Η Τουρκία επιδεικνύει εσχάτως νευρικότητα, συνδυάζοντας τον αναθεωρητισμό με απειλές. Ωστόσο, η ασύνετη αυτοπεποίθηση της ηγεσίας της μπορεί να καταστεί υπονομευτική όχι μόνο για την περιφερειακή σταθερότητα αλλά και για την ίδια. Στο εσωτερικό, το πογκρόμ διώξεων επιδρά αρνητικά στη λειτουργία του κράτους. Ο στρατός και οι δυνάμεις ασφαλείας βρίσκονται σε ανασύνταξη και δη σε μία συγκυρία πολλών ανοιχτών μετώπων. Η πρόθεση Ερντογάν να παρακάμψει την ιεραρχία, ακόμη και στο διπλωματικό σώμα, δημιουργεί μεν μία νέα ελίτ απόλυτα υποταγμένη σε αυτόν αλλά λιγότερο επαγγελματική και ικανή. Η οικονομία βρίσκεται σε προβληματική τροχιά. Δεν είναι μόνο η σημαντική υποτίμηση της τουρκικής λίρας και η υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας από τους κυριότερους οίκους αξιολόγησης. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις έχουν υποχωρήσει δραματικά, ενώ ο τουρισμός έχει κατακρημνιστεί, λόγω (και) των τρομοκρατικών ενεργειών. Η ανεργία έχει σκαρφαλώσει σε διψήφιο νούμερο (11%), όταν πριν από λίγα χρόνια βρισκόταν περίπου στο μισό. Στο πολιτικό πεδίο, η πόλωση εξυπηρετεί μεν πρόσκαιρα τους σχεδιασμούς Ερντογάν, όμως η αποξένωση του φιλελεύθερου (και εκδυτικισμένου) κομματιού της κοινωνίας και η στοχοποίηση του κουρδικού στοιχείου προοιωνίζονται αναταράξεις στο μέλλον.
