Του Eduardo Galeano
O δουλέμπορος που περισσότερο αγαπούσε την ελευθερία είχε ονομάσει τα καλύτερα πλοία του “Βολταίρος και Ρουσό”. Μερικοί τους είχαν δώσει ευλαβικά ονόματα “Ευσπλαχνία, Προφήτης Δαυίδ, Ιησούς, Άγιος Αντώνιος'”.
Άλλοι εκδήλωναν την αγάπη τους για την ανθρωπότητα, τη φύση και τις γυναίκες : “Ελπίδα, Ισότητα, Φιλία, Ουράνιο Τόξο, Κολιμπρί, Μικρή Πόλυ, Αγαπημένη Σεσίλια, Φρόνιμη Χάνα”.
Τα πιο ειλικρινή πλοία έφεραν ονόματα όπως “Υποτέλεια” και Φρουρός”.
Όταν ένα φορτίο με εργατικά χέρια πλησίαζε το λιμάνι, δε σήμαιναν σειρήνες ούτε έριχναν πυροτεχνήματα για να αναγγείλουν τον ερχομό τους. Δεν υπήρχε η ανάγκη. Ο κόσμος το καταλάβαινε από τη μπόχα.
Το εμπόρευμα με τη φριχτή μυρωδιά ήταν κλεισμένο στα αμπάρια. Οι σκλάβοι ήταν καλά δεμένοι και ακίνητοι μέρα, νύχτα, ώστε να μη χαραμίζεται ούτε σπιθαμή από τον πολύτιμο χώρο. Κατουρούσαν και αφόδευαν ο ένας παν στον άλλο, έτσι αλυσοδεμένοι όπως ήταν αναμεταξύ τους από το λαιμό, τους καρπούς και τους αστραγάλου, και όλοι μαζί σε μεγάλες σιδερένιες μπάρες. Πολλοί πέθαιναν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Κάθε πρωί πετούσαν οι φύλακες τους μπόγους μέσα στη θάλασσα.