Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2015

Η αποχή της Ελπίδας

Φίλε Πιτσιρίκο, με μια μικρή ιστορία θα προσπαθήσω να εξηγήσω για ποιο λόγο υπήρξε η συνειδητή αποχή· σε αυτές και σε προηγούμενες εκλογές. Αν θέλεις, άκουσε την…

Μια φορά σε ένα χωριό υπήρχε μια όμορφη κοπελιά που ο πατέρας της ήθελε να την παντρέψει με το στανιό. Εδώ που τα λέμε κι εκείνη ήθελε να παντρευτεί αλλά δεν ήθελε να πάρει γουρούνι στο σακί. Ήθελε να γνωρίσει ένα όμορφο και έξυπνο παλικάρι, να ερωτευτούν και να μοιραστούν την υπόλοιπη ζωή τους.
Έλα μου ντε που στο χωριό αυτό όλα τα αρσενικά ήταν άξεστοι γουρούναροι που ούτε τρόπους είχανε, ούτε κάτι περισσότερο από το φαΐ, το κρασί και τον φούτσο τους σκεφτόντουσαν.
Ανάμεσα στα κτήνη αυτά υπήρχαν και κάποια που είχαν καλή καρδιά και δούλευαν στα χωράφια πιο πολύ κι από τα βόδια τους που ήταν δεμένα στο υνί.
Μέσα στο μυαλό τους εκτός από τα συνηθισμένα – φαΐ, κρασί, φούτσος – υπήρχε και η προσευχή που τους μάθαινε ο παπάς της ενορίας και η αγάπη για την –αόρατη– πατρίδα τους που τους δίδασκε ο δάσκαλος στο σχολείο.
Αυτά ήταν τα «καλά» παιδιά. Εκείνα που κάθε γονιός ονειρευόταν για την κόρη του.
Όμως, η κοπέλα της ιστορίας μας –ας την πούμε Ελπίδα– δεν γούσταρε κανέναν από τους άξεστους χωριάταρους που την πολιορκούσαν, ούτε τους καλόψυχους, ούτε τους σκατόψυχους.
Της γυρνούσαν τα άντερα και μόνο που φανταζόταν την βρωμερή τους ανάσα, καυτή στον αλαβάστρινο της λαιμό.
Κι επειδή δεν είχε την δύναμη, ούτε την τόλμη, ούτε την τύχη, ούτε και τα προσόντα -που είχε η ξαδέρφη της η Τούλα (από το Γυριστρούλα) που τα βρόντηξε όλα και πήγε στην πρωτεύουσα- αποφάσισε να το ράψει και να ΑΠΕΧΕΙ!
Ο πατέρας της γλυκιάς Ελπίδας τα έβαψε μαύρα από τον καημό της κόρης τους.
Στο καφενείο του χωριού οι λεβεντοτσολιάδες γκρινιάζανε γιατί η μικρή ήταν κάτι παραπάνω από νόστιμη και εκείνοι έμοιαζαν -και μύριζαν- με τράγους την εποχή του ζευγαρώματος.
«Αν είναι δυνατόν» έλεγαν και ξανάλεγα, «πώς και της επιτρέπουν οι γονείς να απέχει θέτοντας σε κίνδυνο την μακροπρόθεσμη επιβίωση του ίδιου του χωριού».
Του κάκου όμως!
Η αποχή της Ελπίδας δεν είναι ούτε καπρίτσιο, ούτε επαναστατική πράξη.
Απλά, όπως προείπα δεν μπορεί πια να ανεχθεί την βρωμερή ανάσα του κάθε αρκουδιάρη δίπλα της. That’s all!
Κι αφού ξεκίνησα με το «ήτανε μια φορά κι έναν καιρό», να κλείσω και με το «ζήσαμε εμείς καλά κι αυτοί καλύτερα» επιχειρώντας να φορτώσουν στην αποχή την κραυγαλέα πολιτική τους ανεπάρκεια.
Πού όταν μιλάνε κι επιχειρηματολογούν με περίσσιο πάθος, τους ακούει ένας μονάχα στους 100.
Δεν είναι ο γιαλός στραβός. Στραβά αρμενίζατε, αρμενίζετε κι από ό,τι φαίνεται θα αρμενίζετε και στο μέλλον.
Φιλιά από την βροχερή και κρύα Εσπερία
Ηλίας
(Αγαπητέ Ηλία, άλλοι έκαναν αποχή και άλλοι πιάστηκαν στην απόχη. Η ιστορία της Ελπίδας, για κάποιο λόγο που δεν ξέρω, μου θύμισε το Τραγούδι της Μπάρμπαρα από την Όπερα της Πεντάρας, όπου η Μπάρμπαρα ονειρευόταν τον ιππότη και τελικά δόθηκε στον άπλυτο που την βούτηξε και της άλλαξε τα φώτα. Ηλία, κι εδώ έβρεξε σήμερα και είναι βροχερός ο καιρός. Να είσαι καλά.)
Ανάρτηση από: http://pitsirikos.net