Η υπέρβαση της
παλιάς διχοτομίας μεταξύ ελληνικού έθνους και κράτους μπορεί να είχε δύο
πιθανές απαντήσεις. Η μία θα ήταν η σύμπτωση επιτέλους των
ελίτ και του λαϊκού σώματος γύρω από ένα πρόταγμα ανάταξης και αναβάθμισης του
Ελληνισμού ως έθνους-κράτους πλέον, όπως είχε εν μέρει συμβεί από τα τέλη του
19ου αιώνα, μέχρι τη μεγάλη εθνική εξόρμηση του 1912-1920.
Η δεύτερη θα ήταν, αντίθετα,
η ολοκληρωτική εγκατάλειψη του έθνους και της εθνικής διάστασης. Στην
πρόσφατη ιστορία μας, ψήγματα της πρώτης απάντησης θα διαφανούν κατά την πρώτη
μεταπολιτευτική περίοδο, μέχρι το 1989 περίπου, ενώ κατά τη δεύτερη
μεταπολιτευτική περίοδο θα επικρατήσει συντριπτικά η δεύτερη επιλογή.
Οι ελίτ θα αναπαράγονται όχι πλέον σε
σύνδεση, έστω και ανταγωνιστική με το λαϊκό σώμα, αλλά θα
αναπαράγονται χωριστικά και θα απογειωθούν φαντασιακά και υλικά από την
ελληνική πραγματικότητα. Για τις πολιτικές ελίτ, το ελληνικό έθνος-κράτος έχει
ήδη μεταβληθεί σε μια επαρχία των Βρυξελλών και κατά συνέπεια έχει πάψει
να υπάρχει ως έθνος. Αυτό εξέφραζε ιδεολογικά ο εθνομηδενισμός της πνευματικής
και καλλιτεχνικής ελίτ.
Γι’ αυτό, πλέον, η αναπαραγωγή των ελίτ δεν θα γίνεται μέσω του όποιου θεσμικού, γλωσσικού, ή καταγωγικού, ή ακόμα και ταξικού διαφορισμού, αλλά μέσω της διαμόρφωσης μιας κοινής εθνομηδενιστικής "βουλγκάτας", κυρίαρχης στα ΜΜΕ, την εκπαίδευση, τα Πανεπιστήμια, τους εκδοτικούς οίκους, τις ΜΚΟ, τον καλλιτεχνικό χώρο. Όσο για το έθνος, αυτό εκχωρείται σε μια ακαθόριστη "λαϊκιστική" πλειοψηφία που, παρά την επιμονή της στην παράδοση και τη θρησκεία, παραμένει υποτελής και εξαρτημένη από την κυρίαρχη εθνομηδενιστική ελίτ.












