Τρίτη 10 Ιουνίου 2014

Μανώλης Ναυπλιώτης: Μια αφηγηματική «περίπτωση» παντώς καιρού


Του Γιώργου Κουτσοδιάκου

«Σε παρακαλώ, Δέσποτα, να επιτρέψεις να διαβαστεί αυτό το γραπτό μου: Είμαι ο Ναυπλιώτης Εμμανουήλ  του Νικολάου και της Αικατερίνης. Γεννήθηκα τη 10η Αυγούστου 1924, ημέρα Σάββατο και ώρα 11 το πρωί στον ηρωικό Βύρωνα, στην οδό της Αγίας Σοφίας 7, από προσφυγική οικογένεια [...]. Φυλακίστηκα, εξορίστηκα στην έρημο της αφρικανικής Ελ-Ντάμπα, κακοποιήθηκα σε μπουντρούμια και αποφάσισα να γίνω χριστιανοκομμουνιστής. Ναι! Διάλεξα το πιο λογικό. Να κάνω, όσο μπορώ, το καλό γύρω μου σαν πιστός Χριστιανός, αλλά να αγωνίζομαι και να υπερασπίζομαι τους φτωχούς και την πατρίδα σαν κομμουνιστής διεθνιστής φίλος όλων των λαών [...]. Ευχαριστώ όλους τους συγγενείς, φίλους, γείτονες για όλα. Όχι κλάματα γιατί δεν είμαι για κλάματα. Εγώ σας λυπάμαι που μένετε παλεύοντας να ζήσετε τη δύσκολη ζωή του πλανήτη μας, λόγω της αθεόφοβης αχορταγιάς των ιμπεριαλιστών υπερπλουσίων.  Όχι μαυροφορέματα και στενοχώριες. Εδώ κοντά σας είμαι κι αν θα μου επιτραπεί θα σας βοηθώ. Το σιδερένιο κομμάτι της νάρκης που βρίσκεται στον πνεύμονά μου, μετά τρία χρόνια που θα γίνει η εκταφή μου, κρεμάστε το με τα μετάλλια του ΕΑΜ, Εθνικής Αντίστασης και του Δημοκρατικού Στρατού. Κουράγιο... Σας φιλώ, Μανώλης» [1]
Αυτός ο αυτο-επικήδειος, ο οποίος μέσα σε λίγες γραμμές χαρακτηρίζει την προσωπικότητά του, είναι από τα ελάχιστα γραπτά που άφησε ο Μανώλης Ναυπλιώτης. Πρόκειται βασικά για το κύκνειο άσμα του, όπως σημειώνει ο βιογράφος του Γρηγόρης Κρίμπας, ο οποίος με ευγνωμοσύνη συμπληρώνει : «Μανώλη θα σε θυμόμαστε σαν έναν άνθρωπο γεμάτο πατριωτισμό και ιδανικά. Λάτρη της ελευθερίας, ριψοκίνδυνο, ηρωικό σεμνό αγωνιστή, θεοφοβούμενο κομμουνιστή. Έτσι ένιωθες, έτσι ήθελες, έτσι σε αποδεχόμαστε [...]. Χριστιανοκομμουνιστή Μανώλη, σ’ ευχαριστώ" [2].

Αυτή η επιστολή δόθηκε αρχικά σε κάποιον ιεράρχη της εκκλησίας (του οποίου το όνομα δεν γνωρίζουμε), για να καταλήξει στα χέρια του Δημάρχου του Βύρωνα Δημήτρη Νικολαϊδη (1919-1998), ο οποίος και την διάβασε στην κηδεία του Μανώλη, που έγινε στις 3 Μαΐου του 1994. Γνωρίζουμε όμως και  μια ακόμα επιστολή, την οποία η σύζυγός του Μανώλη, Ναταλία Ναυπλιώτη, είχε στείλει τέσσερα χρόνια αργότερα  (μετά  την κοίμησή του από ανακοπή καρδιάς στα εβδομήντα του χρόνια) και στην οποία παρακαλούσε τον μητροπολίτη Γρεβενών Σέργιο να κάνει ένα τρισάγιο στη μνήμη του συζύγου της [3].

Για τον Μανώλη Ναυπλιώτη η κοινή λογική του τότε (και ίσως και του σήμερα) έλεγε ότι μάλλον δεν ήταν ο άνθρωπος που θα μπορούσε να χωρέσει σε κάποιο χώρο. Ο Μανώλης ανάτρεψε την κοινή λογική κάθε χώρου και κατάφερε να  χωρέσει μέσα του και τους ανθρώπους της πίστης  και της απιστίας. Ο δρόμος  που είχε επιλέξει ήταν σαφώς γεμάτος εμπόδια  και αντιφάσεις,  με τις οποίες, τουλάχιστον μέσα από την βιογραφία του, φαίνεται ότι πάλευε αρκετά συχνά. Γιατί, είναι πράγματι ένα μαρτύριο να επιθυμείς να ζείς μαζί με μια ενυπόστατη ειρηνοποιό ελπίδα  ενόσω βρίσκεσαι  μέσα στη βία ενός εμφυλίου πολέμου. Κάποτε στα νιάτα του, ακόμα και αυτός ο θεωρητικός του αναρχισμού, Μιχαήλ Μπακούνιν, είχε προβληματιστεί επάνω στο ζήτημα της ολοκληρωτικής ταξικής σύγκρουσης  και έγραφε απευθυνόμενος στους συντρόφους του : «Να ασκούμε ουσιαστικά την αγάπη ακόμα και στις πιο λυσσαλέες μάχες μας, αυτήν την αγάπη που είναι ύψιστη εντολή του Χριστού και η μοναδική αρχή του αληθινού χριστιανισμού» [4]. Αν ακόμα και ο νεαρός Μπακούνιν, μέσα από την λυσσαλέα σύγκρουση,  αφήνει περιθώρια για την αγάπη του Χριστού στους εχθρούς του, μπορούμε να καταλάβουμε ότι και η ένποπλη σύγκρουση για τον Μανώλη  αποτελούσε μαρτύριο και βασανισμό. Εξάλου  δεν ήταν λίγες οι στιγμές που σύντροφοί του στον κοινό τους αγώνα τον κατηγόρησαν για χριστιανική ευσπλαχνία και χριστιανική αλληλεγγύη σαν να του απεύθυναν (όπως λέει και ο ίδιος) τη βαρύτερη βρισιά [5].

Την ίδια περίπου περίοδο, όμως, που έδρασε ο Μανώλης, έδρασαν και δυο άλλες «περιπτώσεις» ανθρώπων από διαφορετικά γεωγραφικά μέρη, καθώς και από διαφορετικούς θεολογικούς χώρους. Και εκείνοι είχαν εξίσου αποφασίσει ν’ ακολουθήσουν το ίδιο δύσβατο μονοπάτι. Ωστόσο  μάλλον δεν έτυχε ποτέ  να συναντηθούν μεταξύ τους, όπως και  δεν ξέρουμε αν τελικά ο Μανώλης γνώριζε κάτι για το κίνημα της Θεολογίας της απελευθέρωσης στη Λατινική Αμερική. Όπως και να έχει πάντως, η πρώτη «περίπτωση» αφορά τον  λατινοαμερικάνο ρωμαιοκαθολικό  ιερέα Καμίλο Τόρρες (1929-1966), του οποίου η προσπάθεια για την κοινωνική και την πολιτική δράση υπέρ των φτωχών και των αναγκεμένων δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση. Και παρά τις συμπάθειες που ξεσήκωνε η αγωνιστικότητά του, το γεγονός ότι ήταν παπάς προκαλούσε τη δυσπιστία μερικών, ιδιαίτερα των κομμουνιστών, οι οποίοι θεωρούσαν ότι εξακολουθούσε να παραμένει δεμένος στην  εξουσία του ανωτέρου του, του Καρδινάλιου Κόντσα, ο οποίος παράμενε ολοκληρωτικά εχθρικός και στην ιδέα της πολιτικής δράσης [6].  Η άλλη  «περίπτωση» είναι αυτή του γάλλου  αναρχοχριστιανού Ζάκ Ελλύλ. Ο  Ζάκ Ελλύλ (γιός Ορθοδόξου)  ένιωθε  ότι πολλά πράγματα τον έφερναν  κοντά στους  αναρχικούς, ενώ ταυτόχρονα αισθανόταν και ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο: ήταν χριστιανός. Αυτό το εμπόδιο το συναντούσε σε όλη του τη ζωή. Το 1964, τον είχε προσελκύσει ένα κίνημα πολύ κοντινό στον αναρχισμό: οι καταστασιακοί (σιτουασιονιστές). Είχε πολύ φιλικές σχέσεις με τον Γκυ Ντεμπόρ, τον οποίο μια μέρα τον είχε  ρωτήσει καθαρά αν θα μπορούσε να ενταχθεί στο κίνημά τους και να δουλέψει μαζί τους. Ο Ντεμπόρ το συζήτησε με τους συντρόφους του και η απάντηση ήταν ειλικρινέστατη. Αφού ήταν χριστιανός, δεν θα μπορούσε να ενταχθεί και στο κίνημά τους. Απ’ την άλλη, όμως, κι ο Ελλύλ δεν μπορούσε ν’ απαρνηθεί την πίστη του [7].

Η βιογραφία του Μανώλη Ναυπλιώτη δεν έφτασε στα εκδοτικά χέρια από κάποιο γραπτό δικό του κείμενο, αλλά μέσα από δέκα ηχογραφημένες κασέτες  που δόθηκαν αρχικά στην αδελφή του Αγγελική Νικ. Ναυπλιώτου και αργότερα έγιναν cd από οικογενειακό τους φίλο. Η αδελφή του Αγγελική με την σειρά της εμπιστεύτηκε τις κασέτες αυτές σε έναν κοινό με τον βιογράφο φίλο, ο οποίος τις απομαγνητοφώνησε και κατέγραψε επακριβώς το περιεχόμενο τους στον ηλεκτρονικό  υπολογιστή του. Αυτό το υλικό επεξεργάστηκε και επιμελήθηκε ο Γρηγόρης Κρίμπας και κυκλοφόρησε η βιογραφία του Μανώλη Ναυπλιώτη.

Ο βιογράφος του Ναυπλιώτη, σε πολλά σημεία του βιβλίου σέβεται και τιμά με περίσσια  ευαισθησία τα δυσνόητα μονοπάτια του παντρέματος της πίστεως και των θαυμάτων με την κοινωνική και πολιτική σύγκρουση, γι’ αυτό και γράφει στην εισαγωγή του: «Στο νου και στην ψυχή του (σσ. του Μανώλη) συνυπάρχουν, άρρηκτα δεμένα, δύο αντιφατικά στοιχεία: Η βαθειά χριστιανική πίστη και η ανόθευτη κομμουνιστική ιδεολογία, πράγματα που είναι, σύμφωνα με τον κοινό νου, παράταιρα και αλληλοσυγκρουόμενα. Εντούτοις ο Μανώλης τα κουβαλάει από τη χαραυγή της ζωής του, ως τη δύση της, απλά και φυσικά κι αρμονικά δεμένα μεταξύ τους. Δεν σκοπεύω να επικρίνω ή να επικροτήσω την ιδιόμορφη βιο-φιλοσοφία του ήρωα μου. Δουλειά μου είναι να φωτίσω και να παρουσιάσω την προσωπικότητα και τη δράση του με σεβασμό και  αντικειμενικότητα [...], φροντίδα μου είναι να προσεγγίσω την ξεχωριστή περίπτωση του ανθρώπου [...], που πίστευε στο Θεό και ο οποίος σε κάθε δύσκολη στιγμή τον βοηθούσε και τον προστάτευε. Αυτό το μέρος της ζωής του έκρινε ό, τι άξιζε να μας κάνει γνωστό. Γι’ αυτό μίλησε στις κασέτες του. Αυτό σας παρουσιάζω" [8].

Έχει σημασία το πώς ξεκινά η βιογραφία του Μανώλη. Αφηγείται  ότι από μικρό παιδί η γιαγιά του και η μάνα του τον είχαν μάθει να κάνει το σταυρό του όταν περνούσε κοντά από εκκλησίες, να βοηθάει τα φτωχά παιδάκια της γειτονιάς με κουλουράκια και να μοιράζεται το πενιχρό του χαρτζιλίκι με τους ζητιάνους [9]. Έτσι ακριβώς περίπου τον ξανασυναντάμε, μεγάλο πλέον και αγωνιστή στο αντάρτικο του 1948, να περνάει κάθε μέρα από ένα συγκεκριμένο εκκλησάκι, να προσεύχεται και να σταυροκοπιέται κρυφά από τους συντρόφους του [10].

Κάποτε που ήταν κρατούμενος και ανακρινόταν από δυο γερμανοτσολιάδες,  γλύτωσε επειδή ο ένας από τους δυο τον είχε δει  προηγουμένως να κάνει τον σταυρό του και, σχεδόν εγγυητικά, είχε πει: «Αυτός δεν μπορεί να είναι κομμουνιστής, έκανε το σταυρό του» [11]. Άλλοτε πάλι, τον έσωσε από τους χωροφύλακες (στους οποίους τον είχε καταδώσει ένας δοσίλογος παπάς, στον οποίο, όμως, ο ίδιος ο Ναυπλιώτης δεν ασκεί ουδεμία κριτική) η εικονίτσα της αγίας Βαρβάρας που είχε στην εξωτερική τσέπη του σακακιού του. Στη γεμάτη έκπληξη  ερώτηση που του απευθύνθηκε για την εικόνα της αγίας Βαρβάρας, ο Μανώλης, απάντησε  ευθέως : «Γιατί να μην την έχω; Χριστιανός δεν είμαι; Για μάς δεν μαρτύρησε;» [12]. Πολλές  είναι και οι διαβεβαιώσεις του  για άμεσες και σωτήριες επεμβάσεις αγίων στον ίδιο καθώς και σ’ άλλους, φίλους και εχθρούς. Ιδιαίτερα για τους τελευταίους ο Μανώλης είχε το κουράγιο, πέρα από το πόσους είχε γλυτώσει  ο ίδιος από βέβαιο θάνατο,  να αναγνωρίσει πόσους οι άγιοι  γλύτωσαν από  τα ίδια του τα χέρια: «Μου βγήκε το αυτόματο άχρηστο. "Κάθε εμπόδιο για καλό", που λένε. Φαίνεται ότι κάποια φανταράκια των Λ.Ο.Κ είχαν άγιο και σώθηκαν από βέβαιο θάνατο» [13].

Εξίσου συγκλονιστικό είναι και  το σωτήριο κτύπημα κάποιας καμπάνας από ξωκλήσι, όπως λέει και ό ίδιος, όταν  είχε βρεθεί  αντιμέτωπος με έναν αντίπαλο στρατιώτη, τον οποίο είχε  σε απόσταση βολής πενήντα μέτρων και τον σημάδευε με  το όπλο του. Καθώς ήταν  έτοιμος να πατήσει τη σκανδάλη, άκουσε την καμπάνα της εκκλησίας να χτυπάει και το μετάνιωσε. Έκανε να φύγει, σκόνταψε, έπεσε και ακούστηκε στον αντίπαλό του. Ο στρατιώτης αμέσως τον φιλοδώρησε  με μια ριπή και τον τραυμάτισε σοβαρά. Ο Μανώλης έκανε να γυρίσει πίσω για να ανταποδώσει τους πυροβολισμούς, μα  άκουσε για δεύτερη φορά την καμπάνα της εκκλησίας να χτυπάει,  το μετάνιωσε ξανά και  δεν πυροβόλησε. Αναρωτιόταν τότε: «Εγώ ο συμμορίτης, ο κομμουνιστής, ο "άθεος", δεν τράβηξα τη σκανδάλη και ήρθε στο νου μου ο Χριστός και η εντολή του "αγαπάτε τους εχθρούς υμών"» [...]. Τον πήρε  το παράπονο, δάκρυσε και συλλογίστηκε : «Εγώ κατά τη γνώμη τους ο άθεος άκουσα την καμπάνα, επηρεάστηκα και του χάρισα τη ζωή. Εκείνος δεν την  άκουσε την καμπάνα;» [14]. Ο Ναυπλιώτης, νικημένος από την καμπάνα της εκκλησίας δεν κατάφερε να σκοτώσει τον συνάνθρωπο του. Η καμπάνα έβαλε σε λειτουργία τη μνήμη του για το αληθινό πρόσωπο του άλλου, του εχθρού, του υπενθύμισε την προίκα της αρχικής του εικόνας και του έβαλε τον λογισμό ότι, αν τελικά τον σκότωνε, μπορεί να έμενε πίσω μια  μάνα ή  μια γυναίκα με παιδιά ορφανά.

Ο Μανώλης  έζησε μια ζωή περιπετειώδη, γεμάτη ένταση, κινδύνους, άγχος, αγωνίες και θάνατο [15]. Στο κύκνειο άσμα του μας φανέρωσε τον άνθρωπο της ανάστασης και μας άφησε με έναν αποχαιρετισμό που μόνο θάνατο δεν θυμίζει. Μάλλον μοιάζει με ένα... θα τα πούμε αργότερα [16].
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΤΣΟΔΙΑΚΟΣ
Περιοδικό "Σύναξη", αρ. 122/2012, σελ. 83-87.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Γρηγόρης Κρίμπας, Μανώλης Ναυπλιώτης: οι αγώνες... και οι αγωνίες του, Καλαμάτα 2011  (κεντρ. διάθ. βιβλιοπωλείο «Αλφειός»,  Αθήνα., σσ 202-203.
[2]  Ό.π., σσ. 204-205.  
[3]    Ό.π., σ. 173.
[4] Μιχαήλ Μπακούνιν, Η αντίδραση στη Γερμανία (μτφρ. Νίκος Κούρκουλος), εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1987, σ. 19.
[5]  Κρίμπας, ό.π., σ. 104.
[6] Καμίλο Τόρρες, ένας αντάρτης παπάς. Λαϊκή ενότητα, επανάσταση! (μτφρ. Πέτρος Πεντελικός), εκδ. Μνήμη, Αθήνα 1974, σ. 16.
[7] Ζακ  Ελλύλ,  Αναρχία και Χριστιανισμός (μτφρ. Βασίλης Τομανάς), εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 10.
[8] Κρίμπας, ό.π., σσ. 9-14.
[9]  Ό.π., σ. 16.
[10] Ό.π., σ. 101.
[11]  Ό.π., σ. 34.
[12]  Ό.π., σ. 45.
[13]  Ό.π., σ. 126.
[14] Ό.π., σ. 119.
[15]  Ο.π., σ. 176.
[16]  Ό.π., σ. 203.


Ανάρτηση από: http://www.synaxi.gr