Του Κώστα Ράπτη
Όταν ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Βενιαμίν Νετανιάχου ανακοίνωνε την κατάπαυση του πυρός στον Λίβανο έστελνε δημοσίως το μήνυμα στον Μπασάρ αλ Άσαντ της Συρίας ότι "παίζει με τη φωτιά”. Μόλις ένδεκα μέρες αργότερα, το καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε το 1970 από τον πατέρα Άσαντ και που για περισσότερο από δεκατρία χρόνια έδινε μάχη για την επιβίωσή του δεν υπήρχε πια.
Αλλά αυτός που εμφανίσθηκε ενδιαμέσως στο προσκήνιο της δράσης δεν ήταν το Ισραήλ, παρά η Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος την Παρασκευή, εγκαταλείποντας τις διπλωματικές κοινοτοπίες, ουσιαστικά ανέλαβε την "πατρότητα” της προέλασης των αντικυβερνητικών ανταρτών στη Συρία, εκφράζοντας μάλιστα την "ελπίδα” ότι σύντομα θα εισέλθουν στη Δαμασκό, όσο και αν διατύπωσε επιφυλάξεις για το ποιον ορισμένων εξ αυτών.
Η είσοδος των ανταρτών στη Δαμασκό πραγματοποιήθηκε σήμερα Κυριακή και ο Άσαντ αγνοείται, μαζί με το αεροπλάνο που τον φυγάδευσε από την πρωτεύουσα. Όμως η "θανατική καταδίκη” του καθεστώτος είχε υπογραφεί από χθες Σάββατο στην Ντόχα του Κατάρ, όπου σε μία προσπάθεια "αναβίωσης”, κατά την χαρακτηριστική έκφραση του Χακάν Φιντάν, της τριμερούς "Διαδικασίας της Αστάνα”, οι υπουργοί Εξωτερικών της Τουρκίας, της Ρωσίας και του Ιράν συμφώνησαν ότι υπάρχει περιθώριο εξομάλυνσης των τουρκο-συριακών σχέσεων και συμφιλίωσης της κεντρικής εξουσίας της Δαμασκού με την "νόμιμη” αντιπολίτευση.



















