Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου
Ανησυχούν, λένε, στην κυβέρνηση, γιατί ο Ομπάμα δεν θέλει να συναντηθεί ούτε δύο λεπτά με τον Πρωθυπουργό. Ξύνω κι εγώ το κεφάλι μου να βρω τι καλό έχει κάνει (ή τι κακό δεν συμφωνεί να κάνει) ο Αντώνης Σαμαράς και δεν τον δέχονται οι Αμερικανοί. Πάντως, ομολογώ ότι έχει ανέβει στην εκτίμησή μου.
Ελπίζω να μην πάει να μιλήσει και στην συνάθροιση του ισραηλινού λόμπυ που έχει προγραμματίσει, εφόσον το λόμπυ αυτό δεν του κλείνει, όπως ασφαλώς μπορεί να κάνει, το πολυπόθητο ραντεβού με τον Πρόεδρο (αν και, κατά τη γνώμη μας, αυτό που εκκρεμεί είναι μάλλον το ραντεβού των Ελλήνων πολιτικών με την Ιστορία, τον λαό και το έθνος τους, από αυτούς όμως κρύβονται).
Το λέμε αυτό γιατί οι εκπρόσωποι της Ελλάδας πρέπει να βλέπουν τους πάντες και να συνάπτουν σχέσεις ή και συμμαχίες ακόμα, αλλά όλα αυτά πρέπει να γίνονται σε συνθήκες ισοτιμίας και αυτοσεβασμού – και μόνο αυτό δεν συμβαίνει συνήθως. Το θέμα άλλωστε δεν είναι ποιόν βλέπει κανείς, είναι τι του λέει. Τι θα πει π.χ. ότι ο Ισραηλινός Υπουργός ‘Αμυνας δεν έχει χρόνο να μετακινηθεί εκείνος στην Αθήνα και θα πρέπει να τρέχει να τον βρει στο Ισραήλ ο Παναγιωτόπουλος; Αν έχει για το Ισραήλ σημασία η σχέση με την Αθήνα, ας βρει το Ισραήλ τον χρόνο. Μέχρι τότε, μπορεί και η Ελλάδα να δείξει υπομονή. Η διπλωματία είναι, σε μεγάλο βαθμό, τέχνη της σημειολογίας.