Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

Η Ουάσιγκτον αποσαφηνίζει τη θέση της για την Ελλάδα

Του Κώστα Ράπτη

Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά από το Μέγαρο Μαξίμου η συνάντηση που είχε το απόγευμα της Παρασκευής ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας με τον Αμερικανό πρεσβευτή στην Αθήνα David D. Pearce διεξήχθη σε καλό κλίμα.

Όπως αναφέρει η σχετική ανακοίνωση: “Ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπας εξέφρασε τις ευχαριστίες του για την τηλεφωνική επικοινωνία του Αμερικανού Προέδρου Barack Obama στη διάρκεια της οποίας τον συνεχάρη για την εκλογή του, για την έλευση του κλιμακίου εμπειρογνωμόνων του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών προκειμένου να ενημερωθούν για το οικονομικό πρόγραμμα της νέας ελληνικής κυβέρνησης, καθώς και για τη γενικότερη στάση της αμερικανικής κυβέρνησης. Ο Πρωθυπουργός περιέγραψε στον κ. Πιρς τη στρατηγική της νέας ελληνικής κυβέρνησης όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις, ενώ συζητήθηκαν οι εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, Κύπρο, Ουκρανία, Συρία, καθώς και για το ISIS. Εκφράστηκε η κοινή πεποίθηση ότι η Ελλάδα θα παραμείνει πυλώνας σταθερότητας σε ένα ασταθές περιβάλλον που αλλάζει”.

Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι ο Αμερικανός πρεσβευτής δεν μετέφερε κάτι διαφορετικό από ό,τι ανώτερο κυβερνητικό στέλεχος των ΗΠΑ ανέφερε, υπό τον όρο της ανωνυμίας, από προχθές στους δημοσιογράφους, ώστε να μην υπάρχουν παρανοήσεις.
Σε ερώτηση σχετικά με το αν ο Λευκός Οίκος έχει κάποιο μήνυμα προς την Angela Merkel και τους λοιπούς Ευρωπαίους ηγέτες, δεδομένης της πρόσφατης έκκλησης Obama για λιγότερη λιτότητα στην Ελλάδα, η απάντηση ήταν: “Υποστηρίζουμε τις προσπάθειες της Ευρώπης να τονώσει την ανάκαμψή της. Στην περίπτωση της Ελλάδας, πιστεύουμε ότι είναι πολύ σημαντικό το να συνεργασθεί η ελληνική κυβέρνηση με τους Ευρωπαίους εταίρους της και το ΔΝΤ. Αυτή τη συμβουλή της δώσαμε και ελπίζουμε ότι οι συνομιλίες εξελίσσονται τώρα με πνεύμα συνεργασίας και αμοιβαίας κατανόησης. Είμαστε υπέρ μιας ισχυρής Ευρώπης με ένα ισχυρό ευρώ και υπέρ της ακεραιότητας της ευρωζώνης”. Συνεπώς, το ισχυρότερο μήνυμα μοιάζει μάλλον να απευθύνεται προς την ελληνική πλευρά.

Ο ίδιος αξιωματούχος υπενθύμισε βέβαια ότι επί χρόνια η αμερικανική πλευρά υποστηρίζει στη G20 και τη G7 ότι χρειάζεται να δοθεί προτεραιότητα στην ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας – και μένει να φανεί ποιός είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να επιτευχθεί αυτό. Οι ΗΠΑ πάντως αισθάνονται ότι οι νομισματικές και δημοσιονομικές απαντήσεις τους στην κρίση έχουν φέρει καρπούς και συνεπώς υποστηρίζουν και όσους άλλους κινούνται προς την ίδια αναπτυξιακή κατεύθυνση.

Ούτως ή άλλως, πριν από την συνάντηση του Αμερικανού πρεσβευτή με τον Πρωθυπουργό εκδόθηκε, σε παραπλήσιο πνεύμα, ανακοίνωση της αμερικανικής πρεσβείας, σχετικά με τις προηγηθείσες συναντήσεις του κ. Pearce (και του αφιχθέντος στην Αθήνα βοηθού υφυπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ Daleep Singh) με σειρά μελών της ελληνικής κυβέρνησης, όπου αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι, κατά τη Ουάσιγκτον, η Ελλάδα “θα πρέπει να συνεχίσει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα την καταστήσουν πιο ελκυστική σε ξένες επενδύσεις και να ασκεί συνετή δημοσιονομική πολιτική, ώστε να μπορεί να τηρήσει τις διεθνείς υποχρεώσεις της και να επανέλθει στην ευημερία”. Προστίθεται δε πως: “οι Ηνωμένες Πολιτείες πιστεύουν ότι είναι πολύ σημαντικό η Ελληνική Κυβέρνηση να συνεργασθεί με τους Ευρωπαίους εταίρους της καθώς και με το ΔΝΤ” .

Η ανακοίνωση αυτή ερμηνεύθηκε ήδη ως ένα μεγάλο “άδειασμα”, σε σύγκριση με την πρόσφατη, ενθαρρυντική για την Αθήνα, συνέντευξη του Barack Obama στον Fareed Zakaria του CNN. Ωστόσο, μια τέτοια εκτίμηση ισχύει τόσο μόνο, όσο παρανοήθηκε η σημασία των προεδρικών δηλώσεων.

Στην πραγματικότητα, τόσο οι ανεπίσημες δηλώσεις όσο και η ανακοίνωση της πρεσβείας αναδεικνύουν με περισσότερη σαφήνεια τις “κόκκινες γραμμές”, που ούτως ή άλλως υπέκρυπταν οι "θερμές" δηλώσεις Obama.

Η πρώτη από τις “κόκκινες γραμμές” αφορά τις μεταρρυθμίσεις, στις οποίες αναφέρθηκε και ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος και που, όπως διαβάζουμε, δεν είναι μόνο “διοικητικές” αλλά και “διαρθρωτικές”, με στόχο την προσέλκυση επενδυτών.

Η δεύτερη, και σημαντικότερη, αφορά την αποφυγή ρήξης με την Ε.Ε. και το ΔΝΤ.

Η Ουάσιγκτον δεν έχει ανελαστικές απόψεις σχετικά με τα δημοσιονομικά περιθώρια που θα δοθούν στην Αθήνα – άλλωστε και ο τελευταίος προϋπολογισμός που εκπόνησε η κυβέρνηση Obama για τις ΗΠΑ διαφημίζεται ως απομάκρυνση από τη λιτότητα. Αυτό, όμως, που σίγουρα δεν επιθυμεί είναι οι μονομερείς ενέργειες και, πολύ περισσότερο, ένα Grexit.

Επιπλέον, η Αμερική δεν παύει να αντιμετωπίζει τη χώρα μας πρωτίστως ως ένα μέλος του ΝΑΤΟ, και μάλιστα σε κρίσιμη περιοχή, όπως επίσης μας υπενθύμισε η συνομιλία Τσίπρα-Pearce.

Το μήνυμα αυτό, με όλα τα επί μέρους σκέλη του, απευθύνει σταθερά η Ουάσιγκτον ήδη από των ημερών του Αντώνη Σαμαρά. Και σίγουρα θα το απευθύνει όλο και πιο καθαρά σε μια κυβέρνηση της οποίας ηγείται ένα κόμμα της Αριστεράς.

Το συμφέρον των ΗΠΑ, και μάλιστα σε μια συγκυρία στην οποία κλιμακώνεται η αντιπαράθεση με τη Ρωσία και εκκρεμεί η διαπραγμάτευση για την Διατλαντική Εταιρική Σχέση, επιβάλλει την επιβεβαίωση και στερέωση της ευρω-αμερικανικής σχέσης καθώς και την αποφυγή μεγάλων κλυδωνισμών στις αγορές. Σίγουρα κάτι τέτοιο δεν περνά από την συνολική αμφισβήτηση του τρόπου λειτουργίας και των πολιτικών συσχετισμών στην Ε.Ε.


Ανάρτηση από: www.capital.gr