Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Η κάθαρση μόνη της δεν αρκεί


Του Γιώργου Σαχίνη

Η χώρα θέλει βαθιά αλλαγή και όχι μόνο κάθαρση και τιμωρία των ενόχων

Το αίτημα της κάθαρσης είναι αναγκαίο. Αλλά δεν αρκεί. Η ελληνική κοινωνία δε βρίσκεται απλώς σε φάση δυσαρέσκειας, βρίσκεται σε κατάσταση ηθικής και θεσμικής κόπωσης, απόκλισης πλήρους από ένα σάπιο σύστημα που απλά αναπαράγει σχέσεις εξουσίας, αλλά αντίλογο προσώρας πειστικό δεν έχει. Από τις υποκλοπές και τα Τέμπη έως τον ΟΠΕΚΕΠΕ, από τις υποδομές που καταρρέουν μέχρι ένα κράτος που μοιάζει ανίκανο να προστατεύσει ακόμη και τον εναέριο χώρο του, το αίσθημα της ατιμωρησίας και της συγκάλυψης έχει μετατραπεί σε κοινό τόπο.

Η αίσθηση ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται όχι με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, αλλά την εξυπηρέτηση οργανωμένων συμφερόντων - ενίοτε και απλών “χορηγών” - έχει παγιωθεί. 

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το αίτημα για κάθαρση, δικαιοσύνη και τιμωρία των ενόχων δεν είναι απλώς εύλογο, είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικά νομιμοποιημένο. Και είναι ακριβώς αυτό το αίτημα που γεννά, ξανά και ξανά, νέες πολιτικές απόπειρες, κινήσεις, κόμματα που ακόμη δεν έχουν πλήρως γεννηθεί. Η κίνηση της Μαρίας Καρυστιανού αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό και ισχυρό σύμπτωμα αυτής της φάσης. 

Η Καρυστιανού ως σύμπτωμα, όχι ως αιτία 

Η Μαρία Καρυστιανού δεν αναδείχθηκε μέσα από κομματικούς μηχανισμούς. Αναδείχθηκε μέσα από μια εθνική τραγωδία. Στο πρόσωπό της συμπυκνώθηκε η κραυγή μιας κοινωνίας που αισθάνθηκε προδομένη από το σύνολο των θεσμών: τη Δικαιοσύνη, το κράτος, την πολιτική, τα Μέσα Ενημέρωσης. Το κύρος που απολαμβάνει δεν είναι πολιτικό, είναι ηθικό.

Και αυτό την καθιστά εξαιρετικά ισχυρή, αλλά ταυτόχρονα και εξαιρετικά ευάλωτη. Η απόφασή της να μετατρέψει τον αγώνα για δικαιοσύνη σε πολιτικό εγχείρημα δεν είναι ούτε παράλογη, ούτε πρωτοφανής. Ιστορικά, μεγάλες πολιτικές μετατοπίσεις γεννήθηκαν από τραύματα. Το ερώτημα δεν είναι αν δικαιούται να το επιχειρήσει - το δικαιούται απολύτως - αλλά αν το ίδιο το αίτημα της κάθαρσης αρκεί για να θεμελιώσει μια βιώσιμη πολιτική πρόταση διακυβέρνησης. 

Το όριο του «ούτε δεξιά ούτε αριστερά»

Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Συχνά λέγεται ότι η διάκριση ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά έχει ξεθωριάσει, ότι δε λέει πια πολλά για την πραγματικότητα. Υπάρχουν πράγματι σοβαροί λόγοι γι’ αυτή τη διαπίστωση - και σε μεγάλο βαθμό είναι αληθής. Το ουσιαστικό στοιχείο βρίσκεται αλλού: στο ότι αυτό που ιστορικά ονομάστηκε Αριστερά ενσωματώθηκε, πρώτον, οργανικά στο μεταπολιτευτικό πολιτικό και κοινωνικό συμβόλαιο, αποδεχόμενη ένα κυρίαρχο πλαίσιο. Δεύτερον, επί ΠΑΣΟΚ, εντάχθηκαν στο πολιτικό σύστημα τμήματα και δομές που για δεκαετίες βρίσκονταν εκτός της επίσημης πολιτικής διαδικασίας. Και τρίτον - και καθοριστικότερο - με την εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ, ο όρος “Αριστερά” υπέστη βαθιά φθορά, όταν ως κυβέρνηση όχι μόνο δεν κατάργησε τα μνημόνια, αλλά ψήφισε, μαζί με τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις, το τρίτο και επαχθέστερο απ’ όλα.

Θα αρκούσαν όλα αυτά για να εξηγηθεί το ξεθώριασμα της αντίθεσης Δεξιάς-Αριστεράς; Ίσως ναι. Όμως υπάρχει και κάτι ακόμη, εξαιρετικά σοβαρό: η ιστορική ήττα και η χρεωκοπία του λεγόμενου “υπαρκτού σοσιαλισμού”, καθώς και η μαζική μεταπήδηση πρώην “κομμουνιστών” σε καθεστώτα ολιγαρχών και ένθερμων υποστηρικτών του καπιταλισμού στη νεοφιλελέ εκδοχή του. Αυτή η διεθνής επικράτηση ενός ολιγαρχικού συστήματος κέρδους με ή χωρίς “εκλόγιμες μοναρχίες”, σε μια τεράστια γεωγραφική περιοχή και χωρίς ουσιαστική αντίσταση, επέτεινε τη σύγχυση, αν όχι την κρίση, ολόκληρου του λεγόμενου αριστερού κόσμου - ιδεολογικά, πολιτικά και ηθικά. 

Κι όμως, αυτή η χρεωκοπία και αυτό το ξεθώριασμα δεν μπορούν να αποκρύψουν μια θεμελιώδη πραγματικότητα: σε κάθε χώρα - και γενικότερα, σε κάθε κοινωνία - υπάρχουν πάντοτε δύο “όχθες”. Όσο κι αν θολώνει το παλιό σχήμα Δεξιά/Αριστερά, οι κοινωνίες εξακολουθούν να χωρίζονται σε δύο πλευρές, κυρίως με όρους δύναμης και ισχύος, όχι απλώς ιδεολογίας. Η μία όχθη ανήκει σε εκείνους που κατέχουν εξουσία: κεφάλαιο, μέσα επιρροής, θεσμούς, δίκτυα, πρόσβαση. Είναι η όχθη του συστήματος, με τη δική της γλώσσα, τη δική της στρατηγική κάθε φορά και τα ιδιαίτερα - συχνά “εθνικά” - χαρακτηριστικά της. 

Απέναντί της στέκει η άλλη όχθη: πλατύτερη, μαζικότερη, αλλά σήμερα σε μεγάλο βαθμό ακαθόριστη. Είναι ο λαός, τα ενδιάμεσα στρώματα, οι εργαζόμενοι, οι αποκλεισμένοι. Εκείνοι που άλλοτε επένδυσαν την ελπίδα τους σε συλλογικά οράματα και άλλοτε την είδαν να συντρίβεται σε ήττες και διαψεύσεις. Πρόκειται για μια όχθη μαζική αλλά ρευστή, πολυφωνική, κατακερματισμένη από μηχανισμούς χειραγώγησης και ελέγχου, γενικά ασυντόνιστη. Παρά τα σκιρτήματά της, δεν έχει ακόμη βρει σταθερή φωνή, μόνιμη πολιτική έκφραση. Δε συγκροτείται σε ένα εθνικοκοινωνικό μέτωπο. Δε συγκροτεί, ακόμη, ένα νέο, δυναμικό “Εμείς”. 

Διαφορετική οπτική από κάθε όχθη

Η μεταφορά των δύο όχθεων δεν είναι τυχαία. Άλλωστε και οι ίδιοι οι όροι “Δεξιά” και “Αριστερά” προέκυψαν από τη χωροθέτηση των εκπροσώπων πραγματικών κοινωνικών αντιμαχόμενων δυνάμεων στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση του 1789. Άλλοι κάθισαν δεξιά, άλλοι αριστερά. Το περιεχόμενο των όρων δεν ήταν αφηρημένο, καθοριζόταν από τη θέση τους στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή. Η σημερινή μεταβιομηχανική και μετανεωτερική ρευστοποίηση ιδεολογιών και ταυτοτήτων οδήγησε στο ξεθώριασμα των λέξεων - όχι όμως στην κατάργηση των πραγματικών κοινωνικών πόλων. 

Η μεταφορά έχει όμως και έναν ακόμη κρίσιμο όρο: το ποτάμι που κυλά ανάμεσα στις δύο όχθες. Το ποτάμι είναι ο χρόνος, η ιστορία, η ταξική πάλη, η οικονομία και οι αναδιαρθρώσεις της, ο πολιτισμός που ρέει. Όλα αυτά συγκροτούν την κοίτη μέσα στην οποία συνυπάρχουν και αντιπαρατίθενται οι δύο όχθες, αναδιαμορφώνοντάς τες διαρκώς. 

Έτσι, οι σχέσεις που διαπερνούν έναν κοινωνικό σχηματισμό γίνονται όλο και πιο σύνθετες, πιο διαλεκτικές και ταυτόχρονα πιο αντιθετικές. Η ίδια η έννοια της “χώρας” είναι μια τέτοια σχέση - τόσο προς τον εαυτό της όσο και προς το διεθνές περιβάλλον. Οι δύο όχθες συνδέονται, αλλά δε σχετίζονται με τον ίδιο τρόπο με τη διεθνή οικονομία, τις προβολές ισχύος, τις σχέσεις κυριαρχίας και τις μεταπρατικές εξαρτήσεις. Σε μια εξαρτημένη χώρα, η κυρίαρχη όχθη υπηρετεί ξένα συμφέροντα, αυτοεξυπηρετείται, πλουτίζει και ταυτόχρονα νομιμοποιεί την εξάρτηση μέσα από ιδεολογικά σχήματα. 
Το τρίπτυχο “εξάρτηση- εκμετάλλευση- πόλεμος”, που διατρέχει σαν κόκκινη κλωστή τη σύγχρονη ελληνική ιστορία, δεν αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο από τις δύο όχθες. Το ίδιο ισχύει και για την εθνική, κοινωνική και ατομική ελευθερία. 

Η ρητορική του “ούτε δεξιά ούτε αριστερά”, όσο ελκυστική κι αν ακούγεται σε μια κοινωνία κουρασμένη και απογοητευμένη από τα κόμματα, έχει αποδειχθεί ιστορικά πολιτικά αδιέξοδη. Δεν υπάρχει διακυβέρνηση χωρίς κατεύθυνση. Δεν υπάρχει κράτος χωρίς επιλογές. Και δεν υπάρχει πολιτική χωρίς συγκρούσεις. Όταν ένα πολιτικό εγχείρημα αρνείται να απαντήσει στο ερώτημα “προς τα πού;” - οικονομικά, κοινωνικά, γεωπολιτικά - κινδυνεύει είτε να απορροφηθεί από το υπάρχον σύστημα είτε να μετατραπεί σε όχημα ετερόκλητων και συχνά αντιφατικών συμφερόντων. Η ιστορία βρίθει κινημάτων που ξεκίνησαν ως ηθικές εξεγέρσεις και κατέληξαν είτε στην ασημαντότητα είτε σε αυταρχικές εκδοχές “κάθαρσης”.
Δείτε ένα ποτάμι: ποια είναι η αριστερή και ποια η δεξιά όχθη; Και θυμηθείτε τον Μπόρχες: «Το ποτάμι που κυλά δεν είναι το ίδιο ποτάμι· κι ο άνθρωπος που το κοιτάζει δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος». Όλα αλλάζουν. Τα πάντα ρει. Η πραγματικότητα δεν παγώνει. Ο χρόνος και η ιστορία δρουν. Και ακριβώς γι’ αυτό, μπορούμε - και οφείλουμε - να φανταστούμε έναν άλλον ορίζοντα για τη χώρα μας.

Το νέο πολιτικό εγχείρημα και η Μαρία Καρυστιανού 

Με το ξεκίνημα της νέας χρονιάς, η Μαρία Καρυστιανού με μια συνέντευξη έκανε κάτι απλό: επισημοποίησε την παρουσία της στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό. Ανήγγειλε την εμπλοκή της στην πολιτική και την κάθοδό της και στις εκλογές, δεν είναι τα ίδια πράγματα αυτά. Μίλησε ως κεντρική πολιτική φυσιογνωμία και κατάσταση. Θορύβησε το πολιτικό σύστημα πολλαπλά. Όχι γιατί δεν το ήξεραν ή δεν το υπολόγιζαν, αλλά γιατί γνωρίζουν ότι υπάρχει μια μεγάλη τάση μέσα στην κοινωνία. 
Από την άλλη να είναι σαφές, ποτέ ο λαός και η κοινωνία δεν απελευθερώθηκαν από μάγους, θεόπεμπτους άγιους ή καθαρτήριες δυνάμεις. 

Τα κόμματα που χρωστάνε της Μιχαλούς και οδήγησαν παντοιοτρόπως την Ελλάδα σε χρεωκοπία ανησυχούν μήπως συσταθεί νέο κόμμα, χειρότερο από δαύτα... Είναι και διασκεδαστικό και εξοργιστικό αυτό που παρακολουθούμε: στελέχη της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, που κατέστρεψαν τη χώρα και χρωστάνε περίπου 1 δισ. ευρώ, χαρακτηρίζουν έναν πολιτικό σχηματισμό που δεν έχει ακόμα συσταθεί «σκορποχώρι», «χωρίς ιδεολογικό προσανατολισμό», «ψεκασμένο» και άκρο των άκρων. Αν έχουν πρόβλημα μαζί σου αυτοί που δημιούργησαν τα μεγαλύτερα προβλήματα, ίσως και να βοηθήσεις την πατρίδα.

Κι από κοντά ο ΣΥΡΙΖΑ με τις παραφυάδες του, η ροζουλί, νατοϊκή και νεο-μετα κι άλλα πολλά παγκοσμιοποιητική Αριστερά, που πέρναγε από Τσίπρα σε Κασσελάκη και μετά σε άλλους περαστικούς, που έχει γίνει παντοιοτρόπως ρεζίλι. Λησμονεί, μάλλον, το “όχι που αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του ναι”, το 3ο μνημόνιο που πάντως στην όχθη των προνομιούχων δεν κόστισε, ενώ την απέναντι όχθη κόντεψε να την εξαφανίσει για να αφήσει το “μαξιλάρι” όντως των 37 δισ. ευρώ, προς όφελος όμως όχι των πολλών, και τη Συμφωνία των Πρεσπών για χάρη των Αμερικανών επί Μπάιντεν και μόνο. Το ΚΚΕ, που εδώ και έναν αιώνα ψάχνει “τις ώριμες συνθήκες” αλλά μετά το 1990 προτιμάει να επιβιώνει η στρατηγική του “σκαντζόχοιρου” ως την “επιφοίτηση των καιρών για μια άλλη κοινωνία”, παρότι με μια άλλη εντελώς διαφορετική από όλους τους άλλους πολιτική, ακόμη κι αυτό, φαίνεται να νιώθει την... καυτή ανάσα του χρόνου και ξεσπά στην Καρυστιανού, προσπαθώντας να κερδίσει λίγο χρόνο ακόμα, “προφητεύοντας” ξανά το “εγώ σας τα έλεγα”... ως αιτιολόγηση όμως τελικά της “ακινησίας” του, σε μια κοινωνία που θα έπρεπε να “φλέγεται”. 

Τα παραπάνω δε σημαίνουν ότι χρωστάμε ψήφο σε οποιοδήποτε κόμμα ή πρόσωπο. Η προτίμηση θα κριθεί από τις πράξεις, τις διακηρύξεις, το πρόγραμμα και - πάνω απ’ όλα - από τα πρόσωπα που θα το στελεχώσουν. Παρ’ όλα αυτά, ένα καλό στην Ελλάδα μπορεί να το κάνει: η παρουσία του στα κοινά ενδέχεται να αποδυναμώσει τα πολιτικά χτικιά που αρρωσταίνουν το έθνος, την κοινωνία και το απαλλοτριωμένο κράτος της και απειλούν την επιβίωσή του.

Το πραγματικό διακύβευμα: νέα μεταπολίτευση ή νέος κύκλος απογοήτευσης; 

Η Ελλάδα δε χρειάζεται ένα κόμμα, κίνημα ή κίνηση ή πρωτοβουλία του θυμού. Χρειάζεται το κόμμα, το μέτωπο, την πρωτοβουλία - μικρή σημασία έχουν οι λέξεις - της νέας μεταπολίτευσης. Ένα πολιτικό σχέδιο που να ενσωματώνει το αίτημα της κάθαρσης, αλλά να το υπερβαίνει. Που να μιλά για κοινωνικό συμβόλαιο, για ανισότητες, για παραγωγική ανασυγκρότηση, για δημοκρατικό έλεγχο της εξουσίας. Αν το νέο πολιτικό εγχείρημα περιοριστεί στην τιμωρία, θα εξαντληθεί. Αν όμως καταφέρει να μετατρέψει την οργή σε σχέδιο, τότε μπορεί να αποτελέσει πραγματικό ιστορικό γεγονός. 

Η δημόσια παρουσία και οι αναφορές της Μαρίας Καρυστιανού δείχνουν ότι το εγχείρημα δεν είναι απλώς προσωπικό, αλλά απαιτεί βαθιά ανάλυση και αξιολόγηση. Το ηγετικό υλικό της Καρυστιανού - δηλαδή η ηθική της φυσιογνωμία, η σταθερότητα και η ικανότητα να αντέχει στον δημόσιο διάλογο - προσφέρει ισχυρό υπόβαθρο.

Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει: θα αρκεί μόνο η ηθική ισχύς ενός προσώπου για να θεμελιωθεί ένα βιώσιμο πολιτικό σχέδιο; 

Πριν ένας νέος πολιτικός φορέας διεκδικήσει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας, δεν αρκεί η συγκίνηση, τα γενικόλογα “αξίες” ή η αίσθηση δικαίωσης. Είναι αναγκαίο να τεθεί υπό αυστηρό έλεγχο η σοβαρότητα και η ετοιμότητα του εγχειρήματος, σε εθνικό, κοινωνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Το εγχείρημα Καρυστιανού είναι μια τάση της κοινωνίας, όχι λευκή επιταγή, οφείλει να αποδείξει ότι μπορεί να μετατρέψει τη συλλογική οργή σε σχέδιο. 

Επίλογος 

Υπό προϋποθέσεις ανοικτός ορίζοντας 

Η ελληνική κοινωνία παραμένει συμπιεσμένη με αγωνία και ερωτήματα από την πολλές φορές άχρηστη υπερπληροφόρηση, αλλά έτοιμη να αναζητήσει νέους δρόμους. Το νέο πολιτικό εγχείρημα δεν είναι μόνον προσωπικό στοίχημα, είναι η αντανάκλαση μιας κοινωνικής δυναμικής που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Ο χώρος που ανοίγεται στην Καρυστιανού δεν είναι δεδομένος. Είναι υπό προϋποθέσεις: αν καταφέρει να συνδέσει ηθική φυσιογνωμία με πολιτικό σχέδιο, αν μετατρέψει την οργή σε πρόγραμμα, αν ενοποιήσει τα ρευστά στρώματα της κοινωνίας σε μια συνεκτική πρόταση. 

Η ηγετική φυσιογνωμία της Καρυστιανού - το ηθικό και σταθερό υπόβαθρο της προσωπικότητάς της - αποτελεί ένα γερό υλικό υπόβασης κι ας το αποκαλούν απλοϊκό κι όχι υπερπολιτικό, ίσως ο κόσμος μπούχτισε από τη στείρα έως καταστροφική αποτελεσμάτων υπερπολιτική και θέλει τα απλά, δικαιοσύνη για όλους σε όλα, αλήθεια, ισοπολιτεία, κράτος κυρίαρχο, δημόσιο χώρο και δημόσια ευθύνη. Η κοινωνία παρακολουθεί, αξιολογεί και περιμένει. Δε δίνει λευκή επιταγή, αλλά αφήνει ανοιχτό το πεδίο στην πράξη.

Το εκκολαπτόμενο εγχείρημα μπορεί να αποτελέσει ιστορική στιγμή ή να μείνει μια τάση που θα παρατηρείται ως ανεκπλήρωτη ελπίδα. Η επιλογή ανήκει στο ίδιο το εγχείρημα και στην κοινωνία. Η Ελλάδα, ποταμός-θάλασσα αιώνων, κυλά ανάμεσα σε δύο όχθες. Η μία είναι η όχθη της απογοήτευσης, της παθητικής αποδοχής της ανικανότητας και της αναποτελεσματικότητας. Η άλλη είναι η όχθη της προσδοκίας, της αμφισβήτησης, της επιθυμίας για νέα πορεία. Το πολιτικό εγχείρημα που ακούει προσώρας στο όνομα της Μαρίας Καρυστιανού γεννιέται εκεί, ανάμεσα στις δύο όχθες, ως η εκδήλωση μιας τάσης που υπήρχε ήδη μέσα στην κοινωνία, η τάση να σπάσει ο κύκλος της παρακμής, να αναζητηθεί μια νέα μορφή πολιτικής παρουσίας που δεν ταυτίζεται με τις παλιές ή τις φθαρμένες ταυτότητες.

Δεν πρόκειται για λευκή επιταγή. Η Καρυστιανού δεν μπορεί να έρχεται ως μάντισσα, ούτε ως σωτήρας. Η φυσιογνωμία της, με την ηθική και ψυχολογική της βαρύτητα, είναι ένα γερό υλικό υποβάθρου: ένας χαρακτήρας που διαθέτει προσωπικότητα, αντοχή και συνείδηση των ευθυνών, του προσωπικού στραπάτσου που έχει υποστεί και της πολεμικής επί 3ετία πριν καν μιλήσει για πολιτική εμπλοκή. Αυτή τη δήλωση “μετάνοιας”, που να αποκλείει ένα τέτοιο ενδεχόμενο πολιτικής ανάμειξης (τι ειρωνεία αλήθεια για το σήμερα), της έθεταν από την πρώτη στιγμή, όταν μιλούσε για την τραγωδία της συγκάλυψης των αιτιών για τους 57 των Τεμπών, όσοι σήμερα την ψέγουν ότι μπέρδεψε την τραγωδία με την πολιτική, τρία χρόνια μετά... Αν απλά είχαν όφελος οι ίδιοι από αυτή, τότε όλα θα ήταν καλά... Αλλά το αν αυτό αρκεί για να στηρίξει ένα εγχείρημα που φιλοδοξεί να αλλάξει την Ελλάδα μένει ανοιχτό. Η κοινωνία, που ήδη έχει συνηθίσει σε προσωρινά, εύθραυστα και φαντασιακά πρότυπα, παρακολουθεί με προσοχή και με κριτικό βλέμμα, έτοιμη να αξιολογήσει την ουσία πίσω από τις λέξεις, την ικανότητα πίσω από την παρουσία και τη συνέπεια πίσω από τις προθέσεις.

Η τάση που εκφράζει η Καρυστιανού δεν είναι αποτέλεσμα προσωπικής επιβολής, είναι η αντανάκλαση ενός συλλογικού αιτήματος για διαφάνεια, λογοδοσία και πραγματική κοινωνική συμμετοχή. Είναι η απαίτηση να μετατραπεί η οργή σε σχέδιο, η απογοήτευση σε πράξη, η κούραση σε δημιουργική ενέργεια. Αν όμως η ηγετική προσωπικότητα δεν επαρκεί, αν το ηθικό και κοινωνικό της βάρος δε συνοδευτεί από πράξεις και θεσμική ωριμότητα, τότε η τάση κινδυνεύει να παραμείνει απλώς ένα όνειρο ανάμεσα στις όχθες ή στη χειρότερη, να συντριβεί στα βράχια τους.

Η κοινωνία, όπως πάντα, θα αποφασίσει στο τέλος. Οι δύο όχθες συνεχίζουν να υπάρχουν: η μία κρατά τα παλιά, τα φθαρμένα, τα άλυτα προβλήματα, η άλλη ανοίγει την προοπτική για μια νέα μεταπολίτευση, όχι με διακηρύξεις, αλλά με έργα και συνέπεια. Το νέο πολιτικό εγχείρημα, μέσα από την κοινωνική πίεση που το δημιούργησε και την ηγετική φυσιογνωμία που το εκφράζει προσώρας, μπορεί να αποτελέσει τον καταλύτη αυτής της μετάβασης - υπό την προϋπόθεση ότι δε θα υποκύψει στην εύκολη ικανοποίηση του θυμού, του αυτοθαυμασμού, αλλά θα επιβεβαιώσει την τάση που εκπροσωπεί μέσα από την πράξη και τον κοινωνικό έλεγχο. 

Η ιστορία δε θα συγχωρήσει εύκολα ούτε την αδράνεια, ούτε τις μεγαλοστομίες. Αλλά, για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, ένας κόμβος πολιτικής, ένας φορέας με σαφές κοινωνικό αίτημα, ένα εγχείρημα που συνδέει ηθικό βάρος, προσωπικότητα και κοινωνική τάση, ενδέχεται να εμφανίζεται στο προσκήνιο. Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: αν αυτό το υλικό υποβάθρου - η φυσιογνωμία της Καρυστιανού - επαρκεί για να κρατήσει σταθερό το “καράβι” στις ταραγμένες όχθες της ελληνικής πολιτικής, ή αν θα χρειαστεί την πλήρη συνδρομή της κοινωνίας για να γίνει πραγματική ιστορία, αν και εφόσον την πείθει τελικά την κοινωνία αυτή. 

Στο μεταξύ, η τάση υπάρχει, δυνατή και ανοιχτή, σαν ποτάμι που πιέζει για διέξοδο, και η κοινωνία συνεχίζει να παρακολουθεί, να ζυγίζει, να περιμένει. Το εγχείρημα Καρυστιανού δεν είναι πλέον μόνο προσωπικό κι ας εμφανίζεται από πολλούς ως τέτοιο, είναι η εκδήλωση μιας συλλογικής αναζήτησης, η οποία, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να ανοίξει νέους δρόμους στην ελληνική πολιτική ζωή - δρόμους που μέχρι σήμερα παρέμεναν ανοιχτοί μόνο ως υποσχέσεις. Ανάλογα εγχειρήματα υπό τις ίδιες προϋποθέσεις έχουν ομοίως χώρο, η κοινωνία αυτό αποζητά και αυτή στο τέλος είναι που θα κρίνει και σωστό ή λάθος θα πάρει και την ευθύνη της... Είναι κι αυτή η ρήση, δεν έχω υπόψη μου ποιος την έχει διατυπώσει αλλά συγκυριακά “κουμπώνει” γάντι στις υπάρχουσες εξελίξεις και είναι αναφορά προς όλους τους ενδιαφερόμενους, εμπλεκόμενους, επικριτές και υμνητές: «Η αληθινή αξιοπρέπεια είναι σαν το ποτάμι: όσο πιο βαθύ είναι, τόσο λιγότερο θόρυβο βγάζει»... 

Ανάρτηση από: https://www.neakriti.gr/

Ευχαριστώ τον φίλο Χρήστο Κ.