Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

Ιταλικά Cayenne. Από που προέρχεται η βία της Γένοβα 2001 …

Του Alexik*

Κάποιος ζογκλέρ του λόγου, δεκάδες χρόνια πριν, έγραψε» τον έπαινο της έλλειψης της μνήμης». Έμοιαζαν σχεδόν επαναστατικά λόγια, γιατί κατέγραφαν την διάρρηξη της ιστορικής συνέχειας του εργατικού κινήματος του χίλια οκτακόσια-εννιακόσια και μας καλούσαν να κοιτάξουμε το μέλλον δίχως το εμπόδιο των διανοητικών σχημάτων του παρελθόντος. Έτσι φαίνονταν.
Αντιθέτως ήταν ένας λόγος  αφοπλιστικός, συνεργός, ευνοϊκός προς την εξουσία. Η οποία, αντιθέτως, διατηρεί προσεκτικά “μνήμη” όλου εκείνου που συνέβη στο παρελθόν, ειδικότερα στο μέτωπο του κοινωνικού και πολιτικού αγώνα. Το κάνει με τα αρχεία, με τους πολιτιστικούς θεσμούς όπως και με τους κατασταλτικούς, το κάνει με τις σχολές της αστυνομίας, τα “πανεπιστήμια” για μυστικές υπηρεσίες, με ιεράρχες ικανούς να αντιμετωπίσουν τις εκκολαπτόμενες υποκειμενικότητες που φέρουν ανθεκτική εμπειρία, το κάνει “επιστημονικά” διότι έχει καθαριστεί από κάθε χαρακτηριστικό υποκειμενικό ή ποιοτικό. Με τον έλεγχο κάθε καινούργιας τεχνολογίας που εφαρμόζεται στην καταχώρηση του κάθε μεμονωμένου πολίτη, από την κούνια μέχρι τον τάφο (τα social network βρίσκονται εκεί και γι αυτό).
Αυτό το δοκίμιο του Alexik, που δημοσιεύτηκε τις προηγούμενες ημέρες από την Carmilla, ανακατασκευάζει το νήμα που συνδέει τις κατασταλτικές πρακτικές που προέκυψαν σχεδόν “ξαφνικά” – δυσανάλογες και σκανδαλώδεις-κατάφωρες σε σχέση με το ποσοστό  “επαναστατικότητας” του κινήματος No Global – κατά την διάρκεια της Γένοβα Genova 2001. Πάγιες πρακτικές που συστάθηκαν από την μοναρχία της Σαβοΐας , αναπτύχθηκαν σε φασιστικό έλεγχο από την φασιστικήOvra, κληρονομήθηκαν δίχως εκκαθαρίσεις – ούτε καν “πολιτιστικές” – από την Δημοκρατία που γεννήθηκε από την Αντίσταση και εφαρμόζονται σήμερα, ακριβώς, από τις απεριόριστες δυνατότητες που παρέχει η τεχνολογία της πληροφορικής, social network και big data. Όλα εργαλεία “τεχνικά-επιστημονικά” των οποίων η κοινωνική λειτουργία δεν είναι από μόνη της θετική ή αρνητική, αλλά “εξαρτάται” – μαρξιανικά – από την χρήση τους. Δηλαδή από τον τύπο του υποκειμένου το οποίο τα χρησιμοποιεί και από τον τύπο των στόχων που θέλει να πραγματοποιήσει.

Η αναπαράσταση του Alexik είναι παραδειγματική για εκείνο που συμβαίνει όταν ένα  “κίνημα που γεννιέται” – δίχως δομές, ιεραρχίες, μνήμη, ανεξάρτητους θεσμούς, όραμα, στρατηγική, τακτική – πηγαίνει να αντιμετωπίσει μιαν εξουσία που κατέχει όλο εκείνο που λείπει στον αντίπαλο. “Έφθασαν στη Genova τον ιούλιο του 2001 νομίζοντας πως έφτανε η δύναμη των αριθμών για να αντιπαρατεθεί σε εκείνη των δυνατών, ή ότι για ακόμη μια φορά επρόκειτο για την προσομοίωση μιας σύγκρουσης.
Οι περισσότεροι ήταν επιλήσμονες ή δεν είχαν συνειδητοποιήσει εκείνο που είχε αντιμετωπίσει, γύρω στα 20 χρόνια νωρίτερα, η τελευταία γενιά που είχε προσπαθήσει σοβαρά να ανατρέψει τους κανόνες τους παιχνιδιού
”.

Οπότε είχαμε δίκιο εμείς
Ναι, αλλά δεν είχατε τίποτα άλλο
 
Επιλήσμονες, δηλαδή γυμνοί και ανυπεράσπιστοι από την στιγμή κατά την οποίαν – λόγω του ότι δεν ανέχονταν την παρούσα κατάσταση – αναγκάστηκαν να πουν “φθάνει, ήρθε η ώρα να κάνουμε κάτι”. Γυμνοί και ανυπεράσπιστοι διότι εισέρχονται σε έναν κόσμο του οποίου αγνοούν τους θεμελιώδεις μηχανισμούς, ενεργούν μια διαμάχη αγνοώντας τους αιώνιους κανόνες κάθε διαμάχης (πολιτική και πόλεμος είναι ταυτόχρονα παρόντες σε κάθε στιγμή,  σε αναλογίες που “εξαρτώνται” από το πλαίσιο, από την συγκυρία), αντιμετωπίζουν έναν εχθρό (που ξέρει πως είναι τέτοιος) σαν να ήταν ένας κανονικός πολιτικός αντίπαλος αναγκασμένος να συμπεριφερθεί σύμφωνα με τις αρχές του bon ton, της εθιμοτυπίας. Ένας εχθρός που αντιθέτως έχει στις πλάτες του, αν και καλά κρυμμένες, εκατοντάδες μαζικές καταστολές, δεκάδες χιλιάδες δολοφονιών, βασανισμών, φυλακίσεων.
Υπάρχουν λοιπόν πράγματα για τα οποία πρέπει να στοχαστούμε, να προβληματιστούμε. Αλλά εάν συναντήσετε κάποιον που σας προτιμά  “δίχως μνήμη”, που χαμογελά μουρμουρίζοντας στο αυτί σας πως “έτσι δεν θα θυμάστε τις ήττες και θα είστε πιο ριζοσπαστικοί”… λοιπόν, κοιτάξτε εσείς πως να τον απομακρύνετε. Οριστικά.
*****
Η πύλη άνοιγε συνεχώς. Από τα φορτηγά κατέβαιναν εκείνα τα παιδιά και να ξύλο. Τους έστηναν όρθιους στον τοίχο. Μόλις βρίσκονταν μέσα τους κτυπούσαν τα κεφάλια στον τοίχο. Κάποιους τους κατουρούσαν επάνω τους, ξανά χτυπήματα εάν δεν τραγουδούσαν φασιστικά τραγούδια. Μια κοπέλα ξερνούσε αίμα και οι ανθρωποφύλακες μπάτσοι στέκονταν να την κοιτούν.  Άλλα κορίτσια τα απειλούσαν πως θα τα βίαζαν με τα γκλόμπς“.
 
Είχαν πάει στη σφαγή ανήμποροι, άλλος με μια κόκκινη σημαία, άλλος με ένα κυκλωμένο Α, άλλος με το κεφάλι γεμάτο δημοκρατικές ονειροπολήσεις.
Κάποιοι φορούσαν μαύρη φόρμα, άλλοι αξιολύπητη προστασία από αφρώδες πλαστικό, όλοι δραματικά ανεπαρκείς μπροστά στη βία που θα είχαν εξαπολύσει επάνω τους.
Έφτασαν στη Γένοβα τον ιούλιο του 2001 νομίζοντας πως έφτανε η δύναμη των αριθμών για την αντιμετώπιση εκείνης των δυνατών, ή πως επρόκειτο για μια ακόμη φορά για την προσομοίωση μιας σύγκρουσης.
Οι περισσότεροι ήταν επιλήσμονες ή δεν είχαν συνειδητοποιήσει εκείνο που είχε αντιμετωπίσει, γύρω στα 20 χρόνια νωρίτερα, η τελευταία γενιά που είχε προσπαθήσει σοβαρά να ανατρέψει τους κανόνες τους παιχνιδιού. Λίγοι ενθυμούντο άμεσα την διαχείριση της πλατείας των χρόνων του Cossiga, ή τις αστυνομικές βιαιότητες της Voghera
1.
Η σχεδόν πλειοψηφία δεν είχε ποτέ γνωρίσει την φυλακή, ή δεν είχε δώσει μεγάλη προσοχή σε αυτό που εκινείτο πίσω από εκείνα τα τείχη.
Μετά την εκτέλεση του Carlo, μετά το ‘μεξικάνικο χασάπικο’ της Diaz, διακόσιοι πενήντα δυο (αλλά η εκτίμηση είναι αβέβαιη) μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο του Bolzaneto, παραδόθηκαν στα χέρια της αστυνομίας, των καραμπινιέρων, αλλά κυρίως του GOM (Gruppo Operativo Mobile, Κινητή Επιχειρησιακή Ομάδα) της Σωφρονιστικής αστυνομίας, della polizia Penitenziaria.
Εδώ πέρασαν το κατώφλι ενός εφιάλτη:
Βασανισμένος ν° 38, ξένος. Τον προσέβαλαν, ενώ ήταν γυμνός, απευθύνοντας του ερωτήσεις σχετικά με την αισθηματική και σεξουαλική του ζωή, τον ανάγκασαν να βγάλει τα ρούχα του να σταθεί γυμνός και να σηκώνει το πέος του να το δείχνει στους αστυνομικούς που κάθονταν στο γραφείο με την απειλή ξυλοδαρμού με την ζώνη που πήραν από άλλον κρατούμενο, να φέρνει βόλτες γύρω γύρω στο πάτωμα, τον ξυλοφόρτωσαν και τον προσέβαλαν φτύνοντας κλωτσώντας τον και βάζοντας του τρικλοποδιές την ώρα που περνούσε τον διάδρομο ανάμεσα σε δυο γραμμές αστυνομικών.
Βασανισμένος ν° 47, ξένος. Δεμένο στον διάδρομο τον κλωτσούσαν, τον ξυλοκοπούσαν στο ιατρείο, την ώρα που τον έψαχναν και τον υπέβαλλαν σε ιατρική εξέταση τον χτύπησαν με γροθιά στο στήθος, ως αποτέλεσμα των ξυλοδαρμών έσπασε το δεξί του πλευρό, τον προσέβαλαν και τον απείλησαν στο μπάνιο δυο αστυνομικοί οι οποίοι τον ανάγκασαν να σταθεί μπροστά στην τουαλέτα λέγοντας του »κατούρα αδελφή» και τον απείλησαν πως θα τον βιάσουν με τα γκλομπ, με τα ίδια γκλομπ τον χτυπούσαν στους μηρούς προκαλώντας του μώλωπες, και εξακολουθούσαν να τον χτυπούν με γροθιές στους ώμους και στο κεφάλι.  .
Βασανισμένη ν° 60, ιταλίδα. Την συνόδεψαν απ’ το κελί στο μπάνιο, την ανάγκασαν να βαδίσει τον διάδρομο με χαμηλωμένο το κεφάλι, την χτυπούσαν αστυνομικοί με κλωτσιές, την απειλούσαν και την χλεύαζαν, την ανάγκαζαν με τη βία και απειλές να σκύβει το κεφάλι μες την τουαλέτα, την έβριζαν λέγοντας : »πουτάνα», »τσούλα» και να υποφέρει από άλλους αστυνομικούς φράσεις προσβλητικές με σεξουαλικές αναφορές του τύπου »τι ωραίος κώλος», »σ’ αρέσει το γκλομπ», αναγκάστηκε να κάνει τον φασιστικό χαιρετισμό και να λέει »ζήτω ο Ντούτσε», »ζήτω η σωφρονιστική αστυνομία».
Ο ίδιος εφιάλτης που βιώθηκε στις φυλακές αυτής της χώρας.
Έξω από το στρατόπεδο οι τηλεκάμερες όλου του κόσμου ήταν στραμμένες στους G8.
Εάν ήταν τέτοια η εμπιστοσύνη των βασανιστών στην ατιμωρησία, στο πλαίσιο μιας τόσο ισχυρής πολιτικής προσοχής όπως και από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης , πόση βιαιότητα θα μπορούσαν να είναι ικανή να εφαρμόσουν στον κλειστό χώρο των φυλακών, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα, και σε ανθρώπους τελείως υπό την εξουσία τους για πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα; Από ποιο  ‘σχολείο’, από ποιο ‘πολιτιστικό ζωμό’ προέρχονταν εκείνοι οι αστυνομικοί; Επάνω σε ποια κορμιά είχαν προπονηθεί πριν καταφθάσουν στην Γένοβα;

Παραδόσεις: η βία στην φυλακή του Οίκου της Σαβοΐας

Έχει περάσει εδώ και λίγο επτά το πρωί, ρυθμικά βήματα ακούγονται στην ακτίνα, την τρίτη προς τα πάνω της φυλακής της Volterra… Ακούω τα βήματα να σταματούν μπροστά στο κελί μου, το νούμερο 23, τον θόρυβο που κάνει η βαριά μπάρα την ώρα που γλιστρά για να ξεμπλοκάρει την πόρτα, που στέκει ορθάνοιχτη, μπροστά που δυο επιλοχίες και μια ντουζίνα φρουροί, με προσκαλούν να βγω, υπακούω, και στη μέση της διμοιρίας προχωρώ προς την έξοδο.
Ερωτώ, μου απαντούν πως δεν έχουν να μου δώσουν εξηγήσεις, επαναλαμβάνω την ερώτηση, με πληροφορούν πως πρέπει να με απομονώσουν…
Με βάζουν σε ένα κελί, με ένα κρεβάτι καταναγκασμού στη μέση, με γδύνουν εντελώς γυμνό υπάρχουν μια εικοσαριά φρουροί γύρω. Κάποια στιγμή πέφτουν επάνω μου με κλωτσιές και μπουνιές, προσπαθώ να καλυφτώ,  φωνάζω, ρωτώ γιατί με λιντσάρουν, δέχομαι άλλες κλωτσιές, μπουνιές, με μια κακία και μιαν αγριότητα πρωτόγνωρη
…”
2
Volterra, 19 σεπτεμβρίου 1970. Έχουν περάσει περισσότερα από 23 χρόνια από την δρομολόγηση του δημοκρατικού Συντάγματος, εκείνου που προβλέπει πως ‘οι ποινές δεν μπορούν να συνίστανται σε μεταχείριση αντίθετη στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια’. Λείπουν περισσότερα από τριάντα από τα γεγονότα του Bolzaneto, και οι παράγοντες »επιμέλειας» (έτσι αποκαλούνταν οι φρουροί πριν αναβαθμιστούν σε σωφρονιστική αστυνομία) σίγουρα δεν είναι οι ίδιοι, παρόλα αυτά ο τρόπος δράσης τους παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες.
Δεν πρόκειται απλά για ασκήσεις σαδισμού από πλευράς κομπλεξικών προσωπικοτήτων, ψευδαισθήσεων παντοδυναμίας και αυθαίρετης δειλίας, δίχως λόγο, που ασκούνται μες το άνετο καταφύγιο της ατιμωρησίας.
Η βία στο σώμα και στην ψυχή, και όταν μοιάζει αυθαίρετη χωρίς λόγο και δίχως νόημα, ασκεί πάντα την δική της λειτουργία. Η εξόντωση της προσωπικότητας του κρατουμένου είναι λειτουργική στην εσωτερίκευση των σχέσεων εξουσίας.
Είναι μια πειθαρχική τεχνική της οποίας τα αποτελέσματα και οι συνέπειες πρέπει να εpekte;inontai πέ ρα και έ ξω από την επίσκεψη και την παρουσία στις φυλακές της πατρίδας μας.
Στην παλιά φυλακή των «Savoy», που επέζησε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70, με τα μεσαιωνικά μπουντρούμια της και τον φασιστικό κανονισμό της, η βία στους κρατούμενους ήταν εγγενής στη καταβλητική φιλοσοφία της τιμωρίας, όπου η ποινή θεωρείται αυτοσκοπός, μια απόλυτη αξία που δεν χρειάζεται άλλες εξηγήσεις. Την φυλακή δεν είχαν ακόμη αγγίξει φιλοσοφίες που μιλούσαν για αγωγή αποκατάστασης του καταδικασθέντος.
Δεν υπήρχαν διαμεσολαβήσεις ή απορροφητήρες επανορθωτικοί. Το βασικό πράγμα ήταν να τιμωρήσει. Τιμωρία και να οδηγήσει στην παραίτηση εκείνο το κομμάτι του λαού που, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, είχε εκτροχιαστεί από τις γραμμές της κοινωνικής πειθαρχίας”.3
Η χρήση της βίας επί των κρατουμένων ήταν μια μέθοδος αδιαμφισβήτητη εξουδετέρωσης της απόκλισης. Αδιαμφισβήτητη ακριβώς μέχρις ότου εκείνη η βία να μην γίνει έναυσμα για μια μακρά περίοδο εξεγέρσεων στις φυλακές.
“Στο Poggioreale έπρεπε ν’αντέξουμε την πείνα, κι εκτός από την πείνα έπρεπε επίσης ν’ αντέξουμε μια αυστηρότητα τύπου στρατοπέδου συγκέντρωσης ναζιστικού. Στα κελιά τιμωρία, για να δώσω ένα παράδειγμα, ήμουν δεμένος στο καταναγκαστικό κρεβάτι και παρά τους πολύ δυνατούς πόνους που με πήραν στο στομάχι δεν μ’ επισκέφτηκε κανένας … Την ώρα που με έδεναν γελούσαν και τραβούσαν τις μπάντες όσο πιο πολύ μπορούσαν.
Το φαγητό για γουρούνια δεν τρωγόταν, οι ανθρωποφύλακες που έβρισκαν γούστο να μας δείχνουν ανοιχτά την περιφρόνηση τους και να μας προγκάρουν μέχρις ότου κάποιος να ξεσπάσει. Έτσι μεταφέρονταν στο γυάλινο παλάτι, έτσι ονομάζονταν η αποθήκη όπου βρίσκονταν τα κελιά τιμωρίας και τα κρεβάτια καταναγκασμού. Σε αυτό το μέρος το ξύλο βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη…
Κάπως έτσι φθάσαμε στον ιούλιο του 1968 μήνα κατά τον οποίον γεμάτοι θυμό ξεσηκωθήκαμε βάζοντας φωτιά και σπάζοντας ότι έμπαινε μπροστά μας”.4
Με την έλευση της εποχής των ταραχών, η βία των θεσμών της φυλακής δεν είχε πλέον να αναμετρηθεί με ένα σύνολο μοναχικών ατόμων, με τις ατομικές εξεγέρσεις τους γεμάτες απόγνωση, αλλά με μια συλλογική δύναμη ικανή να οργανωθεί, να απαντήσει, να περάσει στην αντεπίθεση. Τα αντίποινα επάνω στους εξεγερμένους ήταν σκληρά:
Τη νύχτα, όταν παύσαμε κάθε αντίσταση μας στοιβάξανε, μας εμπόδισαν να πάρουμε οποιοδήποτε ρούχο ή προσωπικό αντικείμενο, έπρεπε να περάσουμε από έναν κλοιό που σχηματίστηκε από μπάτσους και φρουρούς των φυλακών, οι οποίοι άρχισαν να μας χτυπούν άγρια με κλομπ, γροθιές, κλωτσιές, λουριά, και μερικοί φύλακες με αλυσίδες εξοπλισμένες με λουκέτα στα άκρα … το ξύλο που έπεφτε ήταν τυφλό και αδιάκριτο,το μίσος, η σαδιστική οργή, η εκδίκηση έπεφτε ενάντια σε όλους χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ νέων και ηλικιωμένων και ασθενών νοσηλευμένων στο ιατρείο ”.5
Την ώρα που μας σφαγιάζανε, οι μπάτσοι γελούσαν και τραγουδούσαν για να μας κοροϊδεύουν. Μπροστά από τα κελιά με γδύσανε τελείως, με διέταξαν να σκύψω στις ενενήντα μοίρες και εγώ κατάλαβα την πρόθεσή τους, εκείνη τη στιγμή μην έχοντας πλέον τις χειροπέδες κάλυψα τους όρχεις με τα χέρια μου, αλλά με διέταξαν να αλλάξω αμέσως στάση, και μόλις τράβηξα τα χέρια μου ένας φρουρός από την Πούλια μου τράβηξε μια κλωτσιά, και λιποθύμησα…
Στα κελιά τιμωρίας… τρεις ημέρες την εβδομάδα η τροφή αποτελείται από 200 γραμμάρια ψωμί και νερό… για να μας προσβάλουν μας κουρεύουν τα μαλλιά στο μηδέν”
.
6
Αλλά η προσπάθεια να καταστείλουν τις ταραχές μέσα από την εντατικοποίηση της βίας είχε σαν αποτέλεσμα να τις κάνουν να εκραγούν ακόμη περισσότερο, με μια αύξηση των διεκδικήσεων που ξεκινούσε από αιτήματα μερικής φύσεως (επάνω στην ελεύθερη ώρα, στις συναντήσεις, στην τροφή, στην απομόνωση, στις τιμωρίες …), για να εξαπλωθεί σε γενικότερα (σωφρονιστική μεταρρύθμιση , αμνηστία), μέχρι να ανακτήσουν την ελευθερία με τις αποδράσεις7.
Το κράτος αποφάσισε να διεξάγει την κοινωνικό αγώνα στο εσωτερικό των φυλακών σύμφωνα με τη λογική της διαφοροποίησης, διατηρώντας τη σιδερένια γροθιά του στις πρωτοπορίες, και ταυτόχρονα ξεκίνησε μια διαδικασία ανοίγματος για να εκτονώσει την πυριτιδαποθήκη των φυλακών.
Στις 9 μαίου του ’74, ο Carlo Alberto dalla Chiesa οδήγησε την επίθεση της αστυνομίας και των καραμπινιέρων για να καταστείλει μια εξέγερση στην φυλακή της Alessandria, αφήνοντας καταγής επτά νεκρούς ανάμεσα σε κρατουμένους και ομήρους. Ήταν το σήμα μιας αλλαγής στις φάσεις: οι ανταρσίες, οι εξεγέρσεις δεν θα γίνονταν πλέον ανεκτές.
Ταυτόχρονα το Κράτος έφερε εις πέρας την μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού κανονισμού που αντικαθιστούσε τον παλιό φασιστικό κώδικα, αναγνωρίζοντας (στα χαρτιά τουλάχιστον) τους κρατούμενους σαν υποκείμενο δικαίου  και ελαφρύνοντας (πάντα στα χαρτιά) ορισμένες πτυχές της βαρβαρότητας της φυλακής.
Εγκαινιάζονταν ένα είδος μοντέλου κράτησης που έδειχνε κάποια προσοχή στην »αγωγή», η οποία προέβλεπε μια διαδρομή σε στάδια για την επιστροφή του φυλακισμένου στην κοινωνία, μία φορά εκκαθαρισμένου από τον ανατρεπτικό του χαρακτήρα, μέσω αδειών βραβείο, ημιελευθερίες, εξωτερική εργασία, κ.λπ.
Μέτρα που πραγματικά λειτούργησαν μεσοπρόθεσμα για να εκτονώσουν τις αναταραχές στις τακτικές φυλακές, παρέχοντας σε ένα μεγάλο μέρος των κρατουμένων μια διέξοδο από αυτούς τους τοίχους μέσα από μια σταδιακή επιβράβευση που έπρεπε να κατακτηθεί με μια καλή συμπεριφορά και την προδιάθεση στην μετάνοια.
Η καθημερινή βία στις φυλακές του συνηθισμένου κυκλώματος αποκτά με τον τρόπο αυτό νέες δυνατότητες εκβιασμού, μιας και κάθε αντίδραση σε μια κατάχρηση της εξουσίας ενός δεσμοφύλακα μπορούσε να αναστείλει την πρόσβαση του κρατούμενου σε άδειες, ή να διακόψει τη διαδρομή προς την ημιελευθερία.

Καινοτομίες: η βία στις ειδικές φυλακές

Το μοντέλο συμπεριφοράς προορίζονταν μονάχα για τους κρατουμένους του συνηθισμένου κυκλώματος.
Το άρθρο 90 του νόμου μεταρρύθμισης προέβλεπε όντως την πιθανότητα να ανασταλούν οι συνηθισμένοι κανόνες αντιμετώπισης, όταν ΄συνέτρεχαν σοβαροί και εξαιρετικοί λόγοι τάξεως και ασφαλείας’.
Τα μέτρα για την πρακτική εφαρμογή αυτής της διάταξης του νόμου ανατέθηκαν απευθείας στους καραμπινιέρους, λόγω των «εξαιρετικών αποτελεσμάτων», που επετεύχθησαν στην Alessandria.
Ο Dalla Chiesa διέταξε τη δημιουργία ενός ειδικού κυκλώματος αιχμαλωσίας που σχηματίζεται από τα πιο αφιλόξενες φυλακές, κατά προτίμηση στα νησιά, 8, όπου μεταφέρθηκαν οι φυλακισμένοι αντάρτες, οι μαχητές του ένοπλου αγώνα και της κοινωνικής ανταρσίας εκείνων των χρόνων, μαζί με τους κοινούς κρατουμένους που θεωρούντο οι πιο επικίνδυνοι.
Πρακτικά ο dalla Chiesa δανείστηκε, ενημερώνοντας το εκ νέου, το παλιό μοντέλο των »αυστηρών φυλακών» του κανονισμού του ’31. Το φασιστικό σύστημα φυλακών που φαίνονταν πως είχε βγει από την πόρτα, έμπαινε έτσι μέσα ξανά απ’ το παράθυρο.
Η αυστηρότητα ήταν προσεκτικά εγγυημένη.
Στην Asinara “το φαγητό ήταν ανεπαρκές, αηδιαστικό, δύσπεπτο. Το τρεχούμενο νερό δεν ήταν καθαρό, δεν πίνονταν και είχε τη μυρωδιά και το χρώμα της λάσπης της αποχέτευσης. Τα κελιά ήταν υγρά και μη θερμαινόμενα. Πλενόμασταν κάθε 15 ημέρες και τα σεντόνια τα αλλάζαμε μία φορά το μήνα, αν όλα ήταν εντάξει. Αυτή η αυστηρή πειθαρχία επιβλήθηκε με χτυπήματα κλομπ. Ήταν αρκετό να ανταλλάξουμε μια λέξη με τους κρατούμενους των άλλων κελιών για να μας επιτεθεί άγρια η ομάδα των φρουρών που είχε βάρδια στον βραχίονα“.9
Η ιατρική φροντίδα ήταν ανύπαρκτη: “Ο Fabrizio Pelli, των BR, αρρώστησε από λευχαιμία στα  Fornelli, αλλά ο γιατρός της φυλακής κοιτάχτηκε πολύ από το να το διαγνώσει , καταδικάζοντας τον επιστημονικά σε έναν τρομερό θάνατο“.10
Την εξωτερική ασφάλεια είχαν εμπιστευτεί στους καραμπινιέρους υπό την διοίκηση του dalla Chiesa, οι οποίοι μπορούσαν να επέμβουν και στο εσωτερικό της φυλακής με μεγάλη αυτονομία, καταπνίγοντας πιθανές εξεγέρσεις με τις GIS (Ομάδες Ειδικής Παρέμβασης – Gruppo di Intervento Speciale), ειδικό σώμα που γεννήθηκε με την ευκαιρία. Μα η συνηθισμένη διαχείριση της βίας μέσα στην ειδική ήταν στα χέρια των ανθρωποφυλάκων.
Tη νύχτα οι φρουροί έβαζαν τα δυνατά τους να μην μας αφήσουν να κοιμηθούμε. Κρατούσαν τα ραδιόφωνα ανοιχτά στο τέρμα. Βαρούσαν τα γκλομπ πάνω στις θωρακισμένες πόρτες των κελιών και έσερναν τις κάννες των αυτομάτων τους στα κάγκελα των παραθύρων. Την μέρα ούρλιαζαν, έβριζαν, απειλούσαν σε αφθονία, καμιά φορά πυροβολούσαν στον αέρα έτσι για συμπλήρωμα με σκοπό να εκφοβίσουν. Οι σωματικές έρευνες ήταν συνεχείς, επαναλαμβάνονταν πολλές φορές την μέρα και πάντα με το τελετουργικό του ολοκληρωτικού γδυσίματος και των κάμψεων στα γόνατα. Οι επιθεωρήσεις στα κελιά ήταν ευκαιρία για να σπείρουν την καταστροφή ανάμεσα στα λίγα προσωπικά αντικείμενα που ήταν επιτρεπτά στους κρατουμένους, και συχνά ολοκληρώνονταν με ξυλοδαρμούς που έπεφταν για το τίποτα“.11
Και στους συγγενείς σε επίσκεψη στις ειδικές επιφυλάσσονταν συγκεκριμένες παρενοχλήσεις:
Ο δεσμοφύλακας ήθελε να με ψάξει με το χέρι κάτω από τα ρούχα, με το χέρι στη φύση μου. Τότε του είπα “Πριν με ψάξεις δείξε μου τον σωφρονιστικό κανονισμό , για να δω εάν είναι υποχρεωτικό από το νόμο”. “Εμείς κάνουμε αυτό που θέλουμε, αλλιώς ξέχνα την συνάντηση”. Την ώρα που αντιστεκόμουν έφτασαν ο επιλοχίας, ο δεύτερος, και όλοι αυτοί οι υψηλόβαθμοι φρουροί που άρχισαν να με σπρώχνουν προς τα έξω“.
12
“ …θυμάμαι πως έκανε ένα τρομερό κρύοr, με έβαλαν σε ένα παγωμένο δωμάτιο και με έγδυσαν και με έκαναν να σκύψω για να δουν αν προεξέχει κάτι από τον κόλπο μου, με έψαξαν σε όλο μου το σώμα, δηλαδή μια γυναικολογική εξέταση. Ήταν μέθοδοι μελετημένοι για να σε εκφοβίσουν και να σε τρομάξουν”.13 Κι όμως οι δεσμοφύλακες γνώριζαν πως αυτή την σεξουαλική βία θα ακολουθούσε η επόμενη, η επιπλέον βία των γυάλινων διαχωριστικών χωρισμάτων στις συναντήσεις, που εμπόδιζαν κάθε δυνατότητα να διαπεράσουν οτιδήποτε. Που εμπόδιζαν επίσης και την σωματική και συναισθηματική επαφή.
Για άλλη μια φορά, ωστόσο, τίποτα δεν αφήνονταν στη τύχη.
Η βία των ανθρωποφυλάκων συνέβαλε στην δημιουργία των μετανιωμένων, ή επικουρικά, στην περίπτωση έλλειψης »μετάνοιας», στην εξόντωση τους εχθρού.
Εάν στην παλιά φυλακή των χρόνων του ‘οίκου της Σαβοΐας’ ο στόχος ήταν η εξολόθρευση της προσωπικής ταυτότητας τους κρατουμένου , τώρα εργάζονται για να νικήσουν την πολιτική του ταυτότητα. (Συνεχίζεται)
  1. Στις 9 ιουλίου του 1983 συγκλήθηκε στην Voghera, έδρα μιας γυναικείας υπερφυλακής, μια διαδήλωση για το κλείσιμο των ειδικών φυλακών. Τους περισσότερους εισερχόμενους στην περιοχή διαδηλωτές σταμάτησαν στην έξοδο του αυτοκινητοδρόμου. Στην πορεία απαγορεύτηκε να ξεκινήσει και γύρω στις 16 η αστυνομία διατάχτηκε να επιτεθεί προληπτικά . Αυτή η κατάσταση στην διήγηση της μητέρας ενός πολιτικού κρατουμένου: “Η αστυνομία ήταν μια θάλασσα. Όρμηξε επάνω σε διακόσιους ανθρώπους. Έφτασαν τα δακρυγόνα. Έτρεχε αίμα. Προσπαθούσα να βοηθήσω τις πεσμένες στη γη γυναίκες. Μπροστά στη διοίκηση της αστυνομίας άρχισαν να με χτυπούν με τα γκλομπς για να με απομακρύνουν… Όποιος προσπαθούσε να το σκάσει συλλαμβάνονταν, όποιος παρέμενε έτρωγε μόνο ξύλο από  τα γκλομπς. σώσαμε κόσμο πεσμένο καταγής με το αίμα να τρέχει. Άρπαξα απ’ το χέρι δυο τρία άτομα και τα έβαλα στο αυτοκίνητο του άντρα μου, με το αίμα που κατέβαινε”. Στο: P. Gallinari, L. Santilli, Dall’altra parte. L’odissea quotidiana delle donne dei detenuti politiciΑπό την άλλη μεριά. Η καθημερινή οδύσσεια των γυναικών των πολιτικών κρατουμένων, Feltrinelli, 1995, σελ. 84.
  2. Lettera-Γράμμα του di M.Z. στην-in: Irene Invernizzi,Il carcere come scuola di rivoluzione, στην φυλακή σαν σχολή επανάστασης, Giulio Einaudi editore, Torino 1973, σ,σ.pp. 107/108.
  3. P. Abatangelo, Correvo pensando ad Anna. Una storia degli anni ’70Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα. Μια ιστορία των χρόνων ’70, Edizioni DEA, 2017, σ,p. 57.
  4. Lettera-Γράμμα του di C.R. στην-in: Irene Invernizzi, op.cit, σ,σ.pp. 120/121
  5. San Vittore, μετά την εξέγερση του απριλίου 1969-dopo la rivolta dell’aprile 1969. Στην: In: Irene Invernizzi, op.cit, σ,p. 274.
  6. Μεταφορά των εξεγερμένων της φυλακής San Vitore στην φυλακή καταναγκαστικών έργων της Mamone Trasferimento degli insorti di San Vittore alla colonia penale di Mamone (NU). ΣτηνIn: Irene Invernizzi, op.cit, σ.p. 279.
  7. Το 1974 απέδρασαν 221 κρατούμενοι από τις ιταλικές φυλακές, το ‘75  300, το ‘76 443.
  8. Αρχικά επιλέχθηκαν οι φυλακές της Pianosa, Asinara, Favignana, Termini Imerese, Badu ‘e Carros.
  9. P. Abatangelo, op. cit., σ. 176
  10. Idem. το ίδιο
  11. Idem.
  12. P. Gallinari, L. Santilli, Op cit., σ,p. 77.
  13. Ibidem, σ, p. 90
 
23 ιουλίου 2017 – © Riproduzione possibile DIETRO ESPLICITO CONSENSO della REDAZIONE di CONTROPIANO   Η αναπαραγωγή είναι δυνατή ύστερα από την ρητή συγκατάθεση της ΣΥΝΤΑΞΗΣ του Contropiano
Τελευταία μετατροπή Ultima modifica: 23 ιουλίου 2017, ώρα 11:52STAMPA

Ανάρτηση από: https://bluebig.wordpress.com