Του Τάσου Χατζηαναστασίου
Βγήκαν και οι βάσεις εισαγωγής στα πανεπιστήμια και άρχισε ο πόλεμος του… πληκτρολογίου: “40.000 υποψήφιοι έμειναν απέξω”, “τόσες σχολές με ελάχιστους ή και καθόλου πρωτοετείς”, “μένουν απέξω παιδιά κι ο πρωθυπουργός πάει να εγκαταστήσει (sic, λες και είναι τηλεόραση) την κόρη του σε πανεπιστήμιο στις ΗΠΑ”. Οι παραπάνω διαπιστώσεις παρουσιάζονται ως αποδείξεις των σκοτεινών προθέσεων της κυβέρνησης, της ταξικής της πολιτικής και της εχθρικής της στάσης έναντι του δημοσίου πανεπιστημίου. Πολύ φοβάμαι ότι αυτού του τύπου η “επιχειρηματολογία” δεν πείθει κανέναν. Για να έχει νόημα η συζήτηση που αφορά τον αριθμό των εισακτέων και των σχολών που χρειάζονται, θα πρέπει να έχει προηγηθεί μία μίνιμουμ συμφωνία στο ποια τμήματα προσφέρουν στην οικονομία και στην πνευματική προκοπή του τόπου και στο πόσους φοιτητές θα δέχονται. Απαιτείται ένα εθνικό σχέδιο που να αφορά το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας, τις προοπτικές ανάπτυξης τομέων και κλάδων, αλλά και τον πολιτισμό γιατί προφανώς υπάρχουν και σπουδές που δεν προσφέρουν στενά οικονομικά αλλά σε μία χώρα όπως η Ελλάδα, ο πολιτισμός αποτελεί επίσης ένα ισχυρό αναπτυξιακό συγκριτικό πλεονέκτημα. Χωρίς μία τέτοια συζήτηση, χωρίς ένα σχέδιο με τη μέγιστη δυνατή συναίνεση για το παρόν και το μέλλον του τόπου, το εάν θα μείνει χωρίς φοιτητές το τμήμα τάδε, το αποφασίζει ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης, δηλαδή η αγορά. Όπως εξάλλου και τις βάσεις εισαγωγής.



































