Η προτεραιότητα που αποκτά η αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους επιβάλλει την ανάληψη άμεσων πρωτοβουλιών στην κατεύθυνση διαγραφής του δημόσιου χρέους. Πρώτα και κύρια, του μέρους του χρέους που οφείλεται στην Τρόικα και τους μηχανισμούς της και υπερβαίνει το 70% του συνολικού δημόσιου χρέους.
Η άμεση παύση της εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, μέσα από την καταγγελία των δανειακών συμβάσεων, και η διαγραφή του στη συνέχεια επιβάλλεται προκειμένου να δημιουργηθεί ο απαραίτητος δημοσιονομικός χώρος που θα επιτρέψει την άσκηση της αναγκαίας κοινωνικής πολιτικής για την άνοδο του βιοτικού επιπέδου του λαού και θα κάνει πράξη το στόχο της ανατροπής της λιτότητας. Η συνέχιση της εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους (στο πλαίσιο του οποίου για το τρέχον έτος προβλέπεται η καταβολή 5,88 δισ. ευρώ για τόκους και η λήξη χρέους ύψους 16 δισ. ευρώ) σημαίνει ότι:
- η συντριπτική πλειοψηφία των ανέργων, που φθάνει ακόμη και το 82%, θα συνεχίσει να μην παίρνει επίδομα ανεργίας,
- οι απαραίτητες προσλήψεις και χρηματοδοτήσεις στους τομείς υγείας, παιδείας, κοινωνικής ασφάλισης και πολιτισμού θα αποτελούν μακρινό όνειρο,
- η αναγκαία υλοποίηση ενός γενναίου Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων παραπέμπεται στο αόριστο μέλλον.
Τα σχέδια των πιστωτών για επιμήκυνση των αποπληρωμών του δημόσιου χρέους και μείωση του επιτοκίου πρέπει να απορριφθούν επειδή ισοδυναμούν με μετάθεση των αποπληρωμών για τις επόμενες γενιές και αναγνώριση του χρέους, ενώ δεν προκαλούν καμιά ουσιαστική μείωση λόγω του ότι ήδη τα επιτόκια δανεισμού είναι πολύ χαμηλά. Διαιώνιση της υπερχρέωσης και μεταφορά των βαρών στην επόμενες γενιές σηματοδοτεί και το «παρκάρισμα» του ελληνικού χρέους στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μέσω της έκδοσης «διηνεκών ομολόγων» (perpetuities).