Σάββατο 19 Απριλίου 2014

Τι χάθηκε;

Του Αλέκου Ζούκα
 Το κείµενο που ακολουθεί είναι η παρουσίαση του Αλέκου Ζούκα στην εκδήλωση - συζήτηση µε τον Γιώργο Κολέµπα, συγγραφέα του βιβλίου Τοπικοποίηση: Μια απάντηση στην παγκοσµιοποίηση, που πραγµατοποιήθηκε την Κυριακή 13 Μαρτίου στο Μύλο Ματσόπουλου από την Κίνηση Αποανάπτυξης Τρικαλινών Πολιτών.
Θα αναρωτιούνται, όπως είναι φυσικό, οι νεότεροι, δηλαδή όλοι όσοι µεγάλωσαν µέσα σ’ ένα καθεστώς επάρκειας ή, στην καλύτερη περίπτωση, ευµάρειας για το ποιος ήταν αυτός ο πλούτος σε προϊόντα, διατροφικά ή άλλα, που χάθηκε και κάτω από ποιες συγκεκριµένες συνθήκες. Ή, πιο συγκεκριµένα, ήταν τόσο απαραίτητα όλα αυτά τα προϊόντα που η εξαφάνισή τους από τη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου να προβάλλεται σήµερα ως  πλήγµα στην ισορροπηµένη ζωή και υγιεινή διατροφή του; Η απάντηση στο τελευταίο αυτό ερώτηµα είναι προφανής: Στη φύση δεν περισσεύει τίποτα, απαραίτητα για τη διατροφή του ανθρώπου µπορεί να µην είναι τα λαθούρια, αλλά σίγουρα σε κάποια άλλη βιολογική αλυσίδα είχαν το ρόλο τους. Με τη σταδιακή τους εξαφάνιση φτωχαίνει η βιοποικιλότητα ενός τόπου και οπωσδήποτε, θα εµφανισθούν οι συνέπειές της.

Ίσως ακόµα να σκέφτονται κάποιοι, µε µια δόση εφησυχασµού, πως τελικά η εξέλιξη είναι που ρυθµίζει αυτού του είδους τις απώλειες και πως είναι µια εντελώς φυσιολογική διαδικασία, που ονοµάζεται και Φυσική Επιλογή. Θα συµφωνούσα, πράγµατι, µε την τελευταία άποψη, αν αυτό συνέβαινε σε ένα καθεστώς πλήρους ελευθερίας, αν δηλαδή η επιλογή ήταν αποτέλεσµα µιας απρόσκοπτης φυσικής διαδικασίας κι όχι της εντατικής ανθρώπινης παρέµβασης. Δυστυχώς όµως, όπως θα φανεί στη συνέχεια, δεν υπήρξε καµιά ελεύθερη επιλογή, αντιθέτως ο χάρτης της σύγχρονης ελληνικής παραγωγής και ο κατάλογος των διατροφικών προϊόντων διαµορφώθηκαν ως αποτέλεσµα της µεθοδικής αλλοίωσης της παραγωγικής φυσιογνωµίας της χώρας.
Ωστόσο δεν ήταν µόνον η παραγωγική φυσιογνωµία της χώρας που αλλοιώθηκε στους δύο περίπου αιώνες ύπαρξης του ελληνικού κράτους. Ή, καλύτερα, κι αυτή ακολούθησε µε τη σειρά της ολόκληρο τον οικονοµικό, κοινωνικό και πολιτικό προσανατολισµό των ελληνικών κυβερνήσεων. Ο προσανατολισµός αυτός, από τη δηµιουργία του ελληνικού κράτους, και για ολόκληρο τον 19ο αιώνα µέχρι και τα µέσα του εικοστού, ήταν πρωτίστως πολιτικός, στραµµένος ακλόνητα προς τη δύση, κυρίως Αγγλία και Γαλλία, και σπανιότερα Ρωσία[1]. Υπήρξαν βέβαια και ορισµένες περιπτώσεις που η προσήλωση αυτή είχε καθαρά ιδιοτελή κίνητρα, ενώ κατά τα τέλη του 20ου αι. διαµορφώνεται ο οικονοµικός και µιλιταριστικός της χαρακτήρας. Επιπροσθέτως, ο ιµπεριαλιστικός ανταγωνισµός των δυνάµεων αυτών µεταφέρονταν και στο εσωτερικό της χώρας, µε συνέπεια οι εγχώριες κοµµατικές αντιπαλότητες να παίρνουν ενίοτε διαστάσεις πολεµικής, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που οδήγησαν τη χώρα σε εθνικές περιπέτειες.
Όµως η ελληνική ύπαιθρος ήταν αυτή που ιστορικά δοκιµάστηκε σκληρά. Μετά το αποτυχηµένο κίνηµα των Ορλωφικών του 1770 γνώρισε την ανελέητη βιαιότητα των Οθωµανών, µεγάλες κωµοπόλεις που ανθούσαν από το εµπόριο των αγροτικών προϊόντων καταστράφηκαν, αγροτικές και κτηνοτροφικές εκµεταλλεύσεις παραδόθηκαν στη λεηλασία, µε λίγα λόγια η ύπαιθρος στα χρόνια εκείνα γνώρισε τη µεγαλύτερη καταστροφή από την επικράτηση των Οθωµανών, τον 15ο αι. Ωστόσο, µέχρι και τις αρχές του 19ου αιώνα οι παραγωγικές δυνάµεις της χώρας είχαν ανασυνταχθεί, όπως φαίνεται από τις αναφορές διαφόρων περιηγητών και ιδιαίτερα τις εκθέσεις του Γάλλου προξένου Φελίξ Μποζούρ[2], ενώ δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις των προϊόντων που κατείχαν αξιοσηµείωτη θέση στο εξαγωγικό εµπόριο και στην ευρωπαϊκή αγορά. Οι περίφηµες κάπες της Ζαγοράς που κατασκευάζονταν µε γιδόµαλλο, που έφτανε στο Χορευτό µε καΐκια από την ευρύτερη περιοχή της Λειβαδιάς, κι αυτές των Καλαρρυτών, διακινούνταν στην Ευρώπη,  αλλά και στους Έλληνες και Αλβανούς κτηνοτρόφους (µακριές µέχρι τον αστράγαλο) και κοντές (τα λεγόµενα κοντοκάπια) για τους ναυτικούς του Αιγαίου και της Αδριατικής. Τα υφαντουργεία του Τιρνάβου προµήθευαν τον οθωµανικό στρατό µε τόνους από τσόχες, αµπάδες, σερβέτες και άλλα υφάσµατα, ο συνεταιρισµός των Αµπελακίων έβαφε και διακινούσε τα µεταξωτά νήµατα σí ολόκληρη την Ευρώπη, ενώ οι εξαγωγές των µαλλιών και δερµάτων είχαν φθάσει στο απόγειό τους. Η εξαιρετική, για την εποχή, επεξεργασία κάποιων προϊόντων, καθώς και οι πρώτες ύλες που χρησιµοποιήθηκαν προκάλεσαν την περιέργεια των Ευρωπαίων που προσπάθησαν να βρουν το µυστικό της βαφής των νηµάτων. Έστελναν δήθεν περιηγητές, που δεν ήταν παρά εµπορικοί κατάσκοποι, στα Αµπελάκια, στον Τύρναβο και αλλού κι έµαθαν τον τρόπο βαφής. Ο Μποζούρ τον περιγράφει µε ακρίβεια χηµικού. Προµηθεύτηκαν σπόρους ριζαριού, τους µετέφεραν στη Γαλλία, κυρίως στη Μασσαλία και στο Παρίσι, ακριβοπλήρωσαν Αµπελακιώτες τεχνίτες και τους πήραν στη Γαλλία. Με το ριζάρι της Γαλλίας, µε τους Έλληνες τεχνίτες και µε την επίβλεψη του διάσηµου Λαβουαζιέ, πατέρα της χηµείας, προσπάθησαν να επιτύχουν καλές βαφές. Γίνονταν όλα σχολαστικά, µε συνεχείς επαναλήψεις. Το αποτέλεσµα πάντα ήταν απογοητευτικό. Άλλο χρώµα έδινε το παραγόµενο στη Θεσσαλία ριζάρι µε τον ήλιο και το νερό της Ελλάδας και άλλο στη Γαλλία χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις. Ο Λαβουαζιέ και οι άλλοι πρωτοπόροι της χηµείας παράτησαν τελικά την προσπάθεια µε τα χρωστικά φυτά και στράφηκαν στις χηµικές βαφές. Και ανακάλυψαν τα χρώµατα ανιλίνης. [3]
Ωστόσο η πανώλη των αρχών του 19ου αιώνα ανέκοψε αποφασιστικά αυτή την πορεία και την ανακοπή ολοκλήρωσαν τα επαναστατικά γεγονότα του 1821 και οι, εξ αυτών, συχνές εκστρατείες των στρατευµάτων της Πύλης. Κάθε εκστρατευτική προπαρασκευή σήµαινε για τους κτηνοτρόφους και γεωργούς βαρύτατες απώλειες που κοντά σí αυτές θα πρέπει να υπολογιστεί και η τροφοδοσία -οικειοθελώς ή παρά τη θέλησή τους- των ελληνικών επαναστατικών σωµάτων.
Στη σύντοµη πρωθυπουργία του ο Καποδίστριας (1828-1831) συνειδητοποίησε την ανάγκη ανασυγκρότησης της κατεστραµµένης αγροτικής οικονοµίας και µεταξύ των άλλων µέτρων µετακάλεσε από τη Γαλλία τον Γρηγόριο Παλαιολόγο, φιλόλογο και κυρίως γεωπόνο, µέλος της Κηποκοµικής και Γεωργικής Εταιρείας στο Παρίσι, ο οποίος έφτασε στην Ελλάδα µε χρήµατα, µηχανήµατα και σπόρους για να βοηθήσει την ελληνική γεωργία. Εδώ ανέλαβε τη διεύθυνση των Εθνικών Κτηµάτων και του Προτύπου Αγροκηπίου της Τίρυνθας. Η δολοφονία όµως του Καποδίστρια αποµάκρυνε µε σκαιό τρόπο τον Παλαιολόγο από τις θέσεις του και το αγροκήπιο ερήµωσε. Ωστόσο οι ιδέες του για την αγροτική ανασυγκρότηση της χώρας, µπολιασµένες µε τις ιδέες του Σαιντ Σιµόν που είχαν -µε προτροπή του Κοραή- αρχίσει να κάνουν την εµφάνισή τους, πρώτα στο πανεπιστήµιο, άρχισαν να κυκλοφορούν και στους αγροτικούς πληθυσµούς κυρίως µέσα από διαλέξεις, επαφές και αρθρογραφία στο περιοδικό Αθηνά, που συνέχιζε ο Παλαιολόγος και µετά την αποµάκρυνσή του.
Ο Παλαιολόγος υπήρξε ο άνθρωπος που πρώτος αυτός στη νεότερη Ελλάδα προσπάθησε να ανασυγκολλήσει τη χαµένη συνέχεια της γνώσης των αρχαίων γύρω από τα φυτά και τις ιδιότητές τους. Το κεχρί (µε το αλεύρι του εµπλούτιζαν το ψωµί), τα κουκιά, ο βίκος (πλούσια σε παραγωγή γάλακτος ζωοτροφή), ο όροβος ή ρόβι (για την διατροφή των βοοειδών), το φηγόπυρο ή µαυροσίταρο (όσπριο µε το οποίο γίνονταν το κρίµνο ή ο χόνδρος δηλ. το ψιλό ή χονδρό πληγούρι), ο θέρµος (ξεχασµένο και στα χρόνια του Παλαιολόγου όσπριο για ζωοτροφή που εµπλούτιζε µε την καλλιέργειά του όπως και το κεχρί τα φτωχά εδάφη), [4] όπως και πολλά άλλα, ξαναήρθαν στην επιφάνεια σε σχέση και µε τις ευρωπαϊκές επιδόσεις της καλλιέργειάς τους, αλλά και σε σχέση µε τις παρατηρήσεις των αρχαίων (Θεόφραστου, Διοσκουρίδη, Γαληνού και άλλων) για τη θρεπτική τους αξία και τις άλλες τους ιδιότητες. Με το ογκώδες δίτοµο έργο του Γεωργική και Οικιακή Οικονοµία 1833 ñ 1835, αλλά και µε τις δεκάδες µονογραφίες του µε πρακτικές οδηγίες και καλλιεργητικές συµβουλές, άφησε για τις επερχόµενες γενεές µια σπουδαία παρακαταθήκη γνώσεων, που στο σύνολό τους παραµένουν, δυστυχώς, επίκαιρες. Η ελληνική ύπαιθρος συνέχισε να παραδέρνει έρµαιο, αυτή τη φορά, των οµοεθνών µεγάλων γαιοκτηµόνων, οι οποίοι διαδέχθηκαν, στην κυριότητα της γης, τους αποχωρήσαντες Οθωµανούς.
Η αρπαγή της γης µε διάφορα νοµικά τερτίπια και το καθεστώς της δουλοπαροικίας των ακτηµόνων, ιδιαίτερα στη Θεσσαλία, θα συγκινήσει τον επαναστάτη και οραµατιστή πολιτικό Αλέξανδρο Κουµουνδούρο (στο διάστηµα 1865 ñ 1883 εξελέγη δέκα φορές πρωθυπουργός), που ξεκίνησε το µεγάλο µεταρρυθµιστικό του σχεδιασµό από τη Θεσσαλία, η οποία ελευθερώθηκε επί πρωθυπουργίας του και η οποία µε κατάλληλες υποδοµές (σιδηρόδροµος, εγγειοβελτιωτικά έργα), µε την αποκατάσταση των ακτηµόνων και µε συνδυασµένη αγροτική ñ βιοµηχανική ανάπτυξη, θα µπορούσε να ξελασπώσει τη βαλτωµένη οικονοµία της χώρας και να θρέψει τον εξαθλιωµένο της πληθυσµό. Σí αυτό το ελπιδοφόρο περιβάλλον, έρχεται από την Αµερική, όπου σπούδασε φυσικές και φυσικοϊστορικές επιστήµες, ο Παναγιώτης Γεννάδιος, γιος του λόγιου και διδάσκαλου του γένους Γεωργίου Γεννάδιου. Η δράση του υπήρξε πολυσχιδής, όντας Επιθεωρητής Γεωργίας στο Υπ. Εσωτερικών, την περίοδο 1880 ñ 1894, γράφει, επιµελείται και εκδίδει το µηνιαίο περιοδικό Ελληνική Γεωργία επί δώδεκα χρόνια αδιαλείπτως [5]. Γύρω από το περιοδικό συγκεντρώνονται αρκετοί επιστήµονες γεωπόνοι, χηµικοί, βοτανολόγοι και άλλοι. Αν σκεφτεί κανείς τα µέσα της εποχής και την ανάγκη περιγραφής των ασθενειών µε εικόνες (εδώ γίνονταν µε σκίτσα), η προσπάθεια του Γεννάδιου φαντάζει τιτάνια!
Τον Κουµουνδούρο όµως ανατρέπει ο υπουργός του Χαρίλαος Τρικούπης, µε τη βοήθεια βουλευτών που εξυπηρετούσαν πρωτίστως τα συµφέροντα των µεγαλογαιοκτηµόνων. Ο Τρικούπης θα διαχειριστεί το δάνειο των 5 εκ. φράγκων, που είχε συνάψει ο Κουµουνδούρος µε τη Γαλλία, για τα εγγειοβελτιωτικά έργα στη Θεσσαλία, προς ίδιον κοµµατικό όφελος. Τροποποιεί τη σύµβαση του σιδηροδρόµου και ορίζει πλάτος της γραµµής το ένα µέτρο (µετρική) κι όχι το διεθνές πλάτος του 1,44 µέτρα. Το αποτέλεσµα ήταν καταστροφικό για την Ελλάδα. Η µειονεκτική της θέση (τερµατικός προορισµός) επέβαλε στη χώρα να πληρώνει παντού τις διελεύσεις των εµπορευµάτων της, από και προς την Ευρώπη, και να µην εισπράττει από κανέναν. Τώρα πληρώνει και την ενοικίαση των ξένων βαγονιών για τις µεταφορές της και τη µεταφόρτωσή τους στον µεθοριακό σταθµό του Πυργετού της Λάρισας στα οθωµανικά τρένα. Η σκληρή του στάση στα συλλαλητήρια της εποχής, για την αποκατάσταση των ακτηµόνων και ενάντια στις αυθαιρεσίες -µε την ανοχή των αρχών- των τσιφλικάδων, εξανάγκασε το Δηµοτικό Συµβούλιο της Λάρισας, έπειτα από εισήγηση του δηµάρχου Γαλάτη, να κηρυχθεί ο Τρικούπης πρόσωπο ανεπιθύµητο για την πόλη και να µην ονοµασθεί ποτέ οποιαδήποτε οδός ή µνηµείο στο όνοµά του. Αντίθετα το άγαλµα του Κουµουνδούρου καθώς και το όνοµά του τιµούν την πρώτη οδό της πόλης. Θεωρώ πως είναι ντροπή, αν όχι ανοησία, άνθρωποι που δηλώνουν ιστορικοί, και ιδιαίτερα Θεσσαλοί, να αναφέρονται στον Τρικούπη µε το χαρακτηρισµό υποδειγµατικός ηγέτης, υπερεκτιµώντας τις πολιτικές του δεξιότητες και παραβλέποντας το γεγονός πως, η πολιτική τελικά, ακόµα και στην εξαιρετική περίπτωση, δεν είναι τίποτα παραπάνω από το µέσο, το όχηµα, δηλαδή, που θα οδηγήσει τον άνθρωπο και την κοινωνία στην ευτυχία, και όχι αυτοσκοπός.
Εν µέσω κοµµατικών αλληλοσπαραγµών, µισαλλοδοξίας και αποτυχηµένων πολέµων και κινηµάτων, ο Παν. Γεννάδιος θα συνεχίσει το έργο του και θα ολοκληρώσει το περίφηµο Φυτολογικό Λεξικό του το 1914, µε πάνω από δέκα χιλιάδες φυτά, µε αναφορές στις ιδιότητές τους, στην καλλιέργειά τους, τις παθήσεις τους και την αντιµετώπισή τους [6]. Η φτώχεια, βέβαια, σε βαθµό εξαθλίωσης της υπαίθρου είχε ήδη συγκινήσει τους διανοούµενους και λογοτέχνες της εποχής. Αρκετοί αποτύπωσαν στο έργο τους τη δυστυχία που επικρατούσε στην ύπαιθρο, άλλοι συµπαρατάχθηκαν µε το µέρος των δυστυχισµένων εκθειάζοντας τον κοινοτικό τρόπο ζωής, όµως κανένας δεν βρέθηκε µε το µέρος του κοµµατικού κράτους και των καπιταλιστικών του οραµάτων, µε τις ελάχιστες βέβαια εξαιρέσεις αυτών που ενέδωσαν στις µεγαλοϊδεατικές προσδοκίες της εποχής. Αρκεί κανείς να ανατρέξει στον Ζητιάνο του Α. Καρκαβίτσα, ή στον πρόλογο του συνεταιρισµού της κοινότητας Κοσκινά Καρδίτσας του 1908, που υπογράφει ο Αλέξανδρος Παπαδιαµάντης [7], προκειµένου να κατανοήσει τις συνθήκες που επικρατούν. Μέσα σí ένα τέτοιο περιβάλλον εµφανίζονται οι Ντίνος Μαλούχος και Κων/νος Καραβίδας, κύριοι εκφραστές του κοινοτισµού ως εναλλακτικού σχεδιασµού της οικονοµικής και διοικητικής οργάνωσης του κράτους.
Το καθεστώς Βενιζέλου, επισηµαίνει ο Μαλούχος, µετά το 1909 άφησε ελεύθερο το πεδίο δράσης στα νέα ιδεολογικά ρεύµατα που έρχονταν από την Ευρώπη, όπως οι κοινωνιολόγοι, οι σοσιαλιστές, οι κοµµουνιστές. Οι θεωρίες αυτές, τελευταίες αναλαµπές του ευρωπαϊκού πολιτισµού, δεν ήταν δυνατόν να εφαρµοσθούν στην Ελλάδα, διότι η ελληνική πραγµατικότητα ήταν πλατύτερη από τα σχήµατα αυτά. Προσέκρουαν στην ψυχρή αδιαφορία των αγροτών, µικροεπαγγελµατιών και άλλων λαϊκών τάξεων, δηλαδή της κοινωνικής πλειοψηφίας. Παρόµοια ξενόφερτη, εντελώς θεωρητική, χωρίς πρακτικά αποτελέσµατα προσπάθεια ανασυγκρότησης, υπήρξε αυτή των κοµµουνιστών. Προσπάθεια άγονη, τουλάχιστον για την µεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού, που αποτελείται από µικρονοικοκυραίους, αγρότες και επαγγελµατίες, θεωρία που διδάσκει την πάλη του προλεταριάτου εναντίον των κεφαλαιούχων, την στιγµή που στην Ελλάδα το µεν προλεταριάτο είναι σχεδόν ανύπαρκτο, το δε κεφάλαιο διασκορπισµένο στα χέρια όλου σχεδόν του αγροτικού και µικροαστικού πληθυσµού [8].
Είναι η εποχή που αρθρώνονται οι πρώτες αµφισβητήσεις σχετικά µε τον καπιταλιστικό προσανατολισµό της ανάπτυξης της χώρας, µε κύριους εκπροσώπους τον Ντίνο Μαλούχο και τον Κωνσταντίνο Καραβίδα, κατí αρχήν στο περιοδικόΚοινότης. Οι αµφισβητήσεις αυτές πολύ γρήγορα πήραν το χαρακτήρα πολεµικής και πάλι εις µάτην. Τόσο ο Μαλούχος, που πέθανε πολύ νέος, µόλις 33 ετών, µε την αρθρογραφία του, όσο και ο Καραβίδας µε τις πολυετείς έρευνες πεδίου, σχετικά µε την αγροτική παραγωγή -κύρια στη Μακεδονία-, επισήµαναν την εγκληµατική αδιαφορία της πολιτικής µε την έννοια της κοµµατοκρατίας και την αναπηρία του κοινοβουλευτικού µοντέλου διακυβέρνησης. Πιστεύοντας ακράδαντα στην άµεση δηµοκρατία και στον συνεταιριστικό ñ κοινοτικό τρόπο οργάνωσης της υπαίθρου, θα αναλύσουν διεξοδικά τα µοντέλα παραγωγής, κύρια τους συνεταιρισµούς, για τους γεωργούς, και τα τσελιγκάτα για τους κτηνοτρόφους.
Ο Καραβίδας, στο µνηµειώδες έργο του Τα Αγροτικά [9], θα αναλύσει διεξοδικά την κατάσταση της υπαίθρου, ενώ µε εκατοντάδες αναφορές του θα προσπαθήσει να τραβήξει την προσοχή των κυβερνώντων πάνω στο πρόβληµα της οικονοµικής και δηµογραφικής κατάρρευσης της υπαίθρου. Το αρχικό βιβλίο, υπό µορφή ογκώδους έκθεσης µερικών χιλιάδων σελίδων, που παραδόθηκε το 1929 ιδιοχείρως στον υπουργό Εξωτερικών της κυβέρνησης Βενιζέλου, ο υπουργός (µάλλον ο Αλ. Καραπάνος) το έχασε!!! [9] Ο Κωνσταντίνος Καραβίδας ερεύνησε ενδελεχώς την νεοελληνική κοινότητα. Η σκέψη του µετατοπίστηκε, από µια εξαντλητική και επιτυχή συλλογή πρωτογενούς υλικού, στην ανάδειξη της κοινότητας σε µια ´πραγµατική ουτοπίαª, προορισµένη να συγκρουστεί στο χώρο της ιδεολογίας µε άλλες ´πραγµατικές ουτοπίεςª. Ο Καραβίδας καταλήγει στο συµπέρασµα ότι η κοινότητα όχι µόνο υπήρξε, αλλά διεκπεραίωνε λειτουργίες διοικητικές και παραγωγικές. Γηγενής αντικαπιταλιστικός θεσµός, δηµιούργηµα εν πολλοίς γεωοικονοµικών παραγόντων, είναι αναγκαία σε κάθε στάδιο της τεχνικής εξέλιξης και κλειδί για την κατανόηση του νεοελληνισµού [10].
Ο 2ος Παγκόσµιος Πόλεµος και ο εµφύλιος που ακολούθησε επέβαλαν άλλες προτεραιότητες και η ύπαιθρος για µια ακόµα φορά περιορίστηκε στα απολύτως απαραίτητα. Ωστόσο οι διατροφικές ανάγκες της κατοχής και η φτώχεια ανάγκασαν το λαό, ειδικά της υπαίθρου, για ένα µικρό δυστυχώς χρονικό διάστηµα, να ξαναθυµηθεί µια πληθώρα πρακτικών και προϊόντων της φύσης όπως τα άγρια µπιζέλια, τη µολόχα, διάφορα είδη κιχώριου (από την καβουρδισµένη και τριµµένη ρίζα του παραγόταν και ένα υποκατάστατο του καφέ), το πρωινό κατσαµάκι, τα σούρβα, διάφορες επίσης φυτικής προέλευσης βαφές: ριζάρι (ερυθρόδανο), λάπατο (αποξηραµένοι κόνδυλοι των ριζών έβγαζαν καφεκίτρινο χρώµα), καρύδι (το σαρκώδες περίβληµα του καρυδιού για βαφή), οι χλωρές φλούδες του µέλεγου ή µέλιου για την απολύµανση του νερού των πουλερικών κ.ο.κ. Σχεδόν κάθε αγροτικό νοικοκυριό ήταν και ένα µικρό εργαστήριο που συντηρούσε τα εργαλεία του, ύφαινε τα απαραίτητα στρωσίδια ή ρούχα, κατασκεύαζε τις αποθήκες και τους στάβλους του και επισκεύαζε τις ζηµιές τους, µε τους µπαχτσέδες του, τα οπωροφόρα του και τα λίγα οικόσιτα ζώα. Αντίστοιχα κάθε κτηνοτρόφος, ακόµα και οι νοµάδες, είχε τον κήπο του δίπλα στα µαντριά του, έφτιαχνε τα τουλούµια του για το τυρί. από δέρµατα συνήθως κατσικιών, ξύλινες βαρέλες για νερό, οι γυναίκες ύφαιναν τα µαλλιά κ.ο.κ. Σήµερα οι εντατικές καλλιέργειες εξαφάνισαν την αυτάρκεια του αγροτικού νοικοκυριού και ένα από τα µεγάλα προβλήµατα των κτηνοτρόφων είναι το  πετρέλαιο που χρειάζονται για να κάψουν τα µαλλιά των κοπαδιών.
Πριν τον 2ο Παγκόσµιο Πόλεµο ήδη η κτηνοτροφία είχε αρχίσει να συρρικνώνεται και από εξαγωγική δύναµη που ήταν στις αρχές του αιώνα, άρχισε να µην καλύπτει τις ανάγκες του πληθυσµού. Αυτό που δεν κατόρθωσαν οι πολεµικές συγκρούσεις και η πολιτική αστάθεια του πρώτου κυρίως µισού του 20ου αιώνα το κατάφερε ο δυτικός προσανατολισµός των κυβερνήσεων. Η Α. Χατζηµιχάλη [11] στα 1955 θα καταγράψει 1.839 τσελιγκάτα (κοινοπρακτικές µορφές οργάνωσης της κτηνοτροφίας) τα οποία ανήκουν σε 7.620 οικογένειες και αριθµούν 1.403.875 κεφάλια ζώα. Η καταγραφή αυτή αφορούσε µόνον τους Σαρακατσαναίους νοµάδες κτηνοτρόφους στις περιοχές της θερινής τους διαβίωσης στα βουνά της Πελοποννήσου, Ηπείρου, Μακεδονίας, Στερεάς, Θεσσαλίας και Θράκης. Στα 1983, ο συνολικός πληθυσµός των ζώων της µεταβατικής κτηνοτροφίας στην Ελλάδα µόλις που φθάνει τα 630.000 [12] κεφάλια σí ολόκληρη τη χώρα, ενώ δεν έµεινε ούτε ένα τσελιγκάτο! Η κατάρρευση υπήρξε ραγδαίαÖ
Η εκτατική (κοπαδιάρικη) κτηνοτροφία αντικαταστάθηκε σταδιακά από τα βιοµηχανικά εκτροφεία προβάτων και βοοειδών, που κι αυτά σήµερα δεν καλύπτουν ούτε το 30% της εγχώριας κατανάλωσης κρέατος. Δεν χρειάζεται νοµίζω νí αναφερθώ στον διατροφικό εφιάλτη της Ευρώπης, τουλάχιστον αυτόν που ανακαλύπτει κατά καιρούς ο Τύπος (σκεφτείτε τι άλλο γίνεται που δεν το µαθαίνει ή το αποσιωπά), ούτε, φαντάζοµαι, στην αναγνώριση των θεσσαλικών προϊόντων στην ιστορική τους πορεία. Κι αφού ούτε τα βιοµηχανικά βουστάσια της Δανίας διαθέτουµε, ούτε ταΐζουµε τα ζώα ορυκτέλαια, ας προστατέψουµε τουλάχιστον τα υψηλής ποιότητας γεωργοκτηνοτροφικά µας προϊόντα και φυσικά ας στηρίξουµε (και στηριχτούµε) την εκτατική µας κτηνοτροφία και τις µικρές εκτατικές καλλιέργειες που µπορούν να αποτελέσουν τη µοναδική απάντηση στον σύγχρονο διατροφικό εφιάλτη. Η κάθοδος στον στίβο του παγκόσµιου ή και ευρωπαϊκού ανταγωνισµού, χωρίς την προστασία των προϊόντων και µε κόστη παραγωγής πολλαπλάσια των ανταγωνιστών µας (λόγω ορυκτελαίων, οστεάλευρων κ.λ.π.), φαντάζει σαν απονενοηµένο διάβηµα.
Η τοπική αυτοδιοίκηση, ουσιαστικά µη ανθιστάµενη κι ακολουθώντας άκριτα τις επιλογές της κεντρικής εξουσίας, περιφρόνησε την παραγωγική φυσιογνωµία της περιοχής της και εγκατέλειψε το πρόβληµα στις δυνάµεις της αγοράς, η παντοδυναµία της οποίας τείνει να υποκαταστήσει κάθε εθνικό σχεδιασµό σε οικονοµικό επίπεδο. Αλλά και το θεσµικό πλαίσιο λειτουργίας της τα περιόρισε τις βασικές της λειτουργίες, αφού ο νεοέλληνας νοµοθέτης δεν αξιώθηκε να καταλάβει πως η κοινότητα δεν ήταν µόνο διοικητική περιφέρεια, αλλά εστία αναπτύξεως και εφαρµογής των ανθρώπινων δικαιωµάτων στην πιο συγκεκριµένη τους εκδήλωση [13]. Οι ρυθµίσεις των αγροτικών χρεών, τόσο σε αγρότες όσο και σε συνεταιρισµούς, παρά το ότι επιβάρυναν τον Έλληνα φορολογούµενο, έχουν αποδειχθεί ετεροχρονισµένες και αναποτελεσµατικές. Το µόνο που κατάφεραν ήταν να βελτιώσουν πρόσκαιρα το χαρτοφυλάκιο της ΑΤΕ και να συγκαλύψουν τις ευθύνες των κυβερνήσεων και των διοικούντων τον αγροτοσυνεταιριστικό χώρο.
Ζούµε στην εποχή όπου η ποσότητα θριάµβευσε υπέρ της ποιότητας, µε τις ποικίλες ανησυχητικές προεκτάσεις αυτής της διαπίστωσης. Σε όλους τους τοµείς της ζωής και ιδιαίτερα στον αγροτικό τοµέα αθροίζουµε ποσότητες, ενώ καθηµερινά χάνουµε γενετικό υλικό. Στην αµπελουργία, για παράδειγµα, δεκάδες παλιές ποικιλίες αµπελιών αντικαταστάθηκαν από σύγχρονες ευρωπαϊκές µεγαλύτερης απόδοσης. Ο αγιορείτης Ευλόγιος Κουρίλας διερεύνησε, στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. εκατοντάδες ποικιλίες γνωστές στους αρχαίους, µε τα ιδιαίτερα ονόµατα και ιδιότητές τους [14]. Από αυτές, ελάχιστες υπάρχουν σήµερα και µόνο σε παλιούς αµπελώνες, µη εκµεταλλεύσιµους, στα νησιά ή στα ορεινά της χώρας. Αρκετές ποικιλίες ελληνικών βοοειδών εξαφανίστηκαν χάριν των κρεατοπαραγωγών µοσχαριών υψηλής απόδοσης Σαρολέ, Λιµουζίν και άλλων. Ο Μόκας κι ο Φασούλας, στους Καλαρρύτες, µε τα δόντια κυριολεκτικά κρατάνε αµιγή τα κοπάδια τους µε τα βραχύσωµα καλαρρυτινά (τα λεγόµενα µπούτσκα), πρόβατα µε τεράστια πλεονεκτήµατα έναντι των άλλων.
Αγαπητοί φίλοι, δεν σας κρύβω ότι αντιµετωπίζω µε µελαγχολία όλη αυτή την υπόθεση. Δεν ξέρω αν υπάρχει πλέον χρόνος προκειµένου να ανατραπεί αυτή η πορεία. Ωστόσο πιστεύω πως το µεγαλύτερο κέρδος από τους προβληµατισµούς αυτούς, και από όλα αυτά τα κινήµατα, είναι πως κάποιοι άνθρωποι συνειδητοποιούν καθηµερινά πως υπήρχε -και υπάρχει- κι άλλος δρόµος από αυτόν που ακολουθήθηκε. Μια διαφορετική πορεία, που απελευθερώνει τον άνθρωπο από οικονοµικά, πολιτικά ή άλλου είδους δεσµά και τον µεταµορφώνει σε κυρίαρχο της προσωπικής και κοινωνικής του ιστορίας. Κι αυτό είναι µια ιστορική αλήθεια που θα δυναµώσει την πίστη όσων κουράστηκαν να σέρνονται πίσω από τα τερτίπια του κοινοβουλευτισµού, δηλαδή τις υποσχέσεις, τα διλήµµατα και τους εκβιασµούς.
Αρκετά όµως ως εδώ και ευχαριστώ για την υποµονή σας.
[1] Αυτό το φαινόµενο οφείλεται, σύµφωνα µε τον (Ντίνο σ.δ.) Μαλούχο, (α) στον υλικό και ψυχικό κάµατο που προήλθε από την Επανάσταση, (β) στην τεχνική και υλική υπεροχή της Δύσης, (γ) στην έλλειψη ντόπιας ιθύνουσας τάξης, ικανής να αντιµετωπίσει τα µετεπαναστατικά προβλήµατα, (δ) στον ρόλο των εξ Ευρώπης Ελλήνων πολιτικών, (ε) στην ευνοϊκή για την Ελλάδα παρέµβαση των δυτικών δυνάµεων. Μελετόπουλος Μελέτης, ´Ο Ντίνος Μαλούχος και η επιθεώρηση Κοινότης, Περιοδικό Άρδην, τ. 44., όπου και σπουδαίες πληροφορίες για τις δυσχέρειες και την τύχη των ιδεών του κοινοτισµού στην Ελλάδα.
[2] Felix Beaujour Πίνακας του εµπορίου της Ελλάδος στην Τουρκοκρατία (1787-1797), εκδόσεις Τολίδη, Αθήνα 1974.
[3] Λάζαρος Αρσενίου, Η Θεσσαλία στην τουρκοκρατία, σελ. 76, Επικαιρότητα, Αθήνα 2010.
[4] Γρηγόριος Παλαιολόγος, Γεωργική και Οικιακή Οικονοµία, τόµος 1ος, Ναύπλιο, εκ της Βασιλικής Τυπογραφίας, 1833 και τόµος 2ος, Αθήνα, ο.π. 1835.
[5] ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑ, Σύγγραµµα κατά µήνα εκδιδόµενον, όργανον των συµφερόντων των απανταχού Ελλήνων κτηµατιών, καλλιεργητών της γης και κτηνοτρόφων, υπό Π. Γενναδίου, έτος πρώτον, Αθήνα 1885.
[6] Π. Γ. Γενναδίου, Φυτολογικόν Λεξικόν, περιλαµβάνον τα ονόµατα, την ιθαγένειαν και τον βίον υπερδεκακισχιλίων φυτών, εν οις και τα λόγω χρησιµότητος ή κόσµου καλλιεργούµενα, των οποίων περιγράφονται και η ιστορία, η καλλιέργεια, τα προϊόντα και αι νόσοι, Αθήνα 1914.
[7] 1908, Αλεξάνδρος Παπαδιαµάντης, τόµος Εí, επιµέλεια Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, εκδόσεις Δόµος. Το βιβλιάριον τούτο, το περιέχον το Καταστατικόν της νεωστί αποκαταστάσης Κοινότητος του µικρού χωρίου Κοσκινά της Καρδίτσης, µοι φαίνεται ως µία αίγλη φωτός, εν φαεινόν βήµα, εν εύηχον κήρυγµα προόδου, ευηµερίας και αλληλεγγύης µεταξύ των ανθρώπων. Η αλλαγή εξουσίας και Κυβερνήσεως, και η φυσική εντεύθεν ανωµαλία, η ζύµωσις η εκ του κοµµατισµού προερχοµένη, η ανεπάρκεια και αφροντισία των Ελληνικών Κυβερνήσεων, των λόγω µεν επαγγελλοµένων εκάστοτε την λεγοµένην αποκέντρωσιν, πράγµατι δε εξασκουσών την συγκέντρωσιν µέχρις αποπνιγµού, και η γειτνίασις του συχνά πληµµυρούντος Παµίσου, όλα ταύτα συλλήβδην υπήρξαν αφορµή όπως µη διοικήται καλώς το χωρίον και φθίνη η Κοινότης. Χάρις τω Θεώ ανέτειλεν επí εσχάτων η ευεργέτις πρωτοβουλία νεαρών ευπαιδεύτων ανδρών, τέκνων του αυτού χωρίου, εις το πνεύµα των οποίων επήλθε φωτισµός και ευβουλία, προς άρσιν των κακών τούτων και το ανά χείρας βιβλιάριον δύναται να χρησιµεύση ως υπόδειγµα πώς πρέπει να διευθύνωνται εκασταχού αι κοινοτικαί περιουσίαι. Οι γεωργικοί πληθυσµοί της Θεσσαλίας και της Ελλάδος, οίτινες αποτελούσι την βάσιν της κοινωνίας, και πρέπει να σεµνύνωνται διí αυτό, ας λάβωσι διδάγµατα και ας καρπωθώσιν ωφελήµατα εκ του διαυγούς τούτου Καταστατικού, του περιποιούντος τιµήν εις εκείνους οίτινες το υιοθέτησαν και το κατήρτισαν, και, συν Θεώ αρωγώ, τάχí αύριον έσσετí άµεινον. Το µέλλον αναγκαίως θα είναι καλύτερον του παρελθόντος.
[8] Μελετόπουλος Μελέτης, ό. π.
[9] Κ. Δ. Καραβίδα, Αγροτικά, Έρευνα επί της οικονοµικής και κοινωνικής µορφολογίας εν Ελλάδι και εν ταις γειτονικαίς σλαυϊκαίς χώραις, Μελέτη Συγκριτική, Παράρτηµα του ΣΤ΄ τεύχους του Γεωργικού Δελτίου, Αθήνα 1931.
[9a] Κ. Δ. Καραβίδα, ό π., σελ ιδ. Έτσι περιγράφει ο ίδιος τη σηµασία που έδωσε ο υπουργός στην έκθεσή του: Και η µεν παλαιοτέρα εκείνη έκθεσις, δυστυχώς ή ευτυχώς, απωλέσθη κατά τον ίδιον έτος το 1929, αν και ογκωδεστάτη, εις χείρας του κ. υπουργού επί των Εξωτερικών -έτσι τουλάχιστον εδικαιολογήθη το πράγµα εκ των υστέρων.
[10] Σπύρος Κουτρούλης, Ο κοινοτικός συνεργατισµός και ο Κ. Καραβίδας, Περιοδικό Άρδην τ. 44.
[11] Χατζηµιχάλη Α.: Σαρακατσάνοι, τ. Α., Αθήνα 1975.
[12] Ψυχογιός Δ., Παπαπέτρου Γιούλη: ΟΙ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΝΟΜΑΔΩΝ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΩΝ, άρθρο στοΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ & ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, Αθήνα 1987.
[13] Νικόλαος Πανταζόπουλος, Κοινοτισµός και τοπική αυτοδιοίκηση, άρθρο στην εφ. MAKΕΔΟΝΙΑ, Κυριακή 07.11.2010.
[14] Ευλογίου Κουρίλα Λαυριώτου, Οι Αµπελώνες του Άθω, Θεσσαλονίκη 2001 (απόσπασµα από το έργο Άθως, φως εν σκότει, Αθήνα 1935).
Ανάρτηση από: http://ardin-rixi.gr