανέλα με τον κεραυνό.
