Της Βασιλικής Πουρλιώτη
Η
στρατιωτική επιχείρηση των Ηνωμένων Πολιτειών κατά της Βενεζουέλας την 3η
Ιανουαρίου 2026 με την επίσημη αιτιολογία της πάταξης του ναρκεμπορίου φέρεται
να επισφραγίζει την υποχώρηση του διεθνούς δικαίου έναντι της ισχύος. Η
στρατηγική των ΗΠΑ επί Ντόναλντ Τραμπ εντάσσεται σε ένα παγιωμένο πλέον διεθνές
μοτίβο, όπου κυρίαρχα κράτη επικαλούνται επιλεκτικά λόγους «ασφάλειας» για να
νομιμοποιήσουν μονομερείς στρατιωτικές παρεμβάσεις, την παραβίαση της κρατικής
κυριαρχίας και τη στοχοποίηση πολιτικών ηγετών, διαβρώνοντας περαιτέρω τους
κανόνες της διεθνούς τάξης.
Η επίθεση
αυτή δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία, καθώς τους προηγούμενους μήνες είχαν ήδη
επιβληθεί νέες οικονομικές κυρώσεις και εμπορικοί περιορισμοί, αναπτύχθηκαν
αμερικανικά πολεμικά πλοία στην Καραϊβική και διακόπηκαν πλήρως οι διπλωματικές
επαφές με την κυβέρνηση του Νικολάς Μαδούρο. Η στρατιωτική κλιμάκωση που
ακολούθησε τα πλήγματα στο Καράκας προωθείται μέσα από ένα αφήγημα που
μετατρέπει μια πολιτική αντιπαράθεση σε ζήτημα άμεσης ασφάλειας, επιδιώκοντας
να δικαιολογήσει τη χρήση βίας ως το επόμενο αναγκαίο βήμα. Ο Τραμπ φέρεται να
είχε διαμηνύσει ήδη τις προθέσεις του δηλώνοντας ότι «εάν ο Μαδούρο το παίξει
σκληρός, θα είναι η τελευταία φορά που θα μπορέσει να το κάνει», ενώ η πλευρά
της Βενεζουέλας κατήγγειλε μια «εξαιρετικά σοβαρή στρατιωτική επιθετικότητα που
πραγματοποιήθηκε από την τρέχουσα κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής
κατά της επικράτειας και του πληθυσμού της Βενεζουέλας σε πολιτικές και
στρατιωτικές τοποθεσίες στην πρωτεύουσα της χώρας, το Καράκας και των πολιτειών
Μιράντα, Αράγκουα και Λα Γκουάιρα».
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί το νομικό έρεισμα υπό το οποίο μια ξένη δύναμη δύναται να επιδιώκει τη σύλληψη ενός εν ενεργεία αρχηγού κράτους, παρακάμπτοντας την αρχή της ετεροδικίας και της κυριαρχικής ασυλίας που αποτελούν θεμέλια των διακρατικών σχέσεων. Από τη σκοπιά του διεθνούς δικαίου, τα γεγονότα εγείρουν σοβαρά ερωτήματα καθώς ο Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ απαγορεύει ρητά τη χρήση ή την απειλή χρήσης βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας και πολιτικής ανεξαρτησίας ενός κράτους, εκτός εάν συντρέχει περίπτωση άμεσης αυτοάμυνας ή υπάρχει ρητή εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Καμία από τις δύο προϋποθέσεις δεν φαίνεται να πληρούται στην περίπτωση της Βενεζουέλας, αφού η επίκληση του πολέμου κατά των ναρκωτικών δεν συνιστά νομική βάση στρατιωτικής επέμβασης ή σύλληψης ηγέτη σε κυρίαρχο κράτος.Σε αυτό το περιβάλλον, το διεθνές δίκαιο φέρεται να μετατρέπεται σε ένα εργαλείο που προσαρμόζεται στις επιδιώξεις του εκάστοτε ισχυρού, με διαφορετικές δυνάμεις να επικαλούνται ποικίλα ηθικά ή εθνικά κίνητρα για να δικαιολογήσουν τις κινήσεις τους. Η Σαουδική Αραβία παρουσίασε την επέμβασή της στην Υεμένη ως αναγκαία για την προστασία του προέδρου Χαντί και την καταπολέμηση των Χούθι, ενώ η Ρωσία στήριξε την εισβολή της στην Ουκρανία στην επίσημη ρητορική περί αποναζιστικοποίησης και προστασίας πληθυσμών που φέρονται να απειλούνται. Παρομοίως, οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποίησαν ως πρόσχημα τον πόλεμο κατά της «τρομοκρατίας» και των όπλων μαζικής καταστροφής για την εισβολή τους στο Ιράκ, ενώ το Ισραήλ παρουσιάζει το γενοκτονικό πόλεμο στη Γάζα ως αναγκαία για την άμυνα απέναντι στη Χαμάς. Η Κίνα επικαλείται ιστορικούς λόγους για την περίπτωση της Ταϊβάν, υποστηρίζοντας ότι η επανένωση αποτελεί «ιστορικά αναπόφευκτη εξέλιξη», την ίδια στιγμή που η Τουρκία αμφισβητεί την ΑΟΖ γύρω από το Καστελόριζο επικαλούμενη τη «Γαλάζια Πατρίδα».
Σε
όλες αυτές τις περιπτώσεις η ισχύς φαίνεται να προηγείται και το νομικό
επιχείρημα να ακολουθεί, δημιουργώντας ένα διεθνές σύστημα όπου το δίκαιο δεν
λειτουργεί ως φραγμός στη βία αλλά ως επιλεκτική γλώσσα για να στηρίξει τις
ενέργειές τους. Το αποτέλεσμα είναι μια πραγματικότητα όπου η παραβίαση των
κοινών κανόνων δεν επιφέρει κόστος για τους ισχυρούς δρώντες, γεγονός που
αποκαλύπτει ότι το Διεθνές Δίκαιο, αντί να προστατεύει την ειρήνη, τείνει να
μετατρέπεται σε «εργαλείο» στα χέρια εκείνων που διαθέτουν τα μέσα να
επιβάλλονται στο πεδίο των επιχειρήσεων.
