Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

«Προς τους πλουτούντας» Μ. Βασιλείου


• Ἡ τυραννία τῆς ἐξεζητημένης πολυτέλειας.

• Ἕως πότε θὰ κυβερνάει ὁ πλοῦτος ποὺ γεννάει τὸν πόλεμο καὶ γενικότερα τροφοδοτεῖ τὸ πολύμορφο ἠθικὸ καὶ κοινωνικὸ κακό;


ΚΕΙΜΕΝΟ
«... Τὶ ἀποκριθήση τῷ κριτῇ ὁ τοὺς τοίχους ἀμφιεννύς, ἄνθρωπον οὐκ ἐνδύεις; ὁ τοὺς ἵππους κοσμῶν, τὸν ἀδελφὸν ἀσχημονοῦντα περιορᾷς; ὁ κατασήπων τὸν σῖτον, τοὺς πεινῶντας οὐ τρέφεις; ὁ τὸν χρυσὸν κατορύσσων, τοῦ
ἀγχομένου καταφρονεῖς; Ἐὰν δὲ δὴ καὶ γυνὴ φιλόπλουτος συνοικῆ, διπλασίων ἡ νόσος· τὰς τε γὰρ τρυφὰς ἀναφλέγει,
καὶ τὰς φιληδονίας συναύξει, καὶ κέντρα ταῖς περιέργοις ἐπιθυμίαις ἐνίησι, λίθους τινὰς ἐπινοοῦσα, μαργαρίτας καὶ
σμαράγδους καὶ ὑακίνθους, καὶ χρυσόν, τὸν μὲν χαλκεύου-
σα, τὸν δὲ ἐξυφαίνουσα, καὶ διὰ πάσης ἀπειροκαλίας τὴν νόσον αὔξουσα. Οὐ γὰρ ἐκ παρέργου ἡ περὶ ταῦτα σπου-
δή, ἀλλὰ καὶ νύκτες καὶ ἡμέραι τὰς περὶ τούτων μερίμνας ἔχουσι. Καὶ μυρίοι τινὲς κόλακες, ταῖς ἐπιθυμίαις αὐτῶν
ὑποτρέχοντες, συνάγουσι τοὺς ἀνθοβαφεῖς, τοὺς χρυσοχόους, τοὺς μυρεψούς, τοὺς ὑφάντας, τοὺς ποικιλτάς. Οὐδένα χρόνον ἀναπνεῖν δίδωσι τῷ ἀνδρὶ ἐκ τῶν συνεχῶν αὐτῆς
ἐπιταγμάτων. Οὐδεὶς ἐξαρκεῖ πλοῦτος ταῖς γυναικείαις ἐπιθυμίαις ὑπηρετούμενος, οὐδ’ ἂν ἐκ ποταμῶν ἐπιρρέῃ...

Ἕως πότε χρυσός, τῶν ψυχῶν ἡ ἀγχόνη, τὸ τοῦ θανάτου ἄγκιστρον, τὸ τῆς ἁμαρτίας δέλεαρ; Ἕως πότε πλοῦτος, ἡ τοῦ πολέμου ὑπόθεσις, δι’ ὃν χαλκεύεται ὅπλα, δι’ ὃν ἀκονᾶται ξίφη; Διὰ τοῦτον συγγενεῖς ἀγνοοῦσι φύσιν, ἀδελφοὶ κατ’ ἀλλήλων φονικὸν βλέπουσι· διὰ τὸν πλοῦτον αἱ ἐρημίαι τοὺς φονευτὰς τρέφουσιν, ἡ θάλασσα τοὺς καταποντιστάς, αἱ πόλεις τοὺς συκοφάντας. Τίς ἐστιν ὁ ψεύδους πατήρ; τίς ὁ πλαστογραφίας δημιουργός; τίς ὁ τὴν ἐπιορκίαν γεννήσας; Οὐχ ὁ πλοῦτος; οὐχ ἡ περὶ τοῦτον σπουδή; Τί πάσχετε, ἄνθρωποι; τίς ὑμῖν τὰ ὑμέτερα εἰς τὴν καθ’ ὑμῶν ἐπιβουλὴν περιέτρεψε; Συνεργία πρὸς τῷ ζῆν. Μὴ γὰρ ἐφόδια κακῶν ἐδόθη τὰ χρήματα; Λύτρον ψυχῆς. Μὴ γὰρ ἀφορμὴ ἀπωλείας; Ἀλλ’ ἀναγκαῖος ὁ πλοῦτος διὰ τοὺς παῖδας. Εὐπρόσωπος ἀφορμὴ πλεονεξίας αὕτη· τοὺς γὰρ παῖδας προβάλλεσθε, τὴν δὲ καρδίαν πληροφορεῖτε.  Μὴν αἰτιῶ τὸν ἀναίτιον· ἴδιον ἔχει οἰκονόμον· παρ’ ἄλλου τὴν ζωὴν ἐδέξατο, παρ’ αὐτοῦ τὰς ἀφορμὰς ἀναμένει τοῦ βίου. Μὴ τοῖς γεγαμηκόσιν οὐκ ἐγράφη τὰ εὐαγγέλια. Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα, καὶ δὸς πτωχοῖς;
Ὅτε ᾔτεις παρὰ τοῦ Κυρίου τὴν εὐπαιδίαν, ὅτε ἠξίου γενέσθαι τέκνων πατήρ, ἆρα προσέθηκας τοῦτο. Δός μοι τέκνα, ἵνα παρακούσω τῶν ἐντολῶν σου; δός μοι τέκνα ἵνα μὴ φθάσω εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν; Τίς δὲ καὶ ἐγγυητὴς ἔσται τῆς τοῦ παιδὸς προαιρέσεως, ὅτι εἰς δέον χρήσεται τοῖς δοθεῖσι; Πολλοῖς γὰρ ὁ πλοῦτος ὑπηρέτης ἀκολασίας ἐγένετο. Ἢ οὐκ ἀκούεις τοῦ Ἐκκλησιαστοῦ λέγοντος· Εἶδον ἀρρωστίαν δεινήν, πλοῦτον φυλασσόμενον τῷ παρ’ αὐτοῦ εἰς κακίαν αὐτῷ; καὶ πάλιν, ὅτι Ἀφίω ἐγὼ αὐτὸν τῷ ἀνθρώπῳ τῷ μετ’ ἐμέ. Καὶ τίς οἶδεν εἰ σοφὸς ἔσται, ἢ ἄφρων; Ὅρα δὴ οὖν μή, μετὰ μυρίων πόνων τὸν πλοῦτον ἀθροίσας, ὕλην ἁμαρτημάτων ἑτέροις παρασκευάσῃς, εἶτα εὐρεθῇς διπλᾶ τιμωρούμενος, ὧν τε αὐτὸς ἠδικησας, καὶ ὧν ἕτερον ἐφωδίασας. Μὴ οὐχὶ παντὸς τέκνου οἰκειοτέρα σοί ἐστιν ἡ ψυχή; Μὴ οὐχὶ πάντων μᾶλλον εἰς οἰκειότητα προσεγγίζει; Πρώτῃ αὐτῇ ἀπόδος τὰ πρεσβεῖα τῆς κληρονομίας, πλουσίας αὐτῇ παράσχου τὰς ἀφορμὰς τῆς ζωῆς· καὶ τότε τοῖς παισὶ διαιρήσεις τὸν βίον. Οἱ μέν γεπαῖδες παρὰ γονέων μὴ διαδεξάμενοι, ἑαυτοῖς πολλάκις οἴκους ἐποίησαν· ἡ ψυχὴ δέ, παρὰ σοῦ ἐγκαταλειφθεῖσα, παρὰ τίνος ἐλεηθήσεται;...». (Ε.Π.Μ. 31, 288-300).


ΕΡΜΗΝΕΙΑ
Τί θ’ ἀποκριθεῖς στὸ Θεὸ-Κριτὴ σὺ ποὺ καλύπτεις τοὺς τοίχους τοῦ σπιτιοῦ σου μὲ πολύτιμα ταπέτα καὶ ὸ συνάνθρωπό σου δὲν τὸν ντύνεις μὲ τὰ πιὸ ἀπαραίτητα ροῦχα; Σὺ ποὺ στολίζεις ἀκριβὰ τ’ ἄλογά σου καὶ τὸν ἀδελφό σου ποὺ δὲν ἔχει πῶς νὰ κρύψει τὴν ἀσχήμια του τὸν περιφρονεῖς; Σὺ ποὺ προτιμᾶς νὰ σαπίζει τὸ σιτάρι στὴν ἀποθήκη, παρὰ νὰ θρέψεις τοὺς πεινασμένους; Σὺ ποὺ κρατᾶς θαμμένο στὴ γῆ τὸ χρυσάφι καὶ καταφρονεῖς τὸν ἀναγκεμένο συνάνθρωπό σου; Ἂν μάλιστα συμπέσει καὶ ἡ γυναίκα τοῦ πλούσιου νὰ εἶναι φιλάργυρη καὶ φιλάρεσκη, τότε πιὰ τὸ κακὸ διπλασιάζεται.
Γιατὶ καὶ τὶς ἀπολαύσεις ὑποδαυλίζει καὶ τὶς φιληδονίες συναυξάνει καὶ τὶς περίεργες ἐπιθυμίες ἐξάπτει, ἐπινοώντας διάφορους πολυτιμους λίθους γιὰ στολίδια, ὅπως μαργαριτάρια καὶ σμαράγδια, καὶ ὑάκινθους καὶ χρυσάφι πολύ, ποὺ ἄλλο τὸ χρησιμοποιεῖ ἀτόφιο, κατάλληλα δουλεμένο, ἄλλο τὸ κεντάει σὲ ὑφάσματα καὶ γενικὰ ἐπιδεινώνοντας τὴν ἀρρώστια (τῆς πλεονεξίας καὶ τῆς σπατάλης) μὲ κάθε εἴδους ἐξεζητημένη πολυτέλεια. Γιατὶ δὲν ἀποτελεῖ πάρεργο ἡ ἐντατικὴ φροντίδα γιὰ ὅλα αὐτά, ἀλλὰ καὶ οἱ νύχτες καὶ οἱ μέρες εἶναι γεμάτες μ’ αὐτήν. Κι ἀκόμα ἀμέτρητοι κόλακες ἐπιστρατεύονται, πρόθυμοι νὰ τρέξουν νὰ ἱκανοποιήσουν τὶς ἀτέλειωτες ἐπιθυμίες της, νὰ συγκεντρώσουν τοὺς βαφεῖς, τοὺς χρυσοχόους, τοὺς ἀρωματοποιούς, τοὺς ὑφαντές, τοὺς διακοσμητές. Μὲ τὶς συνεχεῖς προσταγές της οὔτε μιὰ στιγμὴ δὲν ἀφήνει τὸν ἄνδρα της ν’ἀνασάνει. Κανένας πλοῦτος δὲν ἐπαρκεῖ γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὶς γυναικεῖες ἐπιθυμίες, ἀκόμα κι ἂν ρέει σὰν ποτάμι...
Ἕως πότε θὰ εἶναι παντοδύναμο τὸ χρυσάφι, τῶν ψυχῶν ἡ ἀγχόνη, τὸ ἀγκίστρι τοῦ θανάτου, τῆς ἁμαρτίας τὸ δόλωμα; Ἕως πότε θὰ κυβερνάει ὁ πλοῦτος, ἡ αἰτία τοῦ πολέμου, γιὰ τὸν ὁποῖο κατασκευάζονται ὅπλα, γιὰ τὸν ὁποῖο ἀκονίζονται ξίφη; Ἐξ αἰτίας τοῦ πλούτου συγγενεῖς λησμονοῦν τοὺς φυσικοὺς δεσμοὺς τῆς συγγένειας, ἀκόμη κι ἀδέρφια ἀλληλοϋποβλέπονται μὲ φονικὲς διαθέσεις. Χάριν τοῦ πλούτου οἱ ἐρημιὲς τρέφουν τοὺς ληστές, ἡ θάλασσα τοὺς πειρατὲς καὶ οἱ πόλεις τοὺς συκοφάντες. Ποιὸς εἶναι ὁ πατέρας τοῦ ψεύδους; Ποιὸς ὁ δημιουργὸς τῆς πλαστογραφίας; Ποιὸς ὁ γεννήτορας τῆς
ἐπιορκίας; Δὲν εἶναι ὁ πλοῦτος, δὲν εἶναι ἡ ἀγωνιώδης μέριμνα γιὰ τὴν ἀπόκτησή του; Τί παθαίνετε, ταλαίπωροι ἄνθρωποι; Ποιὸς ἔκαμε ὥστε, τὰ οἰκονομικὰ μέσα ποὺ ἔχουν προορισμὸ νὰ σᾶς ὑπηρετοῦν, νὰ στραφοῦν ἐναντίον σας (ἀπὸ ὑπηρέτες δηλ. νὰ γίνουν δυνάστες σας); Σύνεργα γιὰ τὴ συντήρηση τῆς ζωῆς εἶναι. Μήπως δόθηκαν σὰν ἐργαλεῖα τοῦ κακοῦ τὰ χρήματα; Λύτρα εἶναι γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Μήπως δόθηκαν γιὰ νὰ γίνουν αἰτία ἀπώλειας; Ἀλλά, θὰ ἰσχυριστοῦν οἱ πλούσιοι, ὁ πλοῦτος εἶναι ἀναγκαῖος γιὰ τὴν ἐξασφάλιση τῶν παιδιῶν. Εὔσχημη πρόφαση πλεονεξίας ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτός. Προβάλλετε δηλ. σὰν δικαιολογία τὰ παιδιά, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα ἀποκαλύπτετε τὶς βαθύτερες διαθέσεις τῆς καρδιᾶς σας. Μὴ φορτώνεις τὶς προσωπικές σου εὐθύνες στὸν ἀθῶο. Ἔχει κι αὐτὸς δικό του Κριτὴ (στὸν ὁποῖο θὰ λογοδοτήσει γιὰ τὶς προσωπικὲς πράξεις του). Ἔχει τὸν δικό του Προνοητή, ποὺ φροντίζει γι’ αὐτόν. Ἀπὸ ἄλλον (τὸν Θεὸ) πῆρε τὴ φλόγα τῆς ζωῆς, ἀπ’ αὐτὸν περιμένει καὶ τὰ ὑλικὰ ἐφόδια, τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὴ συ
ντήρησή του. Μήπως γιὰ τοὺς παντρεμένους δὲν ἰσχύει αὐτὸ ποὺ εἶναι γραμμένο στὰ Εὐαγγέλια: «Ἂν θέλεις νὰ εἶσαι τέλειος, πούλησε τὰ ὑπάρχοντά σου καὶ μοίρασε τὰ χρήματα στοὺς φτωχούς»;
Ὅταν ζητοῦσες ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν εὐτεκνία, ὅταν ζητοῦσες ἐπίμονα νὰ γίνεις πατέρας παιδιῶν, ἆραγε, πρόσθεσες καὶ τοῦτο: Δός μου παιδιὰ γιὰ νὰ μὴν ἀξιωθῶ νὰ φτάσω στὴν οὐράνια βασιλεία σου; Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ, ποιὸς σοῦ ἐγγυᾶται γιὰ τὶς καλὲς διαθέσεις τοῦ παιδιοῦ, ὅτι δηλ. θὰ χρησιμοποιήσει σωστὰ ἐκεῖνα ποὺ θὰ τοῦ δώσεις; Εἶναι γνωστὸ πὼς γιὰ πολλοὺς ὁ πλοῦτος ἀποδείχτηκε ὑπηρέτης ἀκολασίας. Ἢ μήπως δὲν ἀκοῦς τὸν Ἐκκλησιαστὴ ποὺ λέει: εἶδα φοβερὴ διαστροφὴ κι ἀρρώστια, δηλ. τὸν πλοῦτο ποὺ φυλάγεται στὸ σπίτι τοῦ πλούσιου νὰ γίνεται αἰτία κακοῦ γιὰ τὸν ἴδιο; Κι ἀκόμα: ἀφήνω τὸν πλοῦτο στὸν ἀπόγονό μου· ποιὸς ὅμως γνωρίζει ἂν θὰ βγεῖ μυαλωμένος ἢ ἀνόητος; Πρόσεξε λοιπὸν καλὰ μήπως, συγκεντρώνοντας μὲ χίλια βάσανα τὸν πλοῦτο, δὲν κάνεις τίποτ’ ἄλλο, παρὰ νὰ προετοιμάζεις γι’ ἄλλους ὑλικὸ καὶ ἀφορμὲς ν’ ἁμαρτήσουν καὶ στὸ τέλος βρεθεῖς διπλὰ ἔνοχος τιμωρίας καὶ γιὰ τὶς ἀδικίες δηλ. ποὺ ὁ ἴδιος διέπραξες γιὰ νὰ πλουτίσεις καὶ γιὰ τὰ μέσα διαφθορᾶς μὲ τὰ ὁποῖα ἄλλον ἐφοδίασες. Μήπως ἀπ’ οποιοδήποτε παιδὶ δὲν σοῦ εἶναι προσφιλέστερη ἡ ψυχή; Μήπως ἀπ’ ὅλα δὲν σοῦ εἶναι αὐτὴ περισσότερο συγγενής; Σ’ αὐτὴν λοιπὸν παραχώρησε τὰ πρωτεῖα τῆς κληρονομιᾶς, πλουσιοπάροχα δός της τὰ ἐφόδια τῆς αἰώνιας ζωῆς. Κι ὅταν αὐτὸ θὰ ἔχει γίνει, τότε πιὰ ἀσχολήσου καὶ μὲ τὴ μοιρασιὰ τῆς περιουσίας σου στὰ παιδιά σου. (Βέβαια ἡ περιουσία σου θὰ εἶναι τότε κατ’ ἀνάγκην μικρή. Τοῦτο ὅμως δὲν ἔχει σημασία). Παιδιὰ ποὺ δὲν κληρονόμησαν ἀπὸ τοὺς γονεῖς τους τίποτα δημιούργησαν μόνα τους ὁλόκληρα νοικοκυριά. Ἡ ψυχή σου ὅμως, ὅταν ἀπὸ σένα τὸν ἴδιο ἐγκαταλειφθεῖ, ἀπὸ ποιὸν θὰ βρεῖ ἔλεος καὶ βοήθεια;...


Ανάρτηση από : http://www.xristianiki.gr

Ευχαριστώ τον φίλο Γιώργο Τ.