Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

Η ατζέντα τους και η δική μας

Του Ηλία Ιωακείμογλου
Από την 7η Μαΐου μέχρι σήμερα, με εξαίρεση τις κεντρικές δηλώσεις του Αλέξη Τσίπρα, ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται στα τηλεοπτικά κανάλια για να απαντήσει στην ατζέντα των αντιπάλων του, συνήθως σε θέση άμυνας ακόμη και εάν αντεπιτίθεται αμυνόμενος. Όσο και αν αυτή η φάση της αντιπαράθεσης ήταν αναπόφευκτη, προφανώς αποκλείεται να συνεχιστεί μέχρι τις εκλογές της 17ης Ιουνίου, απλούστατα επειδή δεν μπορεί να είναι νικηφόρα. Απέναντι στην ατζέντα της δεξιάς στρατιάς του κ. Σαμαρά, μοιραία θα πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ να αντιπαραθέσει τη δική του ατζέντα, τη δική του πολιτική θεματολογία, με τις αιχμές της και τα κύρια ζητήματα, με προσδιορισμένα εκ των προτέρων τα δυνατά σημεία της και τα αδύναμα σημεία του αντιπάλου, με νοητικούς διαδρόμους που επιτρέπουν να περνάμε από τη δική τους ατζέντα στη δική μας και να αντιστρέφουμε τους όρους της συζήτησης.

Ποια είναι, όμως, η βασική αντίθεση επί της οποίας μπορεί να διατυπωθεί μια τέτοια ατζέντα σε αντίθεση με το δίλημμα μέσα ή έξω από το ευρώπου έχουν θέσει αυθαίρετα η ΝΔ, τα κανάλια, οι εφημερίδες και οι «δημοσιογράφοι» τους; Μια καλή αρχή μπορεί να γίνει από το τοπίο του ανταγωνισμού όπως αυτό έχει διαμορφωθεί από τις εκλογές της 6ης Μαΐου:

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πρώτο κόμμα στους μισθωτούς του Δημοσίου (22%) και του ιδιωτικού (18%) τομέα (έναντι 9% και 7% αντίστοιχα του ΠΑΣΟΚ), στους άνεργους (22%) (έναντι 7% του ΠΑΣΟΚ), μεταξύ εκείνων των μεσαίων στρωμάτων που η οικονομική κρίση υποβαθμίζει ταξικά (18%), στη νεολαία (20%) και σε όλες τις ηλικίες έως 55 ετών (Public Issue,
http://www.publicissue.gr/2011/koinwniko_profil-sunoxes/). Αντιθέτως, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν εκπροσωπεί πολλούς από τους συνταξιούχους και τις νοικοκυρές - το ποσοστό του στις ηλικίες 65+ ανήλθε σε 9% έναντι 34% και 24%για ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Συντριπτική, όπως πάντα, είναι η υπεροχή της ΝΔ στις νοικοκυρές (27%), παρόλο που ο ΣΥΡΙΖΑ επικράτησε μεταξύ των γυναικών συνολικά (20%).

Αυτή η περιληπτική στατιστική εικόνα επιβεβαιώνει, για μια ακόμη φορά, ότι η ελληνική κοινωνία δεν περιλαμβάνει έναν αλλά δύο λαούς: έναν συντηρητικό / δεξιό και έναν προοδευτικό / αριστερό. Έναν συντηρητικό λαό που θέλει να παγώσει ο χρόνος, να μείνουν τα πράγματα όπως είναι, ή ακόμη καλύτερα να γυρίσουν πίσω, και έναν άλλο λαό που θέλει να αλλάξουμε το κόσμο, άλλοι λίγο, άλλοι ριζικά. Πρόκειται για παλιά διαίρεση (βλ. ως παράδειγμα, στο περιοδικό Θέσεις, 1994,
http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=463&Itemid=29), μια διαίρεση που παραμένει όμως ενεργή επί δεκαετίες. Ο «λαός της δεξιάς» αποτελείται κατά χονδροειδή προσέγγιση, δηλαδή πλειοψηφικά, από τα πιο ευνοημένα κοινωνικά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας: τα υψηλά εισοδήματα, τις άρχουσες ταξικές βαθμίδες, όσους γενικά δεν έχουν λόγους να είναι δυσαρεστημένοι από τη ζωή τους, αλλά και από έναν λαϊκό πυρήνα, που έχει αγκυροβολήσει ψυχικά στο παρελθόν, και του οποίου προνομιακός χώρος είναι οι νοικοκυρές, οι μεγάλες ηλικίες, οι αγρότες, ορισμένα μεσαία στρώματα, οι σχετικά εύποροι υπάλληλοι γραφείου του ιδιωτικού τομέα, και οι λαϊκές ομάδες που συγκεντρώνονται γύρω από την Εκκλησία. Δημιουργήθηκε, στη διάρκεια της τελευταίας εικοσαετίας και ένας «νεοφιλελεύθερος λαός», που θέλεινα τα αλλάξει όλα για να παραμείνουν ίδια, κατά την έκφραση του Lampedusa. Τώρα, όμως, ηττημένος τρέχει να βρει καταφύγιο κάτω από την ομπρέλα του συντηρητισμού. Ο «λαός της Αριστεράς» (με την πιο ευρεία δυνατή έννοια της λέξης), αντιθέτως, περιλαμβάνει τις περισσότερες επαγγελματικές κατηγορίες εργαζομένων με μισθωτή σχέση στον ιδιωτικό τομέα (πλην όμως όχι τις ανώτερες βαθμίδες της εργασιακής ιεραρχίας), τους εργάτες, τους προλετάριους των υπηρεσιών, τους πρεκάριους, τους άνεργους, τα οικονομικά ασθενέστερα στρώματα της μικροαστικής τάξης, τα χαμηλά εισοδήματα, επομένως όσους δεν έχουν ιδιαίτερους λόγους να είναι ικανοποιημένοι από τη ζωή τους (όπως οι ίδιοι δηλώνουν στις έρευνες πεδίου).

Αυτά μας φέρνουν στο ερώτημα, πώς εκπροσωπήθηκαν στο παρελθόν οι δύο λαοί της Ελλάδας. «Στην προδικτατορική περίοδο», 
γράφει ο Γιάννης Μαυρής, «η ίδρυση της Ένωσης Κέντρου (ΕΚ), το 1961, αφαίρεσε από την ΕΔΑ την προνομιακή πολιτική εκπροσώπηση του ηττημένου εαμικού κινήματος και περιόρισε τον πολιτικό της ρόλο στην πολιτική κρίση που ξέσπασε στα μέσα της δεκαετίας του ‘60. (...)  Το 1974, το ρεύμα της Κεντροαριστεράς του Α. Παπανδρέου, συγκροτημένο στη συγκυρία της πολιτικής κρίσης του 1965 και ριζοσπαστικοποιημένο κατά την περίοδο του αντιδικτατορικού αγώνα θα ηγεμονεύσει τόσο επί του ιστορικά χρεοκοπημένου Κέντρου, όσο και επί της Αριστεράς».

Αυτό που συμβαίνει σήμερα, στα χρόνια του Μνημονίου και ιδιαίτερα μετά τις εκλογές της 6 Μαΐου, είναι ότι για πρώτη φορά ο λαός της Αριστεράς εκπροσωπείται από πολιτικές οργανώσεις της ίδιας της Αριστεράς, οι οποίες οδηγούνται εκ των πραγμάτων στη διεκδίκηση της κυβέρνησης και σε πολιτικές ανατροπές πρώτου μεγέθους. «Η σημερινή κρίση εκπροσώπησης», καταλήγει ο Γιάννης Μαυρής, μπορεί να επιλυθεί, εκλογικά, για πρώτη φορά προς όφελος της Αριστεράς. Ο ΣΥΡΙΖΑ του Ιουνίου θα αποτελέσει την κυρίαρχη πολιτική αποκρυστάλλωση μιας νέας και διευρυμένης κοινωνικής συμμαχίας».

Αυτή, λοιπόν, είναι η πραγματική διαχωριστική γραμμή, και όχι αυτή που ορίζει το δίλημμα μέσα ή έξω από το ευρώ. Το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ χαράσσει μια σαφή διαχωριστική ταξική γραμμή ανάμεσα σε αυτούς, τις δυνάμεις του αστισμού, από τον εμφυλιοπολεμικό Λυκουρέντζο μέχρι τους ολοκληρωτικούς νεοφιλελεύθερους του Protagon και του Μάνου, και εμάς, τις δυνάμεις της εργασίας, από τους «εξασφαλισμένους» μέχρι τους πρεκάριους, τους απλήρωτους και τους άνεργους. Η κυρίαρχη αντίθεση είναι η ταξική αντίθεση, και η ιστορική μορφή που παίρνει στη σημερινή συγκυρία είναι η αντιπαράθεση για το Μνημόνιο.

Με αναφορά σε αυτή τη διαχωριστική γραμμή πρέπει να ορίσουμε τη δική μας στρατηγική θεματολογία και να παλέψουμε έτσι ώστε στις εκλογές της 17ης Ιουνίου ο κόσμος να ψηφίσει με βάση τη δική μας ατζέντα, όχι με τη δική τους.


Ο Ηλίας Ιωακείμογλου είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Θέσεις

Ανάρτηση από : http://www.rednotebook.gr/