Του παπά Δημήτρη Θεοφίλου*
«Η τόλμη, η ειλικρίνεια και το νοιάξιμο για τον αδιάκριτα πλησίον,
μας καθιστούν αυθεντικούς ανθρώπους,
φορείς ελπίδας και πολιτισμού για ένα ξάστερο αύριο»
Θα περίμενε κανείς η «καθεύδουσα και αυτοαπασχολούμενη» ελλαδική εκκλησία, να τολμήσει, να ρισκάρει, να διακινδυνεύσει να βρεθεί απέναντι από το σκοτάδι, το νεοφασισμό και το νεοναζισμό που εκκολάπτεται ξανά σαν το αυγό του φιδιού, και μας απειλεί σαν κοινωνία, σαν πολιτισμό, σαν δημοκρατία. Σιωπά όμως ενοχικά, όπως έκανε το 1936-1940 με τη φασιστική-ναζιστική μεταξική δικτατορία, αλλά και πολύ πιο πρόσφατα με την αμερικανοκίνητη δικτατορία 1967-1974 των συνταγματαρχών.
Η ιστορία πώς να ξεπλύνει τόση αδιάντροπη ενοχή και συνεργασία. Ακόμη μέχρι σήμερα βγαίνουν νοσταλγοί «δεσποτάδες» (θα ήταν προσβολή για τον επισκοπικό θεσμό να τους ονοματίσουμε αλλιώτικα) και λιβανίζουν ξεδιάντροπα τους βρικόλακες και εμπόρους εθνικοφροσύνης του λαού και των ιερών και οσίων της ιστορίας μας.
Χείλη λοιπόν ερμητικά κλειστά, βρισκόμενα σε ουδέτερη σιωπή, αλλά ουδέτερη σιωπή δεν υπάρχει, παρά μόνο σιωπηρή συνενοχή. Γόνοι, παιδιά και εγγόνια συνεργατών κατακτητών, δοσίλογων και ταγματασφαλιτών σηκώσανε κεφάλι και έχουν άποψη για τα πάντα χρησιμοποιώντας τη δημοκρατία στης οποίας το σώμα έχουν ασελγήσει επανειλημμένως. Πριν αρκετούς αιώνες κάποιοι πρόγονοί μας θα αναφωνούσαν λίγη «ΑΙΔΩΣ ΑΡΓΕΙΟΙ».
Ντρέπομαι ειλικρινά σαν πολίτης αλλά και σαν κληρικός αυτού του τόπου, να ανέχομαι και να συνεχίζω να καλύπτω με τη σιωπή και ανανδρία μου, όλο αυτό το συμφερτό δήθεν αγανακτισμένων φασιστοειδών που επαγγέλλονται μια νέα ναζιστική κοινωνία με «καθαρούς φυλετικά άρειους με βάση το DNA», έτσι αποφάσισα να σπάσω τη σιωπή μου και σε αυτό προσκαλώ και άλλους.