Δευτέρα 24 Ιουνίου 2019

Πόσο μετράει η ψήφος σου (γι’ αυτούς)

Από την προεκλογική συζήτηση περί αυτοδυναμίας στη συζήτηση περί δημοκρατίας και εκλογών
Του Γεράσιμου Λιβιτσάνου

Το αν μια πιθανή νίκη της Νέας Δημοκρατίας θα οδηγήσει ταυτόχρονα και σε αυτοδύναμη κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, είναι ένα από τα σενάρια που κυριαρχούν στην προεκλογική συζήτηση. Αυτό γίνεται με έναν τρόπο που, πίσω από τις υποσχέσεις και τα όμορφα λόγια για ένα καλύτερο μέλλον προς τους ψηφοφόρους, υποκρύπτει την αντίληψη ότι η «λαϊκή βούληση», την οποία άπαντες επικαλούνται, έχει μόνο εργαλειακή χρήση.
Η Νέα Δημοκρατία δηλώνει ευθέως ότι έχει το στόχο της αυτοδυναμίας, 
  • είτε τον επιδιώκει …πλαγίως με τον πρόεδρο της, Κυριάκο Μητσοτάκη, να δηλώνει πώς «κάθε ψήφος μετράει» και ότι τίποτε δεν είναι δεδομένο, 
  • είτε μέσω άλλων στελεχών τον «εκβιάζει», όπως για παράδειγμα έκανε ο Άδωνις Γεωργιάδης λέγοντας, προ ημερών, ότι «αν δεν σχηματιστεί κυβέρνηση με την πρώτη εντολή, θα πάμε σε νέες εκλογέςΑυτό είναι ξεκάθαρο. Δεν μπορεί ο νικητής των εκλογών να γίνει όμηρος άλλων. Δικαιούται να είναι κυβέρνηση»Προφανώς στοχεύοντας στο γνωστό «φόβο των νοικοκυραίων» περί «ακυβερνησίας».
Ακόμη όμως και αν επαληθευθούν οι πλέον αισιόδοξες δημοσκοπήσεις για την εκλογική επίδοση της Νέας Δημοκρατίας, ακόμη και αν το αποτέλεσμα της κάλπης τα φέρει έτσι ώστε να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση, δεν θα είναι μια κυβέρνηση πλειοψηφίας. Θα είναι μία κυβέρνηση μειοψηφίας,  γεγονός στο οποίο ουδείς εστιάζει και υπάρχει λόγος γι αυτό. Η στήριξη της κοινωνίας δεν είναι το πολιτικό ζητούμενο γι’ αυτούς. Αντιθέτως είναι η χειραγώγηση της σε συγκεκριμένο χώρο και συγκεκριμένο χρόνο. Μια αλήθεια που δεν ισχύει μόνο για την Νέα Δημοκρατία.

Μπόνους
Καλό είναι, πριν από κάθε εκλογική αναμέτρηση, να θυμάται κανείς ότι οι ψήφοι όσων θα ασκήσουν το εκλογικό δικαίωμα στις 7 Ιουλίου δεν είναι ισότιμοι. Κι αυτό γιατί οι εκλογές θα γίνουν με το σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής που νομοθέτησαν αρχικά ο Κώστας Σκανδαλίδης, ως αρμόδιος υπουργός του ΠΑΣΟΚ και εν συνεχεία ο Προκόπης Παυλόπουλος ως υπουργός εσωτερικών της Νέας Δημοκρατίας. Αυτό που προβλέπει, μεταξύ άλλων, μπόνους 50 εδρών για το πρώτο κόμμα και το γνωστό όριο του 3% για την είσοδο ενός κόμματος στην Βουλή.
Έτσι, αν και η κάθε ψήφος που εκφράζει προτίμηση σε έναν σχηματισμό έχει την δική της αυτοτελή πολιτική αξία και το δικό της ειδικό βάρος στην καταγραφή των πολιτικών συσχετισμών, δεν συμβαίνει το ίδιο με το βάρος που έχει στην διαδικασία της αντιπροσώπευσης στο κοινοβούλιο. 
Με το υφιστάμενο σύστημα η κάθε ψήφος δεν «μετράει για μία» όπως αποτυπώνεται στον βασικό θεσμό της «Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας». 
Έτσι, αν, για παράδειγμα, το πρόσφατο αποτέλεσμα των ευρωεκλογών ήταν και το αποτέλεσμα των εθνικών εκλογών, τότε η ψήφος στη Νέα Δημοκρατία θα μέτραγε για 1,3, η ψήφος στο δεύτερο κόμμα, τον ΣΥΡΙΖΑ, για περίπου 0,7, η ψήφος, στο ΚΙΝ.ΑΛ και το ΚΚΕ περίπου 0,8. Οι ψήφοι στα κόμματα που δεν θα περάσουν το 3%, με τα ίδια κριτήρια, αξίζουν ….0 ακόμη και στις περιπτώσεις που το σύνολο αυτών των ψήφων άγγιξε το 20% του εκλογικού σώματος. Αυτό συμβαίνει γιατί η ενισχυμένη αναλογική, με το μπόνους των 50 εδρών, μοιράζει στους πολιτικούς σχηματισμούς 250 μόνο έδρες, «ρίχνοντας» περισσότερο από τα υπόλοιπα το δεύτερο κόμμα, αλλά αφαιρώντας και από τα υπόλοιπα.
Τα παραπάνω ισχύουν παρά την ύπαρξη συγκεκριμένων συνταγματικών προβλέψεων. Αξίζει,δε, να θυμίσουμε πως οι εκλογές τελούνται και με βάση το άρθρο 51 του Συντάγματος που λέει πως «οι βουλευτές εκλέγονται με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία από τους πολίτες που έχουν εκλογικό δικαίωμα, όπως νόμος ορίζει». Επίσης, από το άρθρο 52, που αναφέρει πως «η ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, τελεί υπό την εγγύηση όλων των λειτουργών της Πολιτείας, που έχουν υποχρέωση να τη διασφαλίζουν σε κάθε περίπτωση».
Αυτά τα δύο άρθρα του Συντάγματος όμως μάλλον δεν υπηρετούνται από την εφαρμογή του άρθρου 54 του Συντάγματος, το οποίο αναφέρει πως  «το εκλογικό σύστημα και οι εκλογικές περιφέρειες ορίζονται με νόμο που ισχύει από τις μεθεπόμενες εκλογές, εκτός και αν προβλέπεται η ισχύς του άμεσα από τις επόμενες εκλογές με ρητή διάταξη που ψηφίζεται με την πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών».
Όπως είναι γνωστό τον στις 22 Ιουλίου του 2016 ψηφίστηκε από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ η αλλαγή του εκλογικού νόμου, χωρίς όμως να επιλύει το σύνολο των ζητημάτων της ισοτιμίας της ψήφου. Αν και καταργείται το μπόνους των 50 εδρών παραμένει το όριο του 3%.
Τα εκλογικά συστήματα 
Με αφορμή αυτά αξίζει να ρίξει κανείς μια προσεκτική ματιά στη λειτουργία που έχουν τα εκλογικά συστήματα στην πολιτική διαδικασία.
Οι εξελίξεις στην πολιτική ζωή της Ελλάδας επιβεβαιώνουν αυτό που έχει δηλώσει ο Ιταλός διανοητής Τζιοβάνι Σαρτόρι, σύμφωνα με τον οποίο το εκλογικό σύστημα είναι 
«το πιο σημαντικό τμήμα λειτουργίας των πολιτικών συστημάτων. Τα εκλογικά συστήματα δεν είναι μόνο το όργανο της πολιτικής που ασκεί τη μεγαλύτερη χειραγώγηση. Καθορίζουν και το πολιτικό σύστημα και επηρεάζουν το φάσμα της αντιπροσώπευσης».
Άποψη στην οποία συνηγορεί η επισήμανση του γνωστού εκλογολόγου Ηλία Νικολακόπουλου  που σε άρθρο του στα «Νέα» έχει χαρακτηρίσει το εκάστοτε εκλογικό σύστημα «τον πιο εξειδικευμένο χειραγωγικό μηχανισμό της πολιτικής».
Ενδεικτικό παράδειγμα είναι ο τρόπος που αξιοποίησαν τα τελευταία χρόνια το ζήτημα των εκλογικών συστημάτων, τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ, όσο και η Νέα Δημοκρατία.
  • Ο ΣΥΡΙΖΑ παρότι πήρε την νομοθετική πρωτοβουλία το καλοκαίρι του 2016 να νομοθετήσει, όπως έλεγε ο Αλέξης Τσίπρας, ένα πάγιο και ιστορικό αίτημα της Αριστεράς, την απλή και ανόθευτη αναλογική, όχι απλά δεν έφερε έναν νόμο «απλό και ανόθευτο», αλλά προτίμησε να το κάνει μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015. Όχι νωρίτερα, δηλαδή στο πρώτο εξάμηνο της διακυβέρνησης της χώρας, ακριβώς γιατί πίστευε ότι αυτό θα τον ωφελήσει εκλογικά. Η «δικαιολογία» του ήταν η ένταση των διαπραγματεύσεων με τους δανειστές,  παρόλο που το πρώτο εξάμηνο του 2015 είχε παράξει νομοθετικό έργο για θεσμικά ζητήματα.
  • Υποκριτική και η στάση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Στην συζήτηση του νομοσχεδίου για την αλλαγή του εκλογικού νόμου, ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, είχε ταχθεί κατά του συστήματος της απλής αναλογικής και υπέρ ενός άλλου που «να προάγει και την αντιπροσωπευτικότητα αλλά να διασφαλίζει και την κυβερνησιμότητα». Είχε τονίσει πως «τα συστήματα της ενισχυμένης αναλογικής έχουν ένα μεγάλο πλεονέκτημα, παράγουν κυβερνητική σταθερότητα,. Το μπόνους δεν είναι υπονόμευση της λαϊκής κυριαρχίας, είναι ένας σεβασμός στη βούληση των πολιτών για το ποιος τελικά επιθυμούν να τους κυβερνήσει». Ζήτησε μάλιστα ένα «μεικτό σύστημα να συνδυάζει μικρότερες περιφέρειες με διευρυμένες περιφέρειες με λίστα». Παρ’ όλα αυτά, δύο χρόνια πριν, στην  πρόταση που κατέθεσε η Νέα Δημοκρατία για τη συνταγματική αναθεώρηση, το 2014 – και την οποία συνυπέγραφε – επισήμαινε την «ανάγκη ρητής καθιέρωσης μιας μορφής αναλογικού συστήματος, με δεδομένο το γεγονός ότι η έως τώρα κοινοβουλευτική μας εμπειρία έχει καταδείξει πως το αναλογικό σύστημα ανταποκρίνεται περισσότερο στις ανάγκες διεύρυνσης της δημοκρατικής νομιμοποίησης της Βουλής, συνακόλουθα δε της Κυβέρνησης».
Κοινοβουλευτισμός 
Από πολιτική οπτική όλα έχουν την εξήγησή τους. Για τον λόγο αυτό έχει αξία να αναφερθεί ο τρόπος που αναλύεται από τους Καρλ Μαρξ και Β.Ι Λένιν η λειτουργία του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος και κατ’ επέκταση των εκλογικών συστημάτων.
Αν και υπάρχουν πολλές πηγές για να μπορέσει να γίνει μια περιληπτική αναφορά, θα χρησιμοποιήσουμε την αρθρογραφία του Γάλλου διανοητή Ανρί Βεμπέρ, όπως αποτυπώθηκε στο γαλλικό περιοδικό «Pouvoirs» το 1977 στο πλαίσιο ενός αφιερώματος με το ερώτημα του «Είναι δημοκρατικό το αντιπροσωπευτικό καθεστώς;». Όχι για κάποιον άλλο λόγο, αλλά γιατί τα αποσπάσματα είναι σε μετάφραση του νυν υπουργού Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ και από τους υπεύθυνους για την προεκλογική καμπάνια του κυβερνώντος κόμματος στις τελευταίες ευρωεκλογές, τον Χριστόφορο Βερναρδάκη.
Όπως αναφέρει ο Ανρί Βεμπέρ μεταφρασμένος από τον Χρ.Βερναρδάκη, 
«ο Μαρξ και ο Λένιν αρνούνται να μιλάνε γενικά για δημοκρατία. Μέσα στις ταξικά διαιρεμένες κοινωνίες, λένε, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία ενδύεται κάθε φορά ένα καθορισμένο ταξικό χαρακτήρα».
Σημειώνει πάντως ο Α.Βεμπέρ, ερμηνεύοντας την μαρξική οπτική, πως οι αλλαγές στον τρόπο εκπροσώπησης έγιναν κάτω από την πίεση των κινημάτων στο δυτικό κόσμο και 
«η περιορισμένη όπως την ήθελαν οι φιλελεύθεροι θεωρητικοί και πολιτικοί δημοκρατία διευρύνθηκε τελικά σαν αποτέλεσμα των εργατικών αγώνων», μιας και «η αριθμητική αύξηση της εργατικής τάξης, το οικονομικό και κοινωνικό της βάρος, η ικανότητα της να οργανωθεί κατέστησαν ακαταμάχητους τους αγώνες της για την επέκταση των στοιχειωδών δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Όχι βέβαια χωρίς τη μανιώδη αντίσταση των φιλελεύθερων αστικών τάξεων»
Για τον λόγο αυτό  
«μπροστά στην ευρύτητα των δημοκρατικών αγώνων των εργαζομένων, στους κινδύνους κοινωνικής επανάστασης που άνοιγε ο επίμονος αποκλεισμός τους από την πολιτική κοινωνία, οι δυτικές αστικές τάξεις μια-μια προσάρμοσαν το θεσμικό τρόπο πολιτικής κυριαρχίας τους. Έγιναν έτσι ουσιαστικές παραχωρήσεις στις επίμονες μάζες πάνω στα δημοκρατικά δικαιώματα και στις ελευθερίες. Οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι εισέβαλαν δυναμικά στα εκλεγμένα κοινοβούλια τρέφοντας την ελπίδα μιας ειρηνικής και νόμιμης κατάκτησης της κρατικής εξουσίας. Αλλά ταυτόχρονα οι θεσμικές διαδικασίες, ελαχιστοποιώντας αυτό τον κίνδυνο, βρέθηκαν ενισχυμένες (εκλογικός νόμος, κατανομή των εκλογικών περιφερειών)»
Πάντως ο Ανρί Βεμπέρ επισήμαινε πως την εκάστοτε άρχουσα τάξη «τίποτα δεν εμποδίζει, σαν τελευταία λύση, ν’ αλλάξει τον κανόνα του παιχνιδιού και να προσφύγει στην ανοιχτή καταστολή».
Τέλος σημειώνει ότι, σύμφωνα με τους Κ.Μαρξ και Β.Λένιν,
«η αστική αντιπροσωπευτική δημοκρατία διασφαλίζει την πιο δυνατή κυριαρχία. Οι διαδικασίες της, οι θεσμοί της, αποσκοπούν να διασφαλίσουν και να αναπαράγουν την κυριαρχία μιας προνομιούχας μειοψηφίας κάτω από το μύθο της λαϊκής κυριαρχίας. Αυτός ο «δημοκρατικός» τρόπος ταξικής κυριαρχίας απαιτεί σαν υλική βάση μια διαρκή εξέλιξη των συνθηκών ζωής των λαϊκών μαζών χωρίς την οποία η «οργάνωση της συναίνεσης» γίνεται δύσκολη. Να γιατί το σύστημα αυτό εισέρχεται σε κρίση στις περιόδους παρατεταμένης οικονομικής κρίσης».
Ανάρτηση από: https://www.imerodromos.gr