Του Γεράσιμου Δεληβοριά
Την εποχή του Μεταξά δεν υπήρχαν μπλοκάκια. Ή μάλλον υπήρχαν, τότε τα ονόμαζαν τεφτέρια, αλλά αυτά τα χρησιμοποιούσαν κυρίως οι μπακάληδες για να καταγράφουν τα βερεσέδια των φτωχών ανθρώπων. Για τους καθώς πρέπει νοικοκυραίους, όσους είχαν τελειώσει εξατάξιο Γυμνάσιο (έστω και νυχτερινό) και πάνω, ή χρήση του τεφτεριού συνεπάγονταν τη μείωση του κοινωνικού τους πρεστίζ κι έτσι αποκλείονταν. Πόσο μάλλον για έναν πρώην στρατηγό και ελέω Βασιλέως πρωθυπουργό μιας μικροαστικής και συντηρητικής Ελλάδας.
Οι νοσταλγοί λοιπόν της τεταρτοαυγουστιανής δικτατορίας, είχαν να το λένε πως με το περίφημο τετράδιο του, ο δικτάτορας έλεγχε τους υπουργούς του, ώστε να υλοποιούν τις αποφάσεις που είχαν ληφθεί σε προηγούμενες συνεδριάσεις του υπουργικού του συμβουλίου.
Βέβαια, κανείς από τους θαυμαστές του Μεταξά δεν είχε αναρωτηθεί για την ποιότητα αυτών των «υπουργών» που χρειάζονταν παρακολούθηση για να κάνουν τη δουλειά τους. Διότι άλλο είναι ο καλύτερος συντονισμός του κυβερνητικού έργου, που οραματίζεται ο κ. Αντώνης Τριφύλλης (1) κι άλλο άνθρωποι σπουδασμένοι και με περγαμηνές, ηλικιωμένοι και σοβαροφανείς, να στέκονται στη σειρά σαν τα παιδάκια της πρώτης Δημοτικού για να τα εξετάσει ο δάσκαλος.
Τηρουμένων των αναλογιών, ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν κάτι σαν τον Βασίλη Λεβέντη των ημερών μας. Ένας γραφικός απόστρατος στρατηγός, αρχηγός ενός μικρού κόμματος, γεμάτος εμμονές και απωθημένα, που ο βασιλιάς Γεώργιος τον διάλεξε σαν πειθήνιο όργανο ώστε να εφαρμόσει την δικτατορία του. Ένας τέτοιος γραφικός τύπος, είναι φυσικό να τηρεί κάποιο τετράδιο, το πιθανότερο για να θυμάται ο ίδιος τι είχε γίνει και λιγότερο για να ελέγχει.
Διαφορετική ήταν η περίπτωση με το μπλοκάκι του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ ήταν ο μετρ της χειραγώγησης. Όλα, ακόμη και η προσωπική του ζωή υποτάσσονταν και χρησιμοποιούνταν για τη χειραγώγηση των μαζών και των μελών και στελεχών κυβέρνησης και κόμματος. Και όλα υποτάσσονταν στον υπέρτατο σκοπό, της αδιαφιλονίκητης παντοδυναμίας του μέσα στο κόμμα, στην κυβέρνηση και κατ’ επέκταση στην κοινωνία. Ο ίδιος διαμόρφωσε και το πολίτευμα της χώρας, σ’ αυτό που πολύ εύστοχα ο Γ. Οικονόμου αποκαλεί «αιρετή μοναρχία» (2), με τον Πρωθυπουργό στη θέση του αιρετού (και ουσιαστικά απόλυτου) μονάρχη.
Από το 1974 μέχρι το 1985 το Σύνταγμα προέβλεπε δύο πόλους εκτελεστικής (και ουσιαστικά απόλυτης) εξουσίας. Τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας σαν τοποτηρητή του πολιτεύματος με ευρείες εξουσίες σύμφωνα με το πρότυπο της Ε’ Γαλλικής Δημοκρατίας που τόσο άρεσε στον Κ. Καραμανλή- στα μέτρα της προσωπικότητας του οποίου είχε κατασκευαστεί και το ελληνικό Σύνταγμα - και τον Πρωθυπουργό.
Αυτό όμως που για το Ντε Γκώλ ήταν παρακαταθήκη υστεροφημίας, για τους έλληνες πολιτικούς ήταν προτεραιότητα του παρόντος. Μέχρι το 1967 οι πολιτικοί μας υποτάσσονταν στο Παλάτι, τον τοποτηρητή του πολιτεύματος και του κοινωνικού καθεστώτος. Η απόπειρα τους να χειραφετηθούν, μετατρέποντας το Βασιλιά σε διακοσμητικό παράγοντα κατά το Σκανδιναβικό πρότυπο, οδήγησε στην πολιτική κρίση του 1965 και στην επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας.
Το 1985, οι νεαροί που αγωνίζονταν στους δρόμους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης είκοσι χρόνια νωρίτερα, ήταν σαραντάρηδες και κυριαρχούσαν στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας. Έχοντας νωπές ακόμη τις μνήμες των Ιουλιανών, είδαν με καλό μάτι την επιχείρηση περιθωριοποίησης ενός δεξιού υπερπροέδρου. Καθώς ο Παπανδρέου περιβάλλονταν ακόμη τη δημοκρατική λεοντή, η ανάδειξη του σε μονάρχη είχε τη συγκατάθεση της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού, που πίστευε πως έτσι απομόνωνε τις αντιδραστικές δυνάμεις, με την αριστερά να προβάλλει ασθενικές αντιρρήσεις ζητώντας την καθιέρωση της απλής αναλογικής.
Στην ελληνική «συνταγματική» μοναρχία, οι πολιτικοί είχαν πάντα ένα διπλό σύστημα αναφοράς. Από τη μια στον (εστεμμένο) μονάρχη για την απόκτηση εύνοιας και από την άλλη στους ψηφοφόρους για την απόκτηση εκλογικής πελατείας. Ότι ίσχυε με τον κληρονομικό μονάρχη, εξακολουθεί να ισχύει και με τους αιρετούς, καθώς το πολιτικό σύστημα παραμένει στην ουσία του το ίδιο.
Όσα μπλοκάκια, τεφτέρια, τετράδια, ηλεκτρονικούς υπολογιστές κι αν προμηθευτεί ο εκάστοτε πρωθυπουργός, οι υπουργοί και οι λοιποί πολιτευτές θα εξακολουθούν να ξημεροβραδιάζονται στα τηλεμπαλκόνια, που έχουν αντικαταστήσει τα παραδοσιακά καφενεία και τους άλλους χώρους και τρόπους προσέγγισης της εκλογικής πελατείας. Στην τηλεόραση δεν χρειάζεται να εργάζεσαι πραγματικά, αρκεί να μπορείς να λές πως εργάζεσαι με τρόπο πειστικό, μιλώντας δυνατότερα και γρηγορότερα από τους άλλους, εμποδίζοντας τους αντιπάλους να μιλήσουν όσο είναι δυνατόν.
Και φυσικά θα πρέπει να δίνουν το παρόν σε κάθε μεγάλη και μικρή ομιλία του (μονάρχη) πρωθυπουργού σε οποιοδήποτε μέρος της ελληνικής επικράτειας, ώστε η παρουσία τους να γίνεται αντιληπτή από το περιβάλλον (αυλή) του πρωθυπουργού, εξασφαλίζοντας την εύνοια του για μελλοντικές υπουργοποιήσεις και άλλες πολιτικές θέσεις.
Η κατάσταση θα μπορούσε να βελτιωθεί με δύο τρόπους. Πρώτον με την συνταγματική και πραγματική καθιέρωση του ασυμβίβαστου μεταξύ υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας, ώστε να πάψει η τελευταία να αποτελεί προϋπόθεση περαιτέρω πολιτικής ανέλιξης, ενώ ταυτόχρονα περιορίζει και την ανάγκη διαφημιστικής προβολής των υπουργών.
Δεύτερον, με την καθιέρωση της λίστας στις βουλευτικές εκλογές, κάτι που επιχείρησε στο παρελθόν ο Ανδρέας Παπανδρέου, γρήγορα όμως εγκαταλείφθηκε καθώς μετέφερε τις διαδικασίες του πελατειακού συστήματος στο κόμμα, εξαφανίζοντας παραδοσιακές και δοκιμασμένες πρακτικές.
Και οι δύο προτάσεις ενισχύουν στο έπακρο τις πρωθυπουργικές εξουσίες, καταργώντας κάθε επίφαση δημοκρατικότητας, δημιουργώντας παράλληλα καταστάσεις διχαστικές όπως συνέβη πριν από εκατό χρόνια, που μπορεί όπως και τότε να θέσουν σε κίνδυνο το δικομματικό σύστημα που εκτονώνει τις κοινωνικές αντιθέσεις μέσω της εναλλαγής στην εξουσία κομμάτων που δεν διαφέρουν σε τίποτε επί της ουσίας. Γι’ αυτό και δεν προτείνονται από τους «ινστρούχτορες» της ολιγαρχίας που περιορίζονται σε διαδικασίες χωρίς ουσία, όπως «μπλοκάκια», «συντονιστές», «τσάρους» και άλλα ηχηρά και περίεργα, που μοναδικό τους στόχο έχουν να κατευθύνουν κατάλληλα το ενδιαφέρον των υπηκόων, απομακρύνοντας τους από την ουσία του πολιτικού οικονομικού και κοινωνικού προβλήματος της χώρας.
Ο μόνος τρόπος (και δρόμος) για να αποκτήσει η χώρα μια οργανωμένη και αξιόμαχη διοίκηση, είναι η κατάργηση κάθε μοναρχίας, αιρετής και κληρονομικής και η εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας, της εξουσίας των πολιτών. Αυτό όμως προϋποθέτει την ανόρθωση της κοινωνίας σε πολιτικό υποκείμενο, κάτι που είναι επικίνδυνο για τους σημερινούς πολιτικούς και τους «διαφωτιστές» τους.
1) Αντ. Τριφύλλης «Το μπλοκάκι του Ψυχάρη και το χάος στο Μαξίμου» ΤΟ ΒΗΜΑ 4/10/15
2) Γιώργος Οικονόμου «Έχει νόημα η ψήφος σήμερα;» Εφημ. των Συντακτών 19/09/2015
