Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2022

Λαϊκισμός και Εξουσία

Του Γεράσιμου Δεληβοριά

Τόμας Φράνκ: «Λαός χωρίς εξουσία Μια σύντομη ιστορία του αντιλαϊκισμού» Εκδόσεις «Εκκρεμές». Μετάφραση: Αντώνης Γαλανάκης. Πρόλογος: Γιάννης Σταυρακάκης

--------------------

Δεκέμβριος 1990. Στον κινηματογράφο «Λουϊζα» είναι συγκεντρωμένοι γονείς και κηδεμόνες μαθητών Λυκείων και Γυμνασίων του Δήμου Βύρωνα, ύστερα από πρόσκληση της Δημοτικής Αρχής, για να συζητήσουν πάνω στο πρόβλημα που δημιούργησαν οι ανόητες επιλογές του τότε υπουργού της Παιδείας. Επιλογές που ξεσήκωσαν τους μαθητές, οδήγησαν στην μεγαλύτερη αναστάτωση στον χώρο της Παιδείας από το 1974, με καταλήψεις σχολείων, διαδηλώσεις και ταραχές. Παρόντες και δύο Σύμβουλοι από το Υπ. Παιδείας.

 Καθώς η συζήτηση γενικεύεται και αγγίζει και την κατάσταση της Μέσης εκπαίδευσης, ένας εκπρόσωπος συλλόγου γονέων, απευθυνόμενος στους Συμβούλους λεέι: «Δώστε στους συλλόγους γονέων τα χρήματα που αναλογούν από τον προϋπολογισμό για κάθε σχολείο και να είστε σίγουρος πως εμείς, ο σύλλογος θα φτιάξουμε ένα σχολείο που να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εποχής, θα προάγει την μόρφωση και την καλλιέργεια των παιδιών μας».

 Η απάντηση του κ. Συμβούλου ήταν: «Λαϊκίζεται κύριε...»

 Ο «λαϊκισμός» σαν ορισμός και σαν πρακτική, γεννήθηκε στις ΗΠΑ, την πατρίδα του Τόμας Φράνκ τον Μάϊο του 1891. Εμπνευστές του ονόματος ήταν κυρίως οργισμένοι αγρότες στο Κάνσας και σε άλλες πολιτείες που αναζητούσαν μια καινούργια πολιτική έκφραση, καθώς το παρηκμασμένο δικομματικό πολιτικό σύστημα τους κρατούσε στο περιθώριο και την οικονομική μιζέρια. Σύνθημα τους ήταν τα λόγια του Τζέφερσον: «Ίσα δικαιώματα για όλους, ειδικά προνόμια για κανέναν». Πρόθεση τους ήταν να επαναφέρουν «μια κυβέρνηση του Λαού, από τον Λαό, για τον Λαό» γιαυτό και το καινούργιο κόμμα το βάφτισαν Λαϊκό και τους εαυτούς τους «λαϊκιστές».

 Ο όρος έγινε πολύ δημοφιλής, το νέο κόμμα απέκτησε οπαδούς και εφημερίδες που το υποστήριζαν. Σ’ αυτές το Λαϊκό Κόμμα κατήγγειλε την φτώχεια, το αβάσταχτο χρέος, το μονοπώλιο και την διαφθορά, ενώ παρουσιάζονταν μια λίστα από μεταρρυθμίσεις σχεδιασμένες για να πάρουν την εξουσία από τους «πλουτοκράτες». «Οι δυνάμεις της εργασίας ύψωσαν το ανάστημα τους» διακήρρυσε η εφημερίδα Nonconformist και «τα αιτήματα των εργαζομένων για το δίκαιο και την δικαιοσύνη αποκρυσταλλώθηκαν σε ένα ισχυρό νέο κόμμα».

 Ο λαϊκισμός λοιπόν, σύμφωνα με τον Φράνκ, «ήταν μια από τις πρώτες μεγάλες πολιτικές προσπάθειες να δαμαστεί το καπιταλιστικό σύστημα. Μέχρι τότε, οι κυρίαρχοι πολιτικοί στην Αμερική πίστευαν ότι οι νικητές της κοινωνίας κέρδιζαν γιατί ήταν καλύτεροι άνθρωποι, επειδή είχαν επικρατήσει σε έναν ορθολογικό και εξαιρετικά δίκαιο αγώνα που ονομάζεται ελεύθερη οικονομία. Οι λαϊκιστές ήταν οι άνθρωποι που διέλυσαν αυτές τις αυτάρεσκες υποθέσεις, αναγκάζοντας την χώρα να αναγνωρίσει ότι οι κοινοί Αμερικανοί, που ήταν εξίσου άξιοι όσο οι τραπεζίτες ή οι βαρόνοι των των σιδηροδρόμων, καταστρέφονταν από ένα οικονομικό σύστημα που στην πραγματικότητα δεν λογοδοτούσε σε κανέναν ηθικό νόμο».

 Από την πρώτη στιγμή, μας λέει ο Φράνκ, ο λαϊκισμός είχε δυο νοήματα. Υπήρχε ο λαϊκισμός όπως τον καταλάβαιναν οι υποστηρικτές του, δηλαδή ένα κίνημα μέσω του οποίου οι απλοί πολίτες απαιτούσαν δημοκρατικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Και υπήρχε ο λαϊκισμός όπως τον χαρακτήριζαν οι εχθροί του: ένα επικίνδυνο κίνημα αβάσιμης μνησικακίας όπου οι δημαγωγοί οδηγούσαν τον συρφετό.

 Οι πρώτοι ήθελαν να κάνουν την αμερικανική κυβέρνηση υπηρέτη του ανθρώπου κι όχι της ιδιοκτησίας. Θαύμαζαν τον Τζέφερσον που είχε δηλώσει πως «οι τράπεζες είναι πιο επικίνδυνες από τους μόνιμους στρατούς».

 Οι δεύτεροι πίστευαν (και πιστεύουν ακόμη) πως η διακυβέρνηση (κάθε χώρας) είναι υπόθεση αυτών «που ξέρουν να κυβερνούν» των επαϊόντων, των πολιτικών, των «αρίστων».

  Έτσι,  η λέξη «λαϊκισμός», επιστρατεύεται συνήθως για να ονομαστεί οτιδήποτε θεωρείται «μη κανονικό», οτιδήποτε ξεφεύγει από την καθαγιασμένη «κανονικότητα» της συστημικής πολιτικής ορθοδοξίας. Χρησιμοποιείται δηλαδή ως συνεκδοχή του «απόλυτου κακού» που τελικά αποδίδεται σε κάθε εγχείρημα διαφωνίας και κριτικής του status quo, αλλά και σε κάθε εναλλακτικό σχέδιο, από όπου κι αν προέρχεται.

 Οι σύγχρονοι αντιλαϊκιστές ειδικοί μας λέει ο Φράνκ, συμφωνούν πως «αυτό που κάνει τον λαϊκισμό επικίνδυνο είναι ότι αρνείται να αναγνωρίσει την ιεραρχία των αξιοκρατικών επιδόσεων. Λόγω της βαθιάς του εκτίμησης για την σοφία του απλού ανθρώπου, απορρίπτει τους πιο καταρτισμένους ηγέτες,  δηλαδή απορρίπτει τους ίδιους, την τάξη των ειδικών».

 Από την μια μεριά, οι άνθρωποι που πιστεύουν πως κάθε πρόβλημα μπορεί να λυθεί με την Δημοκρατία, δηλαδή την συμμετοχή των πολλών στην λήψη αλλά και την υλοποίηση των αποφάσεων για την διακυβέρνηση της χώρας. Οι λαϊκιστές.

 Από την άλλη αυτοί που θέλουν τις τύχες της χώρας να τις διαχειρίζονται οι ειδικοί, οι επαϊοντες, οι άριστοι, οι πολιτικοί, οι επιχειρηματίες, οι γραφειοκράτες. Οι αντιλαϊκιστές.

 Μια διαμάχη που έχει ξεκινήσει όχι το 1891, όχι το 1789 ή το 1776, αλλά διόμιση χιλιάδες χρόνια νωρίτερα, εδώ στην χώρα μας.