Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Μισθολογικές αμοιβές και νέο καθεστώς συλλογικών συμβάσεων*

Του Γιάννη Τόλιου

Βασική πηγή κερδοφορίας και πλουτισμού της Οικονομικής Ολιγαρχίας και γενικότερα της αστικής τάξης, είναι κυρίως οι κυβερνητικές αποφάσεις Εισοδηματικής Πολιτικής μισθών, συντάξεων και κοινωνικών δαπανών, οι κερδοσκοπικές χρηματιστηριακές και άλλες δραστηριότητες, καθώς και τα συστήματα οργάνωσης της εργασίας και οι αντιστάσεις του συνδικαλιστικού κινήματος. Στην δεκαετία της κρίσης και των Μνημονίων (τα οποία σημειωτέον τα ψήφισε όλα η ΝΔ), έγινε κυριολεκτικά η …«σφαγή των αμνών»! Τα εισοδήματα των μισθωτών, συνταξιούχων και λαϊκών στρωμάτων, υπέστησαν συντριβή. Ωστόσο και μετά την τυπική λήξη του Γ’ Μνημονίου (2018) και την ανάληψη διακυβέρνησης της χώρας από τη ΝΔ (2019) εφαρμόστηκε ουσιαστικά ίδια σκληρή νεοφιλελεύθερη πολιτική. Σύμφωνα με μελέτη του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, ενώ το 2009 ο μέσος ετήσιος μισθός σε όρους αγοραστικής δύναμης (22.107 €) αντιστοιχούσε στο 91,8% του μέσου ευρωπαϊκού (24.087 €), το 2019 η αναλογία αυτή μειώθηκε στο 61,2% (18.204 € στην Ελλάδα έναντι 29.738 € στην ΕΕ) και το 2024 ακόμα χαμηλότερα στο 59,1% (21.486 € στην Ελλάδα έναντι 36.382 στην ΕΕ).[1] Αλλά και το 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία της Έκθεσης Εργάνη,[2] η κατάσταση δεν αλλάζει αφού το 28,27 των εργαζόμενων είχε μικτές αποδοχές κάτω και γύρω από τα 880 ευρώ που είναι ο κατώτατος μισθός, ενώ το 8,23% έχουν μεικτό μισθό από 901-1000 € και το 24,29% είχε μεικτό μισθό από 1001-1200 €. Δηλ. κοντά στο 1,5 εκατομμύρια εργαζόμενοι (60,79%) είχαν μεικτό μισθό ως 1.200 €, από τους οποίους πρέπει να αφαιρεθούν οι ασφαλιστικές εισφορές ΕΦΚΑ (περίπου 15%) και ο αναλογούν φόρος (γύρω στο ίδιο ποσοστό), ώστε να προκύψει ο καθαρός μισθός!!

Σημαντικό ρόλο στην αύξηση της εκμετάλλευσης των εργαζόμενων, παίζουν οι εργασιακές ρυθμίσεις, τα εργασιακά δικαιώματα και η κατάσταση στο συνδικαλιστικό κίνημα.  Πριν από τα Μνημόνια υπογράφονταν Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΕΣΓΣΣΕ), ενώ η επεκτασιμότητα μιας σύμβασης στο σύνολο του κλάδου ήταν συχνό φαινόμενο. Οι κλαδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ) υπερίσχυαν των επιχειρησιακών, η 6μηνη μετενέργεια (αυτόματη επεκτασιμότητα) ήταν πλήρης και οι μονομερείς προσφυγές στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) αποτελούσαν όπλο πραγματικής προστασίας. Μετά το 2010 με την εφαρμογή των Μνημονίων και την κατάργηση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (Σ.Σ.Ε.), στον καθορισμό εργασιακών αμοιβών μεταξύ εργοδοτών-ΓΣΕΕ (για το ύψος του κατώτατου μισθού, κλίμακες εργασιακών αμοιβών, κ.ά.), ο καθορισμός τους γινόταν (από το 2012) με κυβερνητικές αποφάσεις, με αποτέλεσμα οι μισθοί και οι συντάξεις να μπουν σε τροχιά συρρίκνωσης σε σχέση με την αύξηση του ΑΕΠ και το ύψος πληθωρισμού. Από την άλλη οι νέες θεσμικές ρυθμίσεις και η γραφειοκρατική στάση της ηγεσίας της ΓΣΕΕ,[3] αποδυνάμωσαν και περιθωριοποίησαν σε μεγάλο βαθμό τα συνδικάτα, στη διεκδίκηση των δίκαιων αιτημάτων των μισθωτών, διευκολύνοντας αντικειμενικά την επιβολή αντεργατικών μέτρων στις αμοιβές, στις συνθήκες εργασίας, στα μέτρα υγιεινής και ασφάλειας στους χώρους εργασίας (θανατηφόρα ατυχήματα[4]), κ.ά. Σαν αποτέλεσμα, το ποσοστό κάλυψης των εργαζομένων με «Σ.Σ.Ε.», έφτασε στις αρχές του 2025 να είναι μόλις 10,6% (αρνητική πρωτιά στις χώρες της Ευρωζώνης), ενώ οι «επιχειρησιακές» κάλυπταν μόνο 5,65% των εργαζόμενων και οι «κλαδικές συλλογικές συμβάσεις» που κατοχυρώνουν υψηλότερες μισθολογικές αυξήσεις, ήταν μετρημένες στα δάκτυλα (το 2024 είχαν κηρυχθεί υποχρεωτικές μόνο 7).[5]

Το 2025 η κυβέρνηση αποφάσισε την επαναφορά των «Σ.Σ.Ε.» με πολλές… «προϋποθέσεις» που τελικά ήταν …κάτι σαν «δώρο - άδωρο».! Ειδικότερα οι προτάσεις που ανακοίνωσε δημόσια η υπουργός Κεραμέως, πλαισιωμένη από τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ Γιάννη Παναγόπουλο και τους εκπροσώπους των εργοδοτικών οργανώσεων (ΣΕΒ, ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ, ΣΕΤΕ, ΣΒΕ), ήταν σε μεγάλο βαθμό … «επικοινωνιακό τρικ». Με το νέο θεσμικό πλαίσιο, προβλέπονται ορισμένες οριακές βελτιώσεις, ενώ από την άλλη υπάρχουν ρυθμίσεις που αναιρούν κρίσιμα σημεία των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Ειδικότερα προβλέπεται χαμήλωμα του ποσοστού κάλυψης των εργαζομένων με ΣΣΕ από 50% στο 40%, ενώ σε περίπτωση κάλυψης κάτω του 40%, παρέχεται στη ΓΣΕΕ η αρμοδιότητα σύναψης ΣΣΕ με πρόσκληση διαπραγμάτευσης στα δύο μέρη. Επανέρχεται επίσης η «μετενέργεια» (αυτόματη επέκταση των ΣΣΕ) για όλους τους εργαζόμενους, με κατάργηση της σχετικής μνημονιακής ρύθμισης, αλλά η διάρκειά της δεν επανέρχεται στο εξάμηνο, αλλά παραμένει στο τρίμηνο!

Στην ουσία με το νέο καθεστώς δεν αποκαθίσταται η «Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας» (ΕΓΣΣΕ), ούτε η επεκτασιμότητα των κλαδικών συμβάσεων και το δικαίωμα μονομερούς προσφυγής των εργαζόμενων στον ΟΜΕΔ. Αποκαταστάθηκε ωστόσο το δικαίωμα της ΓΣΣΕ να αναμιγνύεται στις διαπραγματεύσεις για τις κλαδικές συμβάσεις (δυνατότητα συνυπογραφής με Ομοσπονδίες και κλαδικά συνδικάτα εφ’ όσον συμφωνούν), ενώ ταυτόχρονα αποκλείει τη ΓΣΕΕ να διεξάγει διαπραγματεύσεις για την ΕΓΣΣΕ.! Ουσιαστικά οι κλαδικές Σ.Σ.Ε. παραμένουν σε καθεστώς κατάργησης, εφόσον οι εργοδότες μπορούν να αρνούνται να τις υπογράψουν, ενώ οι εργαζόμενοι δεν έχουν δικαίωμα προσφυγής στη Διαιτησία ώστε να υποχρεώσουν τους εργοδότες να διαπραγματευτούν τη σύμβαση.! Ακόμα και σε περίπτωση μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία, προβλέπεται σύσταση 3μελούς επιτροπής από τεχνοκράτες που θα προβαίνει σε προέλεγχο των σχετικών αιτήσεων, η δε ισχύς της διαιτητικής απόφασης εξακολουθεί να αναστέλλεται μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης σε περίπτωση αγωγής.[6]

Ισχύουν επίσης σειρά εξαιρέσεων για τις επιχειρήσεις που δεν θέλουν να εφαρμόσουν μία «κλαδική» σύμβαση και μπορούν να εφαρμόσουν μία «επιχειρησιακή» με χειρότερους όρους, η οποία θα υπερισχύει της κλαδικής.! Τέλος ο κατώτατος μισθός, το ύψος του οποίου επηρεάζει το ύψος πολλών επιδομάτων και κλίμακες αμοιβών, εξακολουθεί να αποφασίζεται μονομερώς από την κυβέρνηση και δεν θα αποτελεί προϊόν διαπραγματεύσεων μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών στην υπογραφή Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας.[7] Κατά συνέπεια μεγάλο μέρος των εργαζόμενων, συνεχίζει να μην καλύπτεται από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, οι πραγματικοί μισθοί παραμένουν οι χαμηλότεροι σε επίπεδο ΕΕ, ενώ οι συνθήκες εργασίας επιδεινώνονται και θεμελιώδη εργασιακά δικαιώματα καταπατούνται! Όσο για τις διακηρύξεις ότι με το νέο θεσμικό πλαίσιο, oι ΣΣΕ θα καλύψουν σε βάθος χρόνου 80% των εργαζόμενων, είναι μία ακόμα κυβερνητική «μυθοπλασία», όταν μόλις το 10-20% των εργαζόμενων βρισκόταν το 2025 σε καθεστώς ΣΣΕ. Η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ (ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ), φέρουν σοβαρές ευθύνες διότι η συμφωνία στην ουσία συναινεί στη νεοφιλελεύθερη πολιτική της κυβέρνησης της ΝΔ. Κατά συνέπεια οι ενωτικοί αγώνες των εργαζόμενων αποτελούν το «θεμέλιο λίθο» στην υπεράσπιση και διεύρυνση των εργασιακών δικαιωμάτων.! 

(*) Βασικά σημεία του άρθρου δημοσιεύτηκαν στην «Εφημερίδα Συντακτών», 5/2/2026

Γ.Τ. 9/2/2026


[2]. Αναλυτικά, βλ. https://www.dnews.gr/, Publication date: 03/02/2026 07:06

[3]. Σύμφωνα με δημοσιεύματα (Real News, 8/2/2026, www.real.gr,) ο εργατοπατέρας και πρόεδρος της ΓΣΕΕ, Γιάννης Παναγόπουλος, έχει άμεση ανάμειξη στην κακοδιαχείριση 73 εκατ. €, εθνικών και κοινοτικών κονδυλίων, τα οποία αφορούσαν μορφωτικά και εκπαιδευτικά προγράμματα σε τρία ινστιτούτα/κέντρα επαγγελματικής κατάρτισης και εκπαίδευσης. Πρόκειται για το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ, το Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης-Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ και το Κέντρο Ανάπτυξης και Εκπαιδευτικής Πολιτικής της ΓΣΕΕ επικεφαλής των οποίων ήταν ο …«αιώνιος» (πάνω από 20ετία) πρόεδρος της ΓΣΕΕ, Γιάννης Παναγόπουλος!

[4]. Τα θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα σύμφωνα με την ΟΣΕΤΕ (Ομοσπονδία Συλλόγων Εργαζόμενων Τεχνικών Επιχειρήσεων), ανήλθαν σε 2025 σε 201 νεκρούς, ενώ 332 ήταν οι τραυματίες. Το 2024 ήταν αντίστοιχα 149 και 232, το 2023 σε 179 και 287, το 2022 σε 104 και 140, κλπ. (https://www.efsyn.gr, 27.1.2026). Η τραγική αυτή κατάσταση συνεχίζεται το 2026) με 14 νεκρούς και 18 σοβαρά τραυματίες τον Γενάρη 2026), λόγω υποβάθμισης των ελέγχων από την επιθεώρηση εργασίας, της εφαρμογής αντεργατικών πολιτικών, πχ. 13 ώρες εργασίας, απουσία συλλογικών συμβάσεων, κ.ά.

[5]. Σύμφωνα με το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, το 2024 βρίσκονταν εν ενεργεία 47 κλαδικές και ομοιο-επαγγελματικές ΣΣΕ (τοπικές και εθνικές) που κάλυπταν δυνητικά 711.500 εργαζόμενους ή το 28% του συνόλου του ιδιωτικού τομέα (περίπου 2,5 εκατ. άτομα). Αναλυτικά βλ. https://in.gr, Publication date: 06/11/2025

[6]. Αναλυτικά βλ. Τραυλός-Tζανετάτος Δημήτρης, «Συλλογικές Συμβάσεις. Η πραγματικότητα πίσω από τους πανηγυρισμούς», 03/12/2025, https://slpress.gr/oikonomia/,

[7]. Αναλυτικά, βλ. Δημήτρης Κατσορίδας, «Συμφωνία για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας: Ο κανόνας είναι ότι δεν υπάρχουν κανόνες», Εφημερίδα των Συντακτών, 5/12/2025

Ανάρτηση από: https://ytoliosblog.wordpress.com/