Του Γιώργου Τάττη
Προχθές,
λοιπόν, μπαίνει ένας φοιτητάκος, γύρω στα 20-22. Παραγγέλνει «έναν κυπριακόν καφέν»,
κάθεται στο κεντρικό τραπέζι, όπως αρμόζει σε έναν άρχοντα, και ανοίγει την εφημερίδα
Πολίτης. Τον ήξερα. Με βλέπει που στραβοκοιτάζω όταν ανοίγει τη νατοϊκή φυλλάδα.
Με κοιτάζει επίμονα, μπας και του φτύσω μέσα στον καφέ του. Εξάλλου, αυτοί οι διανοούμενοι
και προοδευτικοί φοιτητές ποτέ δεν γλείφουν ό,τι φτύνει ο άλλος. Ή, τουλάχιστον,
έτσι νομίζουν. Του πάω τον καφέ, με κοιτάζει υποτιμητικά –όπως πρέπει να κοιτάζει
ένας νέος με σπουδές στην Ευρώπη έναν καφετζή– και ψοφώντας για συζήτηση, μου λέει:
«Θέλεις να πεις, αν δεν με ήξερες ή εν ήξερες το όνομά μου, θα εκαταλάβαινες ίντα
είδος Κυπραίου είμαι;» «Ώπα», λέω από μέσα μου, «εν’ καμιά τζιαινούρκα μόδα τούτη
με τα είδη των Κυπραίων». Του απαντώ: «Εν ξέρω εγιώ που τούτα, εγιώ είμαι απλά ένας
καφετζιής τζιαι θκιαβάζω την Ένωσιν, γιατί έσιει χάζιν».
