Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Προσοχή στο κενό μεταξύ συρμού κι αποβάθρας.


Του Κυκλοθυμικού

Δυστυχώς, όσο πιο βαθύς είναι ο πολιτικός αναλφαβητισμός, τόσο πιο μεγάλη είναι η ανάγκη από σύμβολα που πολύ εύκολα μπορούν να μετατραπούν σε μεσσίες.

Ζούμε άλλωστε στην εποχή που ο Σμαραγδής ταυτίστηκε με τον Καποδίστρια. Έπαιξε τόσο αριστοτεχνικά με τα συναισθήματα του κοινού, τους είπε τόσο ξεδιάντροπα όσα ήθελαν να ακούσουν που από ένας ψιλοαγνωστός σκηνοθέτης έγινε σε μια στιγμή το σύμβολο του πατριωτισμού, της ανόθευτης ιστορίας, των ιερών και των οσίων της χώρας. Οποιαδήποτε κριτική στην ταινία ή στο σενάριό του ήταν ανθελληνική προπαγάνδα και ρητορική μίσους κατά της χώρας μας. Πιστεύω πραγματικά ότι αν κατέβαζε κόμμα θα έμπαινε εύκολα στη Βουλή ακόμα κι αν η συντριπτική πλειοψηφία των ψηφοφόρων του δε θα ήξερε να σου πει άλλες 2 ταινίες του ή ακόμα χειρότερα αν τον λένε Γιάννη ή Γιώργο.

Και δε βγάζω την ουρά μου απ’ έξω. Είναι άλλο να διαβάζεις έναν ψυχρό αριθμό για 20 χιλιάδες νεκρά παιδιά στην Παλαιστίνη κι άλλο να ακούς την Χανούντ στην ταινία να ζητάει βοήθεια, να προσεύχεται, να κλαίει, να φοβάται. Για ένα παιδί κατέρρευσα περισσότερο από 20 χιλιάδες.

Είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης να κατανοεί, να επεξεργάζεται και να γενικεύει μια πληροφορία μέσα από σύμβολα. Δεν είναι τυχαίο ότι τα σύμβολα είναι τα πυρηνικά όπλα της επίκλησης στο συναίσθημα, διαχρονικά. Μέσα από σύμβολα έχει λειτουργήσει η τέχνη, η πολιτική προπαγάνδα, η διαφήμιση, το μάρκετινγκ. Έχουν πέσει πολλά δισεκατομμύρια στον σχηματισμό και στην εξάπλωση των συμβόλων.

Από μόνα τους τα σύμβολα δεν είναι ούτε κακά ούτε καλά. Ο τρόπος που επεξεργάζονται καθορίζει το αν θα έχουν ευεργετικό ή τοξικό αποτύπωμα σε ένα άτομο, μια κίνηση, μια κοινωνία. Κι αυτό εξαρτάται πρώτα και κύρια από το να έχεις μια συγκροτημένη ιδεολογία πριν αγγίξεις ένα σύμβολο. Ξέρω, στην εποχή του αδάμαστου αχαχαμπανισμού οι ιδεολογίες είναι κάτι ξεπερασμένο. Γιατί αν έχεις ιδεολογία δεν είσαι εύπλαστος κι η εποχή μας θέλει ευελιξία, να είσαι ικανός για τα πάντα, να μπορείς να δεχτείς τα πάντα, να συνηθίζεις τα πάντα. Νεοφιλελευθερισμός.

Πόσο εύκολα πετάμε δισεκατομμύρια τόνους ανθρώπινης σκέψης, ιστορίας και δράσης, χωρίς καν να τους ρίξουμε μια ματιά, χωρίς την παραμικρή αλληλεπίδραση με τα κύρια ιδεολογικά ρεύματα, γιατί, λέει, μας «εγκλωβίζουν» τα «στεγανά» τους και θέλουμε να ανακαλύψουμε τις μεγάλες αλήθειες μόνοι μας, μέχρι εκεί που φτάνει η κούτρα μας, μέχρι εκεί που καταλαβαίνουμε, κάθε νέα ζωή κι ένα reset στην ανθρώπινη σκέψη. Φαντάζεστε να το έκαναν αυτό οι επιστήμες. Ακόμα με βότανα θα ήμασταν θα πιστεύαμε ότι η γη είναι επίπεδη. Oh wait!

Και κάπου εδώ εμφανίζεται η Μαρία Καρυστιανού και το αδιανόητο μπέρδεμα μεταξύ συμβόλου κι ιδεολογίας και πολιτικής αντίληψης.

Οι άνθρωποι που βρίσκονταν στα μοιραία τρένα ήταν εκεί από μια τυχαία συγκυρία. Δεν θυσιάστηκαν για κάποια ιδέα, δεν ήταν μάρτυρες κάποιας πολιτικής δράσης, δεν συμμετείχαν σε μια παράτολμη φιλανθρωπική ενέργεια, δεν τα έβαλαν με κάποιο κατεστημένο, δεν προσπάθησαν να ρίξουν ένα καθεστώς ή να τα βάλουν με μια εγκληματική πολιτική οργάνωση. Κι αυτό είναι που δίνει και μια τρομακτική διάσταση στο γεγονός. Σχεδόν ο καθένας μας ή ο καθένας που αγαπάμε θα μπορούσε να είναι στην θέση τους. Θα μπορούσε να είναι ένας φεμινιστής κι ένας βιαστής, ένας μορφωμένος κι ένας αμόρφωτος, ένας όμορφος κι ένας άσχημος, ένας ομοφυλόφιλος κι ένας ομοφοβικός, ένας αναρχικός κι ένας ακροδεξιός, το πιο καλό παιδί και το χειρότερο καθίκι. Το ίδιο κι οι οικογένειες που κουβαλούσαν πίσω τους.

Όμως αυτό δεν είναι να μας μπερδεύει, ξεκάθαρα τα κάνει τα πράγματα. Δεν ήταν ένα ιδεολογικό έγκλημα, ήταν ένα τυφλό έγκλημα ενός συγκεκριμένου πολιτικού κι οικονομικού συστήματος που όπως τέλεια ειπώθηκε βάζει τα κέρδη πάνω από τις ζωές μας. Τα είδαμε και στην Πορτογαλία, τα είδαμε και στην Ισπανία, τα είχαμε δει και στην Αγγλία της Θάτσερ. Δεν είναι τοπικό πρόβλημα ο καπιταλισμός και συγγνώμη αν χαλάω την μικροπολιτική σπέκουλα.

Ακόμα και τώρα παρά το έγκλημα βλέπουμε πόσο επισφαλείς συνεχίζουν να είναι οι μεταφορές μέσα στην πόλη, τα ταξίδια με τρένα, με αεροπλάνα, με καράβια. Βλέπουμε την κατάσταση των δρόμων, των δημοσίων νοσοκομείων, των συνθηκών ζωής μας. Άρα δεν υπερασπιζόμαστε 57 Τσε Γκεβάρες, αλλά το πυρηνικό δικαίωμα ενός πολίτη να ζει σε μια κοινωνία που η ζωή του είναι το υπέρτατο αγαθό και που πρέπει να μπαίνει πάνω από κερδοσκοπικές πολιτικές μιας ελίτ.

Κι οι 57, αλλά κι όσοι επιβίωσαν βαριά σωματικά ή ψυχικά τραυματισμένοι; Ναι, οφείλουμε ως κοινωνία και για τη μνήμη τους και για την ηθική τους αποκατάσταση να υπάρξει διαφάνεια για το τι έγινε, να μην αφήσουμε να ξαναγίνει κάτι παρόμοιο, να υπάρξουν σκληρές συνέπειες σε ηθικούς και φυσικούς αυτουργούς του εγκλήματος και του μπαζώματος, να υπάρξει αποζημίωση κι ουσιαστική στήριξη στους επιζήσαντες, να φτάσει η δικαιοσύνη και στα ψηλότερα ράφια. Κι αν το αστικό κράτος θέλει –που θέλει- να συγκαλύψει να βρει απέναντι του έναν λαό που θα συγκρουστεί μαζί του. Μέχρι τέλους. Το οφείλουμε και στους συγγενείς τους. Το οφείλουμε στον Ασλανίδη, στον Παπαγγελή, στον Πλακιά, στον Ρούτσι, στον Βλάχο, στη Βασάρα, στην Καρυστιανού. Αυτό δεν αλλάζει ό,τι κόμμα κι αν ψηφίζουν, ό,τι ηθική κι αν έχουν, ό,τι χαρακτήρα κι αν έχουν. Η δικαιοσύνη δεν αποδίδεται με ιδιοσυγκρασιακά κριτήρια ούτε των θυτών ούτε των θυμάτων.

Κι εδώ έρχεται το κενό μεταξύ συρμού κι αποβάθρας.

Το κοινωνικό αίτημα να δικαιωθούν οι επιζώντες, οι συγγενείς κι η μνήμη των θυμάτων δε μετατρέπει αυτόματα τους συγγενείς ως πολιτικούς μεσσίες επειδή –ως ένα βαθμό δικαιολογημένα- έγιναν τα σύμβολα της κρατικής αδικίας κι αναλγησίας, επειδή είναι η πιο χειροπιαστή απόδειξη της τραγωδίας και της φρίκης που γεννάει ο καπιταλισμός και τα (γαμω)κέρδη του.

Μπορεί κάποιοι από τους γονείς αν δεν ήταν τα παιδιά τους μέσα να στήριζαν φουλ τον Μητσοτάκη και να υποστήριζαν τη συγκάλυψη για μικροπολιτικά προσωπικά κέρδη, μπορεί κάποιοι να ήταν τόσο θρησκόληπτοι που να θεωρούσαν ότι καλά έπαθαν οι 57 γιατί ποιος ξέρει τι αμαρτίες έκαναν στα καρναβάλια και τους τιμώρησε ο Θεός, μπορεί κάποιοι από τους γονείς ακόμα και μετά από αυτό που τους συνέβη να ειρωνεύονταν γενοκτονίες, μπορεί κάποιοι από τους γονείς να είχαν υποστηρίξει και να υποστηρίζουν ακόμα το κράτος ή το παρακράτος που άφησε άλλους γονείς χωρίς παιδιά. Καταλαβαίνουμε λίγο τον κίνδυνο που εμπεριέχεται στο να κάνουμε ένα τέτοιο λογικό άλμα; Καταλαβαίνουμε λίγο τι ιδεολογικός ακροβατισμός είναι αυτό; Καταλαβαίνουμε τι μπορεί να σημαίνει να γίνεται το σύμβολο πολιτικός παράγοντας με τόσο άκριτο τρόπο με μόνη πυξίδα το συναίσθημα;

Κι όχι, κλείνοντας, δε μου φταίει η Καρυστιανού. Αυτή ας κάνει ό,τι γουστάρει. Απελπισμένη είναι, βρήκε όλες τις πόρτες κλειστές, ζει σε μια κοινωνία που της σκότωσε το παιδί και την κλωτσάει να φύγει να μην τους ενοχλεί όσο ζητάει το δίκιο της. Ευάλωτη είναι σε μια κοινωνία γεμάτη αποτυχημένα κοράκια και καιροσκόπους που θέλουν να ρουφήξουν από την τραγωδίας της πολιτικές καριέρες.

Εμένα με ενοχλούμε εμείς που αντιλαμβανόμαστε ακόμα την πολιτική σαν μελό ταινία του 60. Που δε μπορούμε να κάνουμε μια πολιτική ανάλυση της προκοπής, που δε μπορούμε να φυτέψουμε έναν σπόρο σε ένα γόνιμο ιδεολογικό έδαφος, που δε μπορούμε να δούμε την πραγματικότητα μέσα από μια επιστημονική σκέψη. Εμείς θέλουμε μια Μάρθα Βούρτση, έναν Νίκο Ξανθόπουλο, έναν Μάνο Κατράκη, έναν Βασιλάκη Καΐλα να πετάνε έναν πύρινο λόγο στα μούτρα των δικαστών, να παίζει από πίσω μια μπανάλ μουσική, τυφλοί να βρίσκουν το φως τους με ένα θαύμα και στο τέλος όλοι μαζί να χορεύουν μπροστά στα σκαλιά της εκκλησίας ενώ πέφτουν οι τίτλοι του τέλους. Έτσι θα σκίζαμε τα μνημόνια, έτσι θα εκδικούμασταν το πολιτικό κατεστημένο που μας χρεοκόπησε, έτσι τώρα θα λύσουμε και το ζήτημα της μεταμνημονιακής παρακμής της χώρας σε φόντο επερχόμενου παγκόσμιου πολέμου.

Καλή μας τύχη.

Ανάρτηση από: https://www.facebook.com/kyklothymikos