Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΧΟΙΝΑΣ Φ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΧΟΙΝΑΣ Φ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015

Ποιός (πρέπει νά) λαμβάνει τίς κρίσιμες ἀποφάσεις, οἱ πολιτικοί ἤ οἱ τεχνοκράτες;

Του Φώτη Σχοινά

Στήν   πρόσφατη διαπραγμάτευση πού ἔκανε ὁ  πρωθυπουργός Ἀλέξης Τσίπρας  μέ τήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση ἀνεφύη  αὐθορμήτως τό ἐρώτημα: Ποιός νομιμοποιεῖται νά λαμβάνει τίς κρίσιμες ἀποφάσεις, οἱ πολιτικοί ἤ οἱ τεχνοκράτες; Στό ζήτημα αὐτό  ἐγείρεται ἕνα θεμελιῶδες ἐρώτημα γιά τήν πηγή ἀσκήσεως τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας: ἡ πολιτική καί ἡ ἄσκησή της εἶναι ὑπόθεση δόξας (=γνώμης, ἀπό τό ρῆμα δοκῶ πού σημαίνει νομίζω, μοῦ φαίνεται, ἔχω τήν ἐντύπωση) πού, τοὐλάχιστον δυνητικά, κατέχει τό σύνολο τῶν πολιτῶν ἤ ἐπιστήμης πού ἀφεύκτως κατέχουν ὀλίγοι, οἱ εἰδικοί;  Ἡ γνώμη τοῦ Πρωταγόρα, τοῦ θεωρητικοῦ τῆς Περικλείου δημοκρατίας εἶναι ὅτι ἡ πολιτική καί ἡ ἄσκησή της εἶναι ὑπόθεση δόξας, ἐνῶ τοῦ Πλάτωνος, τοῦ ὀρκισμένου ἐχθροῦ τῆς δημοκρατίας, κατά τόν Κ. Καστοριάδη, εἶναι ὅτι εἶναι ὑπόθεση ἐπιστήμης πού κατέχουν μόνον οἱ φιλόσοφοι.

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015

Ἡ πο­λι­τι­σμι­κή ἀ­συ­νέ­χεια ἀ­νά­με­σα στή νε­ώ­τε­ρη καί τίς πα­λαι­ό­τε­ρες γε­νι­ές

Του Φώτη Σχοινᾶ
Δρ. φιλοσοφίας, νέος Λόγιος Ερμής τ. 11

Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό φαι­νό­με­νο τῆς ἐ­πο­χῆς μας εἶ­ναι ἡ δρα­μα­τι­κή ἀ­πο­μά­κρυν­ση τῶν συγ­χρό­νων ἐ­φή­βων ἀ­πό τή πο­λι­τι­σμι­κή σφαῖ­ρα τῆς δι­κῆς μας γε­νιᾶς. Οἱ σύγ­χρο­νοι νέ­οι δεί­χνουν ὁ­λο­έ­να καί πιό ἔν­το­νη ἀ­δι­α­φο­ρί­α γιά τήν πο­λι­τι­σμι­κή σφαῖ­ρα καί δη­μι­ουρ­γί­α τῶν προ­η­γού­με­νων γε­νε­ῶν(1).
Τό χά­σμα τῶν γε­νε­ῶν ὑ­πῆρ­χε ἀ­νέ­κα­θεν, ἀλ­λά σή­με­ρα ἔ­χει προσ­λά­βει δρα­μα­τι­κές δι­α­στά­σεις.  Ὅ­πως ἔ­χει γρα­φεῖ, «Ἄν τό χά­σμα τῶν γε­νε­ῶν ἀ­πο­τε­λοῦ­σε πάν­τα προ­σφι­λές θέ­μα καί δυ­σε­πί­λυ­το ζή­τη­μα γιά τούς κοι­νω­νι­ο­λό­γους, τούς ψυ­χο­λό­γους, τούς ἐκ­παι­δευ­τι­κούς καί βέ­βαι­α τούς γο­νεῖς, τό ψη­φια­κό χά­σμα (digital divide) ἀ­νά­με­σα στήν πρώ­τη ἠ­λε­κτρο­νι­κή γε­νιά (e-generation) καί τούς γο­νεῖς ἤ τούς δα­σκά­λους της (ἰ­δί­ως ὅ­σους δέν ἔ­χουν σχέ­ση μέ τίς νέ­ες τε­χνο­λο­γί­ες) φαν­τά­ζει ἀ­γε­φύ­ρω­το. Ὁ λό­γος γιά τούς ση­με­ρι­νούς ἐ­φή­βους, δη­λα­δή τά παι­διά πού γεν­νή­θη­καν ἀ­πό τίς ἀρ­χές τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1990 καί με­τά, πού ἀ­πέ­κτη­σαν μί­α παι­δεί­α ση­μαν­τι­κά ἀλ­λι­ώ­τι­κη καί ἕ­να τρό­πο ζω­ῆς ρι­ζι­κά δι­α­φο­ρε­τι­κό ἀ­πό τήν προ­η­γού­με­νη γε­νιά. Τά παι­διά αὐ­τά ἄρ­χι­σαν νά ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ται τόν κό­σμο με­τά τό 1994, χρο­νιά κα­τά τήν ὁ­ποί­α ἄρ­χι­σαν νά δι­α­δί­δον­ται εὐ­ρύ­τα­τα τό δι­α­δί­κτυ­ο, ἡ κι­νη­τή τη­λε­φω­νί­α καί οἱ ἐ­φαρ­μο­γές τους. Στό σχο­λεῖ­ο τά παι­διά ἤ­δη βι­ώ­νουν μί­α ἔν­το­νη ἀ­συμ­βα­τό­τη­τα ἀ­νά­με­σα στόν κα­θι­ε­ρω­μέ­νο τρό­πο μά­θη­σης καί τήν ἐ­πα­να­στα­τι­κή λο­γι­κή τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου. Ἡ κλασ­σι­κή μέ­θο­δος δι­δα­σκα­λί­ας ἀ­παι­τεῖ ἐ­κτε­τα­μέ­νο δι­ά­βα­σμα καί κο­πι­α­στι­κή ἐμ­βά­θυν­ση σέ κά­θε γνω­στι­κό ἀν­τι­κεί­με­νο, πα­ράλ­λη­λα μέ τήν ἀ­πο­μνη­μό­νευ­ση ἐ­κτε­νοῦς ὕ­λης. Ἀν­τί­θε­τα, ἡ κουλ­τού­ρα τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου ἐμ­πε­δώ­νει εὔ­κο­λα τή λο­γι­κή τοῦ “πε­ρί­που”, προ­σφέ­ρει μί­α ἄ­με­ση σφαι­ρι­κή γε­νι­κευ­μέ­νη ἀν­τί­λη­ψη γιά τά πάν­τα, ἐν­το­πί­ζει τά ση­μαν­τι­κά καί ἀ­δι­α­φο­ρεῖ γιά τή λε­πτο­μέ­ρεια, ἀ­φοῦ σ’­αὐ­τή μπο­ρεῖ ἄ­νε­τα νά προ­σφύ­γει ὁ χρή­στης τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου, ὅ­ταν τή χρεια­στεῖ καί ἐ­φό­σον εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λα ἐκ­παι­δευ­μέ­νος, γιά νά τήν ἀ­να­ζη­τή­σει. Αὐ­τός ὁ δι­α­δι­κτυα­κός πο­λι­τι­σμός ἀ­πο­ξε­νώ­νει τό βι­βλί­ο ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε εἴ­δους ἀ­πό τόν κό­σμο τῶν ἐ­φή­βων, για­τί αὐ­τοί δυ­σκο­λεύ­ον­ται νά συγ­κεν­τρω­θοῦν σέ ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο θέ­μα, νά πε­ρι­ο­ρι­στοῦν στίς πε­πε­ρα­σμέ­νες σε­λί­δες ἑ­νός βι­βλί­ου καί νά τό δι­α­βά­σουν. Γιά τά παι­διά αὐ­τά, τό δι­α­δί­κτυ­ο εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἑλ­κυ­στι­κό ἀ­πό ἕ­να βι­βλί­ο, για­τί εἶ­ναι δι­α­δρα­στι­κό, γρή­γο­ρο, δυ­να­μι­κό καί κυ­ρί­ως για­τί με­τα­βάλ­λε­ται συ­νε­χῶς. Ἐ­πι­πλέ­ον, τό δι­ά­βα­σμα στό δι­α­δί­κτυ­ο εἶ­ναι πιο συ­νο­πτι­κό, εὔ­κο­λο, γρή­γο­ρο καί κυ­ρί­ως δι­α­σκε­δα­στι­κό, ἀ­φοῦ συν­δυά­ζει τό κεί­με­νο μέ φω­το­γρα­φί­ες, ἤ­χους καί βίν­τε­ο» (2).