Σάββατο 24 Αυγούστου 2013

Aναζητώντας Παράδειγμα: από την κοινωνία της Εξάρτησης, στην κοινωνία των Ανθρώπων

Ο τόπος και η μνήμη

Του Δημήτρη Ναπ. Γιαννάτου


Επιστρέφοντας, με το ΜΕΤΡΟ, έπειτα από μια ξέπνοη απεργία-πορεία, είδα τούτη την εικόνα: απέναντί μου, ένα κορίτσι 18-19 χρονών, με συντηρητική εμφάνιση και ήρεμη έκφραση διάβαζε ένα βιβλίο (κάποιο σύγγραμμα από τη Σχολή της, υπέθεσα). Σε πλαϊνό κάθισμα, ένας τριαντάρης, ασχολιόταν με ένα τεράστιο κινητό, παίζοντας ένα παιγνίδι, για να περάσει η ώρα, αρκετά αγχωμένος με τον χρόνο και ανήσυχος ν’ αντέξει τη… διάρκεια του ταξιδιού.
Κοιτάζοντας καλύτερα στο βιβλίο, είδα ότι αναφερόταν στο «Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων»! Βιβλίο συνδεδεμένο με τόπο, ανθρώπους και αφηγήσεις. Πήρα κουράγιο, αναθάρρησα. Μακριά από τις φανφάρες των «επαναστατών» της προηγούμενης ώρας, το κορίτσι αυτό μου έμοιαζε πιο πολύ παρόν, στην ανατροπή, επειδή βίωνε κάτι ριζωμένο και ατόφιο. Ο τριαντάρης, δίπλα, συνέχιζε την ατομική του σχέση με τον χρόνο…
Ένιωσα να αποτυπώνεται μπροστά μου όλο το συμβολικό επίπεδο της κρίσης και της καταστροφικής διεξόδου που θέλει να δώσει ο νεοαποικισμός του 21ου αιώνα και το κεφάλαιο. Χωρίς τόπο, μας θέλει αντιμέτωπους με τον ατομικιστικό χρόνο. Συνεχώς περιπλανώμενους, χωρίς σχέση με το παρελθόν, δίχως δεσμούς και μνήμη, χωρίς… συλλογικές συμβάσεις, χωρίς αλληλεγγύη, τελικά. Προετοιμάζοντας ακόμα περισσότερο το ιδεολογικό έδαφος για τη φυγή, την ερήμωση της χώρας από τους ανθρώπους της.
Από το 1987, ο «νομαδικός τόπος» για τον οποίον μιλούσε ο Βέλτσος –προνομιακός συνομιλητής του Σημίτη– έθετε τα θεμέλια της μετα-νεωτερικής ιδεολογικής ηγεμονίας των σοσιαλκαπιταλιστικών ελίτ: «…είναι φανερό πως ο τόπος, ή καλύτερα οι τόποι, τους οποίους η μη-κοινωνιολογία διευθετεί, είναι τόποι νομαδικοί που οριοθετούνται από το δικαίωμα κίνησης των διαφορών και των αποκλίσεων, παρά από το δικαίωμα εγκατάστασης και καταυλισμού¹».
Επίσης σημείωνε: «Η εμφάνιση αυτή του «αυθεντικού» μεταμοντέρνου ανθρώπου που αναγγέλλει η μη-κοινωνιολογία δεν θα είναι διατεταγμένη από συστηματικές χωροταξίες κι ούτε διάστικτη από σημαντικές χρονολογίες».
Ο μετα-μοντέρνος χρόνος συνδέεται με την κυριαρχία του μηδενός, το τέλος της ιστορίας και της μνήμης, την ανάδυση του ανθρώπου-ιδιώτη και τη συνολική αποδομητική προσέγγιση των κοινωνικών φαινομένων.
Ο Γ. Βέλτσος (στο ίδιο βιβλίο) αποφαίνεται με ενδεικτικό τρόπο: «τι άλλο εκτός από το μηδέν θα επιχειρεί την καταγγελία, την απάλειψη και την επαναξιολόγηση» και, πιο κάτω, «Ο φορέας του μηδενός, ο νέος μετα-μοντέρνος σύγχρονος άνθρωπος, εξόριστος από τον δημόσιο χώρο και κοινωνός ενός χώρου ιδιωτικού, δεν θα είναι μόνο το αντικείμενο αλλά και το υποκείμενο της μη-κοινωνιολογίας…».
Όμως και ο Στέλιος Ράμφος, διαπρύσιος απολογητής του μνημονίου, αναφέρεται άμεσα –όπως ενδελεχώς αναλύει και αναδεικνύει ο Γιώργος Καραμπελιάς στο πρόσφατο βιβλίο του– στην πρωτοκαθεδρία του «δυτικού χρόνου» έναντι του εδάφους και του τόπου σε κάθε οντολογική του διάσταση. «Προκειμένου να μην στενεύουν τα όποια όρια, χάρι τους ουρανοξύστες, η Νέα Υόρκη υψώνει και διατάσσει το σώμα της εν σχέσει με το χρόνο. Έτσι αντί η θέληση να πατά στη γη, πατά πάνω στη θέληση και η ύλη γίνεται άυλη… το άνοιγμα του χώρου από το χρόνο είναι κλήση αδιάκοπη προς τη δημιουργία» και «Η χρονική ροή θα αναγνωριστεί μόνον όταν το μηχανικό ρολόι θα αποσπάσει το άτομο από το όλον της κοινότητας…»².
Ο χρόνος των καπιταλιστικών μητροπόλεων, των καντράν των χρηματιστηρίων, του οικονομισμού και των τραπεζών, των μετόχων και των μετοχών, ενάντια στον τόπο, την κοινότητα.
Το κρίσιμο ιδεολογικό και σημειολογικό στίγμα της κρίσης είναι εμφατικά παρόν.
Και μάλιστα μ’ έναν παγιδευτικό και αντιφατικό τρόπο: η μεν κυρίαρχη ελληνική αστική τάξη, εξαρτημένη, υπόδουλη και παρασιτική από γεννησιμιού της, επεδίωκε την ένταξή της στον παγκόσμιο σύστημα ηγεμονίας, χωρίς έδαφος, αλλά με χρηματιστηριακούς τίτλους, διαμετακομιστικό εμπόριο  και οικονομικές συμφωνίες. Όμως και ένα μεγάλο κομμάτι της αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου (ιδιαίτερα μετά το 1990), ταύτισε την αλλαγή και το καινούργιο, με μια αντιπατριωτική εμμονή, ενάντια στην παράδοση, γενικά, αναφερόμενη, συχνά με οργή, σε οποιαδήποτε αναφορά στην ελληνική γη. Έτσι, μαζί με την «παράδοση» πετάει και χαρίζει τον αντιστασιακό χαρακτήρα του ελληνισμού – όπως το έλεγε ο Ν. Σβορώνος. Συχνά, ένας αφηρημένος και «παραληρηματικός» διεθνισμός μεταλλάσσει το πρόταγμά της σ’ έναν αποεδαφικοποιημένο και «ασώματο» κοσμοπολιτισμό, χωρίς παρελθόν και μνήμη, εφόσον μνήμη σημαίνει παράδοση, παρελθόν και πιθανόν… «σύνορα». Ίσως, γιατί –όπως κάνει ο εξαρτημένος για το παρελθόν και τον εαυτό του– αναλογικά, η «αριστερή» αυτή οπτική δεν αντέχει συναισθηματικά, να αναγνωρίσει τα αισθήματα αγάπης της για τον τόπο, ψάχνοντάς τα, στην κυριολεξία, απ’ έξω και αλλού. Μένει λοιπόν, και αυτό το πολιτικό υποκείμενο, σε μια ιδιότυπη, μετα-νεωτερική εξάρτηση από κάθε «εισαγόμενη» θεωρία, αποφεύγοντας την σύνθεση.
Το υποκείμενο της κοσμοθεωρίας αυτής μοιάζει να βιώνει αυτό που έλεγε ο πάλαι ποτέ αμφισβητίας, Σαββόπουλος:
«Κανένα πλάσμα του Θεού δε ζει σε τέτοιο βάθος (ιστορικό, τραγικό που βαραίνει την ύπαρξη) / όπου σ’ αγάπησα πολύ κι απόμεινα μονάχος…», για να συμπληρώσει αργότερα, προτείνοντας την σύνθεση:
Δε μας ακούς που τραγουδάμε
με φωνές ηλεκτρικές
μες στις υπόγειες στοές
ώσπου οι τροχιές μας συναντάνε
τις βασικές σου τις αρχές…
(η ιστορία, η παράδοση, η προσφυγιά, ο αγώνας, η επιβίωση, οι αξίες, κ.ά.).
Αυτό, που ήδη είχε τονίσει τραγικά ο Σεφέρης:
Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να
τ’ ακουμπήσω
Τώρα, μέσα στην καταστροφή, είναι ευκαιρία να ακουμπήσουμε κάπου την ιστορία μας, γεννώντας το καινούργιο. Είναι αναγκαίο, ένα σωτήριο κοίταγμα προς τον εαυτό μας, τόσο ως άτομα όσο και ως τόπος. Η εκ νέου ανακάλυψη μιας πολυδιάστατης συλλογικότητας –βασικό όπλο ενάντια στους κυρίαρχους– προϋποθέτει ένα βύθισμα και μια αναζήτηση σε ό,τι τραυματίσαμε και μας τραυμάτισε, ώστε να ανακτήσουμε, πρώτα συναισθηματικά και συμβολικά και έπειτα και πολιτικά, τον τόπο μας, που ξεπουλιέται σε τιμή ευκαιρίας στην παράλογη λογική των αγορών.
Είναι σημαντικό ν’ αγαπήσεις τον εαυτό σου για ν’ αλλάξεις, λέμε στην απεξάρτηση. Είναι, αντίστοιχα, σημαντικό να αγαπήσεις τον τόπο σου για να τον «σώσεις» και να τον αλλάξεις. Είναι σημαντικό να αγαπήσεις τον… ανθρωπισμό σου, για να δώσεις και στο ταξικό σου πρόσημο μια ηγεμονική διάσταση για το σύνολο της κοινωνίας.
Βιώνοντας την κρίση ως οντολογικό πρόβλημα, μας φέρνει κοντά στην εναγώνια υπαρξιακή αναζήτηση του εξαρτημένου από ουσίες, που αναζητά τη απελευθέρωσή του στην θεραπεία, στην προσωπική αυτονομία.
Για τον λαό μας, το αντίστοιχο είναι η αυτονομία σε ατομικό, κοινωνικό-ταξικό, εθνικό, περιφερειακό επίπεδο, καθώς το ειδικό καθεστώς εξάρτησης δεν αφήνει περιθώριο εφησυχασμού. Κάθε είδους απεξάρτηση προϋποθέτει ένα βαθύ, αγωνιστικό ΟΧΙ, και παράλληλα ένα «βύθισμα» στον εαυτό, στο παρελθόν, στο συλλογικό γενεόγραμμα του τόπου. Όπως η θεραπεία απεξάρτησης που σέβεται και επιστρέφει στο παρελθόν του ανθρώπου, όχι για να το καθαγιάσει ή να το εξαφανίσει, αλλά για να συμφιλιωθεί μ’ αυτό, παίρνοντας δύναμη για την απεξάρτηση και την προοπτική.
Η περιπέτεια της θεραπείας –όπως και αυτή του μνημονίου– προϋποθέτει αυτοκριτική και όραμα, συμμαχίες, αλληλεγγύη και αληθινές σχέσεις εμπιστοσύνης και ανθρωπιάς. Μια νέα σχέση με το «έξω», χωρίς να προσαρμόζουμε την πραγματικότητα στις φαντασιώσεις μας, διατηρώντας όμως πάντα την ελπίδα και το πρόταγμα για έναν καλύτερο κόσμο.

Η κοινότητα
Όπως στην θεραπευτική απεξάρτηση έτσι και στην κρίση, ο άνθρωπος έχει ανάγκη, τώρα όσο ποτέ, την κοινότητα. Τον δημιουργικό κοινοτισμό, την ουσιαστική αυτοδιοίκηση και τις αλληλέγγυες σχέσεις ευθύνης, συνεργασίας και άμεσης δημοκρατίας. Η παρέα, η συντροφιά, η ομάδα, η γειτονιά, επανεντάσσει τον εξαρτημένο και, κατ’ αναλογία, μπορεί να αποτελέσει αντίσταση και δημιουργία ενάντια στην επίθεση των αγορών και των νέων ηγεμόνων.
Μιλώντας για κοινότητα και παράδοση, δεν αναφέρομαι σε στείρες νεκρές παραδόσεις, αλλά στο νεορομαντικό ριζοσπαστικό υλικό που κρύβει η όποια παράδοση (εθνική, κοινωνική, ταξική) ως «μαστοριά» και συσσωρευμένη εμπειρία, γεμάτη από χρήσιμα, σοφά εργαλεία για αξιοποίηση. Η κοινότητα είναι η ρίζα, ποιο κοντά στην εξισωτική και δίκαια κοινωνία από οποιοδήποτε άλλο παράδειγμα.
Είναι η ντόπια ρίζα που στήριξε τόσο τον ελληνισμό, αιώνες τώρα, όσο και τα οποιαδήποτε σοσιαλιστικά ή απελευθερωτικά κινήματα στη χώρα ή παγκόσμια. «Οι κοινοτικοί θεσμοί θ’ αποτελούσαν περίφημη αφετηρία για το προχώρημα προς τον κομμουνισμό, ακριβώς όπως και το ρώσικο μιρ που κι αυτό το βλέπουμε τώρα να καταστρέφεται μπροστά στα μάτια μας». (Ένγκελς).
Η ενίσχυση και ο εκσυγχρονισμός των θεσμών αυτών αποτελεί την αμεσοδημοκρατική πολιτική διεκδίκηση των ανθρώπων, να καθιερώσουν θεσμικά τη φωνή τους και τον έλεγχο του πολιτικού συστήματος. Είναι το παράδειγμα, ενάντια στο ολιγαρχικό κράτος, που, μέσω των κυβερνητικών συντεχνιών, κατακτά κάθε μορφή του δημοσίου και των κοινών. Γιατί τα κοινά είναι ο τόπος, η διεκδίκησή του οποίου είναι το σημαντικό σε σχέση με τον μεταμοντέρνο χρόνο.
Όμως, δείτε τι συμβαίνει! Δεξιά και Αριστερά συναγωνίζονται ν’ αλλάξουν τον χρόνο, να τον τρέξουν, να αυξήσουν τον ρυθμό. Μιλούν για τάση (τάση = χρόνος, κίνηση) του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος: μείναμε πίσω, να τρέξουμε, εξέλιξη, πρόοδος, καθυστέρηση, να προλάβουμε το τρένο της Ευρώπης, κ.ά. Αποφεύγουν να μιλήσουν, πολύ περισσότερο να παρέμβουν στην δομή, στο έδαφος, στον τόπο (δομή = τόπος). Γιατί αυτό χρειάζεται βαθιές πολιτειακές αλλαγές (στην ουσία, χρειάζεται να καλλιεργήσουν το «έδαφος»), που αν τις τολμήσουν θα πρέπει να αναιρέσουν την ίδια την ύπαρξή τους ως κατεστημένοι πολιτικοί οργανισμοί. Θα πρέπει ν’ αλλάξουν δηλαδή!
Η πολύμορφη επανασύνδεση με τον τόπο είναι επιτακτική όσο ποτέ. Είναι μια προοπτική ριζοσπαστική, απαραίτητη για να εκσυγχρονίσουμε την εμπειρία μας και την αντίστασή μας. Για να μπορέσουμε να ανασυγκροτήσουμε παραγωγικά τον τόπο μας. Όπως το έλεγε ο Μάρξ και όχι οι κακόηχοι ερμηνευτές του, στην Κριτική της φιλοσοφίας του Δικαίου του Χέγκελ: «Ριζοσπάστης είναι όποιος πιάνει τα πράγματα από την ρίζα τους. Και ρίζα του ανθρώπου είναι ο ίδιος ο άνθρωπος». Ο άνθρωπος δεν είναι ένα όν χωρίς έδαφος. Έχει ουσία, λογική, μνήμη και συναίσθημα, που συνδέονται με τόπους, μυρωδιές, ήχους, γεύσεις, εικόνες.
Ενάντια στην ανηθικότητα του κεφαλαίου και των νέων ιμπεριαλιστών, το ρίζωμα με τον τόπο, η τοπικοποίηση της ζωής και της παραγωγής είναι το παράδειγμα που οι σύγχρονοι τύραννοι φοβούνται όσο τίποτε άλλο. Δεν είναι τυχαίο πως στον Όμηρο, η λέξη ήθος, σημαίνει τόπος, και σταδιακά αποκτά και την έννοια των εθίμων και της παράδοσης, της ιδιοσυγκρασίας, του τρόπου σκέψης, κ.λπ. Ενάντια στο ξεπούλημα το τόπου, η σύνδεση με το έδαφος και τον τόπο είναι επανάσταση και ανατροπή, είναι συνολική αλλαγή του μοντέλου ζωής μας. Αποτελεί σύνθεση του ντόπιου με το παγκόσμιο. Συνδέεται με την ουσιαστική, ριζοσπαστική φύση της οικολογίας, που σημαίνει άλλωστε: Λόγος περί του οίκου.
Δεν είναι τυχαία η λαϊκή αντίσταση στην Κερατέα, στη Χαλκιδική, στην Θράκη. Ούτε ότι το σύστημα βλέπει εκεί τη μεγαλύτερη απειλή του και τρομάζει περισσότερο, συγκριτικά με τις, ποιος ξέρει πόσες, εθιμοτυπικές «κομματικές λιτανείες» στους δρόμους της Αθήνας.
Οι άνθρωποι
Οποιοδήποτε ριζοσπαστικό, εξισωτικό, αγωνιστικό παράδειγμα προβάλλεται ως λύση χρειάζεται να επαναπροσεγγίσει τις καθημερινές αρετές των αξιοπρεπών λαϊκών, συνηθισμένων –κατά τον Όργουελ– ανθρώπων. Το πνεύμα της αμοιβαιότητας και του ήθους των λαϊκών εργατικών τάξεων και των αγώνων τους, στο διάβα των περασμένων αιώνων. Αυτού του ήθους, που άφηνε τη συμπεριφορά ενός ανθρωποφαγικού πραγματισμού και της αναξιοπρέπειας στον «πολιτισμό» των κυρίαρχων τάξεων. Αυτών των τάξεων, δηλαδή, που είχαν πάρα πολλά να χάσουν, ώστε να επιδιώκουν με κάθε τρόπο να διατηρήσουν τους διαχωρισμούς, την ανισότητα και τις προνομιακές διακρίσεις τους.
Η ανανέωση της αναφοράς στη λαϊκή κουλτούρα και στην αλληλεγγύη ενός κοινοτισμού, που διαπερνά την καθημερινότητα σε πολλές πτυχές της, μπορεί να είναι το γνώρισμα ενός ριζοσπαστικού κινήματος με «αριστερές» καταβολές.
Ο αγώνας, ο ανθρωπισμός, η αλληλεγγύη, η αυτοθυσία και η αυταπάρνηση αποτελούσαν γνωρίσματα –με όλες τις αντιφάσεις και τις παλινωδίες της ανθρώπινης φύσης– του κυνηγημένου αριστερού ή τέλος πάντων κάθε αγωνιζόμενου ανθρώπου του χωριού, της γειτονιάς και της πόλης. Ήταν ιστορίες αποχωρισμών, εξορίας, απογοήτευσης, ονείρου, του οράματος και της χίμαιρας. Είχαν στενά πολιτικές –κομματικές ενίοτε– αναφορές, που είχαν όμως πληθυντικές αναφορές και στον  υπόλοιπο λαό,  ο οποίος περνούσε τον δικό του υπαρξιακό αγώνα για την αναζήτηση της επιβίωσης και της προοπτικής.
* * *
Κλείνοντας, θα ‘θελα να πω  μια ιστορία, που ακουγόταν, όταν επισκέφτηκε την Ελλάδα, ο Δήμαρχος της Μαριναλέντα (το σοσιαλιστικό αυτοδιαχειριζόμενο χωριό στην Ισπανία). Αληθινή ή εύστροφο ανέκδοτο, δεν έχει σημασία. Μια ηλικιωμένη Ισπανίδα, λοιπόν, έλεγε με ενθουσιασμό στον άνδρα της για ένα χωριό όπου οι κάτοικοι ζούσαν με μικρό μισθό, αλλά δεν τους έλειπε τίποτα. Δεν υπήρχε ανεργία και είχαν περίθαλψη, εκπαίδευση, ψυχαγωγία, πάρκα, γυμναστήρια κ.ά. Ο άνδρας, με έκπληξη και οργή, απαντάει: «Μα, αυτοί είναι κομμουνιστές!». Η γιαγιά, τα ’χασε και φώναξε με αντιφατικά συναισθήματα: «Τι; έτσι είναι οι κομμουνιστές;».
Όταν αυτό που οραματίζεσαι και έχεις ως παράδειγμα είναι κοντά στον λαό και στον άνθρωπο, δίνοντάς του νόημα, αυθόρμητα και βιωμένα καθημερινά, τότε δεν χρειάζεται να το κραυγάζεις με ετικέτες! Είναι αυτό που είναι και είναι ανατρεπτικό!
1. Γιώργος Βέλτσος, Η μη-κοινωνιολογία – Αναλυτική του μετα-μοντερνισμού, Εκδόσεις Νεφέλη 1988.
 2. Γιώργος Καραμπελιάς, Η αποστασία των διανοουμένων, Εναλλακτικές εκδόσεις 2012.
* Ο Δημήτρης Γιαννάτος είναι Υπεύθυνος της Μονάδας ΚΕΘΕΑ MOSAIC. Το κείμενο αυτό είναι εισήγηση στην εκδήλωση –με τον ομώνυμο τίτλο– των Σωματείων Εργαζομένων στην Πρόληψη και Απεξάρτηση (ΚΕΘΕΑ, 18 ΑΝΩ, Κέντρα Πρόληψης, ΟΚΑΝΑ), που πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Μάρτιο στον Πολυχώρο @ΡΟΥΦ.
Ανάρτηση από: http://ardin-rixi.gr