Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

Τα λάθη που κάναμε στο Eurogroup

Του Δημήτρη Ψαράκη 
Από όλα όσα ακούμε για το τι συζητήθηκε μεταξύ Ελλήνων και Ευρωπαίων αξιωματούχων, έχω μείνει σε ένα σχόλιο που από τις διαρροές φαίνεται ότι επαναλαμβάνεται από όλους τους εταίρους με πολλαπλούς χαρακτηρισμούς και σε διαφορετικές αποχρώσεις κομψότητας. Ακούγεται  ότι απευθύνονται στην ελληνική κυβέρνηση με λέξεις όπως: «άσχετοι», «ερασιτέχνες», «ανίδεοι». Η επιτομή όλων αυτών είναι αυτό που λέει το Βερολίνο από την Τετάρτη, και πλέον σήμερα όλη η ΕΕ: «Μας κάνουν διαλέξεις οικονομικών και δεν μας δίνουν ένα κείμενο. Δεν ξέρουμε τι θέλουν οι Έλληνες». Εδώ πιστεύω ότι βρίσκεται το «ψωμί» της υπόθεσης.
Κάθε οργανισμός, προκειμένου να χειρίζεται τις δύσκολες στιγμές, αναπαράγει τις διαχειριστικές του κουλτούρες και τις πολιτικές του νόρμες. Φτιάχνει με τον χρόνο καθημερινότητες και τις επαναλαμβάνει. Αυτές οι νόρμες είναι πολύ σημαντικές γιατί επιτελούν μερικούς πολύ σημαντικούς στόχους, ιδίως όταν τα περιβάλλοντα είναι ανταγωνιστικά, πολυεθνικά και οριακώς παράξενα, σαν τα fora της ΕΕ.
Οι νόρμες επιτρέπουν τα ανταγωνιστικά μέρη να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή που βρίσκονται, τι επιδιώκουν, πώς πρέπει να μιλήσουν και τι να κάνουν μετά. Κυρίως όμως, όταν γίνεται μια πολιτική μάχη, όταν πρέπει να ληφθούν δύσκολες και επικίνδυνες αποφάσεις υπό τη πίεση χρόνου και γεγονότων, αυτές οι νόρμες είναι πολύ σημαντικές καθώς περιορίζουν το στρες των συμμετεχόντων, απομακρύνουν την πιθανότητα ρήξης και οδηγούν σε ηπιότερες λύσεις.
Μία η βασική νόρμα, όλα ξεκινούν με ένα κείμενο: Στα όργανα της Ένωσης αυτή η διαδικασία ξεκινά πάντα με ένα κείμενο. Καταρχάς συμφωνούν ποιος θα γράψει το κείμενο. Αυτό, για όσους ξέρουν από ΕΕ είναι μια οδυνηρή διαδικασία. Αυτός που γράφει το πρώτο κείμενο έχει πολλές δυνατότητες και πρωτοβουλίες. Για τον λόγο αυτό, σε ιδιαίτερα δύσκολα θέματα για την Ένωση, η επιλογή του «συντάκτη» ισοδυναμεί με μισή νίκη. Το κείμενο είναι η συνεισφορά αυτού που παίρνει την πρωτοβουλία.

Στη συνέχεια έχουμε τις τροπολογίες: Μόλις γραφτεί το κείμενο δίνεται στα ενδιαφερόμενα μέρη για να κάνουν τροπολογίες. Θυμάστε ότι μία από τις μικρές λέξεις των κειμένων που απορρίφτηκαν στο Eurogoup της Τετάρτης ήταν το ρήμα «amend». Στην Ένωση, όλα δουλεύουν με το «track changes» του Word. Τα amendments είναι σημαντικά γιατί με τα track changes στο βασικό κείμενο τα μέρη προτείνουν αλλαγές, διαγράφουν ή προσθέτουν πράγματα, επαναδιατυπώνουν κ.λπ.  Οι τροπολογίες είναι η συνεισφορά των άλλων μερών.
Μετά έχουμε τη σύνθεση συμβιβασμών: Έχοντας ο συντάκτης πάρει τις προτεινόμενες τροπολογίες από τα ενδιαφερόμενα μέρη, έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει άλλη μια φορά την κυρίαρχη θέση του στη διαδικασία. Συνδέει κατά το συμφέρον του τις τροπολογίες των ενδιαφερομένων μερών, και έχοντας στο μυαλό του το ενδιαφέρον όλων να διευκολυνθούν για να καταλήξουν σε συμφωνία, προτείνει τα compromises, τους συμβιβασμούς. Είναι πολύ σημαντικό την πρόταση του συμβιβασμού να τη γράφεις εσύ και όχι ο αντίπαλός σου.
Κοινό ανακοινωθέν: Έχοντας δώσει τους συμβιβασμούς που προτείνει, ο συντάκτης ξεκινά διαπραγματεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη. Είναι το σημείο που αν έχει κάτι να πει το λέει, εξηγεί, αναλύει, δείχνει, απαντά, πιέζει, δημιουργεί συμμαχίες, επιλέγει ποιον θα απομονώσει. Και κατά τις πέντε το πρωί, βγαίνει το κοινό ανακοινωθέν.
Τι έκανε στα Eurogroup η ελληνική κυβέρνηση; Δεν διαπραγματεύτηκε Τ Ι Π Ο Τ Α.  Γιατί;
Λάθος πρώτο: Καθώς ξεκίνησε επιθετικά και δεν γνώριζε κανείς τις προθέσεις της, η ελληνική κυβέρνηση με ευκολία που θα τη ζήλευε και η Γερμανία, πήρε χωρίς κόπο τη «σιωπηλή ανάθεση» να γράψει το κείμενο. Αντί να γράψει ένα 15σέλιδο και να πάει, έστειλε τον καθηγητή Βαρουφάκη να κάνει μια διάλεξη. Λες και τους νοιάζει τι θα πει. Λες και ο κ. Βαρουφάκης είναι καλύτερος και εμπειρότερος και πιο μορφωμένος Οικονομολόγος, από όλους αυτούς τους τριαντάρηδες με τα «γυαλάκια» που είναι μέσα στην αίθουσα, αλλά δεν τους δείχνει ποτέ η κάμερα. Το πρώτο λάθος είναι ότι με φλυαρίες, χάσαμε την ευκαιρία του κειμένου πάνω στο οποίο θα σύραμε σε τροπολογίες τους υπόλοιπους.
Λάθος δεύτερο: Μόλις άρχισαν να συνειδητοποιούν στο Eurogroup ότι αυτή η παράξενη καινούρια ελληνική κυβέρνηση δεν είναι παρά μια «μεγάλη σχολή μικρών τεχνασμάτων» εκμεταλλεύτηκαν την έλλειψη διάθεσης για κατάθεση κειμένου και υπέβαλαν στα γρήγορα δικό τους κείμενο. Πλέον η πρωτοβουλία ήταν στα χέρια τους. Ο Βαρουφάκης ή θα έμπαινε στη διαδικασία να υποβάλει εκείνος, και στα γρήγορα, τροπολογίες στο κείμενο, ή θα έκανε πως διαπραγματεύεται, αλλά στην ουσία θα απέρριπτε ότι και να του φέρνανε. Επέλεξε τη δεύτερη λύση στο τρίτο draft. Το λάθος δεν είναι ότι το απέρριψε, αλλά ότι δεν είπε: «Μάγκες, δικαίωμα… Θα επανέλθω με καινούριο κείμενο, δικό μου».
Λάθος τρίτο: Αν και είχε επιλέξει την κακή στρατηγική του να μην έχει κείμενο, και πάλι, το Eurogroup είχε παράξει τρία κείμενα, plus ένα ακόμα προσχέδιο συμφωνίας μέσα στο Σαββατοκύριακο. Στη χειρότερη, θα μπορούσε να κρατήσει αυτά τα τέσσερα κείμενα, και να ανακτήσει την πρωτοβουλία στη διαπραγμάτευση, προτείνοντας με κείμενο τους συμβιβασμούς που η Ελλάδα θα κατέθετε σαν βάση για νέο Eurogroup μέσα στη βδομάδα. Ούτε αυτό έκανε, με αποτέλεσμα να έρθει σε ακόμα χειρότερη θέση, όταν βγαίνει ο Dijsselbloem να λέει: «Πλέον αν η Ελλάδα δεν ζητήσει παράταση, τότε δεν έχω λόγο να κάνω Eurogroup τη Παρασκευή».
Πιστεύω πως αυτή είναι η ψύχραιμη εικόνα για το τι έγινε μέχρι τώρα και γιατί η Ελλάδα έχασε τρομακτικό έδαφος μέσα στις οχτώ συνολικά ώρες των δύο τελευταίων Eurogroup (άλλωστε η Ελλάδα πλέον δεν διαπραγματεύεται και τα Eurogroup δεν διαρκούν πολύ).
Σύμφωνα με όσα ξέρουμε μέχρι στιγμής, υπεύθυνο για το φιάσκο θεωρώ τον καθηγητή Βαρουφάκη. Με τη λάθος ανάγνωση του «παιγνίου», για να χρησιμοποιήσω και όρους από την ειδικότητά του, πήγε σε “chicken game”, και όχι σε “sequential game of multiple actors”.
Αυτό τον εγκλώβισε στη δική του πραγματικότητα, που τη ζει όπως και ο οδηγός στο chicken game. Πλέον, τρέχει με 200 χιλιόμετρα προς τον γκρεμό, αλλά μόνος του, και πλέον ή θα πρέπει να στρίψει πριν το τέλος και να κάνει «κωλοτούμπα» και ας τον πουν «κότα», ή να το φουντάρει το αμάξι στο κενό. Εγώ θα προτιμούσα να κάνει το πρώτο.
*Ο Δημήτρης Ψαρράκης είναι Οικονομολόγος. Σπούδασε Διεθνείς Σχέσεις και Χρηματοοικονομικά στο Harvard, καθώς και Ανάλυση Χρηματοοικονομικών Ρίσκων στα πανεπιστήμια Stanford και Columbia. Είναι αναλυτής διαχείρισης τραπεζικών κινδύνων στο Λουξεμβούργο και την Ολλανδία, ενώ κατά την περίοδο της κρίσης (2010-12) ήταν επιστημονικός συνεργάτης της Βουλής για θέματα οικονομικής πολιτικής.
Ανάρτηση από: