Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016

Παροχές, επικοινωνιακά προσχήματα, προγραμματικό τέλμα

Το απονενοημένο δημοσκοπικό διάβημα της κυβέρνησης είναι βούτυρο στο ψωμί του Σόιμπλε

Του Γιώργου Ρακκά

Οι εξαγγελίες του Αλέξη Τσίπρα, για τις παροχές στους χαμηλοσυνταξιούχους, καθώς και οι αντιδράσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αποτελούν ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα της ολικής αδυναμίας του ελληνικού πολιτικού συστήματος να δώσει μια θετική διέξοδο στην κρίση που βιώνει η χώρα.
Κατ’ αρχάς σε ό,τι αφορά στην κυβέρνηση, για άλλη μια φορά αναδεικνύεται πλήρως η οραματική και η προγραμματική της κενότητα· για άλλη μια φορά ο πρωθυπουργός θα προβεί σε μια επικοινωνιακή κίνηση προσχηματικών παροχών, τις οποίες επί της ουσίας θα πάρει πίσω με τα νέα δυσβάσταχτα μέτρα που θα κληθεί να επικυρώσει με την έλευση της νέας χρονιάς. Επιλέγει έτσι να ξεκινήσει έναν νέο μικρό γύρω αντεγκλήσεων με τους ξένους δανειστές, γύρω από μια κενής ουσίας, επικοινωνιακή κίνηση που αποσκοπεί αποκλειστικά στο να ανακόψει την ραγδαία δημοσκοπική πτώση του ιδίου, του κόμματός του, καθώς και εκείνου της συγκυβέρνησης, κερδίζοντας μερικές εβδομάδες πολιτικού χρόνου. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα –εικονικό μάλιστα!– δούναι και λαβείν με πελατειακές διαθέσεις, καθώς οι πολιτικές εξαρτήσεις μιας κοινωνικής κατηγορίας όπως οι χαμηλοσυνταξιούχοι είναι φύσει δεδομένες.
Το γεγονός αυτό, προφανώς, δεν έχει διαφύγει της προσοχής του Σόιμπλε και των θεσμών, που μπορούν εύκολα να μεθοδεύσουν μια τακτική αποτροπής κι αυτού του απονενοημένου διαβήματος της ελληνικής κυβέρνησης –διότι στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση δεν διαθέτει κανένα πραγματικό διαπραγματευτικό χαρτί ώστε να υποστηρίξει την επιλογή της, καθώς αυτή εξαντλείται στην διάσταση της λαϊκιστικής φούσκας.
Βεβαίως, μια άλλη στρατηγική από πλευράς ελληνικής κυβέρνησης θα ήταν εφικτή, και θα μπορούσε να εγκαινιάσει ένα θετικό προηγούμενο πετυχαίνοντας μια μικρή νίκη στα σημεία στο πλαίσιο της διαρκούς αναμέτρησης με το καθεστώς οικονομικής δουλείας που πλανιέται πάνω στην χώρα. Μόνο που, για να συντελεστεί κάτι τέτοιο θα πρέπει η στρατηγική και η τακτική της ελληνικής κυβέρνησης να ξεφύγει από τον συνήθη κανόνα της προσχηματικότητας, και να καταστεί σοβαρότερη και ρεαλιστικότερη από εκείνη των αντιπάλων της χώρας.
Η αντιπαράθεση με τους θεσμούς, πάνω στην διαχείριση του επί πλέον των στόχων δημοσιονομικού πλεονάσματος της χώρας, θα μπορούσε να γίνει και να αποδώσει μόνο στην περίπτωση που θα είχε ως επίδικο μια πραγματική πολιτική ανασυγκρότησης. Και όχι ένα λαϊκιστικό διάβημα, πασπαλισμένο με μια παρωχημένη κεϋνσιανή αντίληψη που προσεγγίζει τα συγκεκριμένα επιδόματα ως απλό μέσο για την τόνωση της ενεργού ζήτησης: Απεναντίας, υπάρχουν πολύ πιο νευραλγικές για την επιβίωση της κοινωνίας και της χώρας πολιτικές, για την οποία αξίζει να δοθεί μια μάχη. Γιατί, για παράδειγμα, ο πρωθυπουργός να μην κατευθύνει το πλεόνασμα σε πολιτικές στήριξης των νέων ζευγαριών και των εργαζόμενων μητέρων, θέτοντας έτσι ένα ζήτημα για την εξαίρεση των πολιτικών αντιμετώπισης της βαθιάς δημογραφικής κρίσης από το καθεστώς ασφυκτικής επιστασίας. Ούτως ή άλλως, κεντρικά για την βιωσιμότητα της ελληνικής οικονομίας ζητήματα, όπως το ασφαλιστικό, ή η συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού της χώρας, συνδέονται άρρηκτα με την δημογραφική της καθίζηση. Γι’ αυτό και στην πραγματικότητα, οι πολιτικές για την στήριξη της γεννητικότητας δεν πρέπει να κατηγοριοποιούνται ως ‘παροχές’ αλλά ως αναπτυξιακά μέτρα. Και η υιοθέτηση δικαιολογείται στην βάση της έκτακτης ανάγκης στην οποία βρίσκεται η ελληνική κοινωνία καθώς οι θάνατοι έχουν υπερβεί πολύ τις γεννήσεις, και ένα μεγάλο μέρος των νεώτερων γενεών έχει φύγει από την χώρα αναζητώντας εργασία στις χώρες της Κεντρικής και της Δυτικής Ευρώπης.
Άραγε, τέθηκε ποτέ αιτιολογημένα και κοστολογημένα αυτό το σκεπτικό στο πλαίσιο της μόνιμης αναμέτρησης με τους θεσμούς; Ή μήπως, ιδίως η παρούσα κυβέρνηση, εξαντλεί όλο το διαπραγματευτικό οπλοστάσιο της χώρας σε κούφιες επικλήσεις για το τέλος της λιτότητας; Και πώς να τεθεί αυτός ο προβληματισμός από μια κυβέρνηση που θεωρεί το δημογραφικό ‘συντηρητική ατζέντα’ (sic!);
Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο ιδεολογικό, ή μάλλον, το ιδεολογικό πρόβλημα κυοφορεί μέσα του και σημαντικές πολιτικο-κοινωνικές συνέπειες: Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αθεράπευτα ταυτισμένος με τις γενιές της μεταπολίτευσης, ιδίως με τις κοινωνικές τους κατηγορίες που έχουν πρόσφατα συνταξιοδοτηθεί· αυτός είναι και ο λόγος που οι πολιτικές που εφαρμόζει αποτυγχάνουν να συλλάβουν την πραγματική ουσία των προβλημάτων όπως είναι το συνταξιοδοτικό –που αναπόφευκτα θα βαθαίνει εφόσον η ηλικιακή δομή της χώρας έχει την μορφή της «αντίστροφης πυραμίδας». Γι’ αυτό και εισάγει πολιτικές διαγενεακής αλληλεγγύης προς τους γηραιότερους, την ίδια στιγμή που η βιωσιμότητα στα εισοδήματα των τελευταίων εξαρτάται στην πραγματικότητα από την αντίστροφη, «διαγενεακή αλληλεγγύη» προς τα κάτω: Την στήριξη δηλαδή των νέων εργαζόμενων, των νέων επιστημόνων, των νέων αγροτών και των νέων μικρομεσαίων επιχειρηματιών, που θα μπορούσαν με την σειρά τους να υποστηρίξουν και τον μη ενεργό παραγωγικά πληθυσμό της χώρας.
Σε μια κανονική χώρα, όλα αυτά θα αποτελούσαν τις αιχμές του λόγου που θα αντέτασσε η αντιπολίτευση στις πλευρές της κυβέρνησης. Επειδή όμως η Νέα Δημοκρατία του Μητσοτάκη, και παρά την κατά κράτος επικράτησή της στις δημοσκοπήσεις έναντι της κυβέρνησης, δεν διαθέτει πραγματικές εναλλακτικές λύσεις έναντι της κυβερνητικής πολιτικής (ούτε μπροστά στα τρομακτικά προβλήματα της χώρας), γι’ αυτό και η αντιπολίτευσή της γίνεται… από την σκοπιά των δανειστών! Και εκδηλώνει έναν απίστευτο κομφορμισμό, στα κελεύσματά τους, ο οποίος με την σειρά του γίνεται εύκολη βορά για την προπαγάνδα των κυβερνητικών μέσων.
Προφανώς, με αυτόν τον τρόπο το αδιέξοδο πολιτικής στην Ελλάδα ανακυκλώνεται την ίδια στιγμή που οι πολιτικές της «δημιουργικής καταστροφής» που εφαρμόζουν στην χώρα μας ο Σόιμπλε και οι θεσμοί επελαύνουν εν είδει περιπάτου. Κι αυτό γιατί δεν υπάρχει καμία πολιτική δύναμη στον τόπο που να αποκαλύψει και να καταδείξει την φαυλότητά τους: Πώς, άραγε, θα πραγματοποιηθεί η δημοσιονομική τακτοποίηση, και η επαναφορά της ελληνικής οικονομίας σε τροχιά βιωσιμότητας, όταν οι εφαρμοζόμενες πολιτικές έχουν στόχο την μικροϊδιοκτητική πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνικής και οικονομικής δομής; Προφανώς, όσο τα εισοδήματα αυτής της πλειοψηφίας συμπιέζονται, άλλο τόσο θα συρρικνώνονται τα κρατικά έσοδα –κι έτσι η χώρα εμπλέκεται σε ένα θανάσιμο σπιράλ φτωχοποίησης δια της φορολογίας-υστέρησης των κρατικών εσόδων-υιοθέτησης σκληρότερων μέτρων. Ο Σόιμπλε και οι θεσμοί, βεβαίως, επιδιώκουν ανομολόγητα να θέσουν την χώρα σε αυτό το δόκανο, καθώς έτσι επιτυγχάνουν την συγκεντροποίηση του κεφαλαίου μέσω της άλωσης της αγοράς από τις ξένες πολυεθνικές.
Αποτελεσματική αντίσταση σε αυτήν την πολιτική μπορεί να κομίσει μόνον ένα πολιτικό πρόγραμμα που να αξιώνει την αποκατάσταση της βιωσιμότητας αυτής της μικροϊδιοκτητικής δομής, και όχι την… καταστροφή της. Να την ‘αποπαρασιτοποιεί’, αίροντας σταδιακά την εξάρτησή τις από τις εισαγωγές και τα ελλείμματα του εμπορικού ισοζυγίου: Οι πολιτικές αυτές πρέπει να επικεντρώνονται στην παραγωγή του πλούτου και όχι στην υποτιθέμενη δίκαιη αναδιανομή ενός ανύπαρκτου πλούτου – όπως ήταν η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ που απέτυχε στην διαπραγμάτευση του 2015. Και ως προς αυτό, υπάρχουν άπειρα εργαλεία έμμεσης μόχλευσης της αγοράς προς αυτή την κατεύθυνση, ώστε να ενθαρρυνθεί η παραγωγή και να μειωθούν οι εξαγωγές. Ένας ανεξάρτητος κρατικός οργανισμός, που να καταγράψει όλες τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας, και να προβαίνει σε παραγωγικό δανεισμό μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, των συμπράξεων μεταξύ τους, και των συνεταιρισμών –υπό τεχνική καθοδήγηση και συμβουλευτική– θα μπορούσε πραγματικά να ενθαρρύνει τις δραστηριότητες προς αυτή την κατεύθυνση. Όπως και ο ανασχεδιασμός του φορολογικού συστήματος για την υποστήριξη της παραγωγής αυτού του πλούτου. Και συναφώς μπορούν να συζητηθούν εναλλακτικά οικονομικά εργαλεία, όπως ένας ομολογιακός δανεισμός από την ελληνική ομογένεια, για την συγκρότηση ενός ανεξάρτητου ταμείου, μη υποκείμενου στην οικονομική δουλεία του ελληνικού κράτους.
Οι παραπάνω προτάσεις είναι ενδεικτικές και αποσκοπούν κυρίως στο να καταδείξουν το σκεπτικό και την αντίληψη που βρίσκεται από πίσω τους: Η στρατηγική του Σόιμπλε για την Ελλάδα μπορεί να ανατραπεί μόνον αν βρει απέναντί της μια πιο έξυπνη και συστηματική στρατηγική.

Προφανώς, οι πολιτικές μηδαμινότητες που βρίσκονται στο τιμόνι της κυβέρνησης, καθώς και εκείνες που κρατούν τα ηνία της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν έχουν το πολιτικό-ιδεολογικό υπόβαθρο, την αίσθηση των ιδιαιτεροτήτων της χώρας καθώς και της κρισιμότατης συγκυρίας στην οποία βρίσκεται, προκειμένου να ανταπεξέλθουν σε αυτήν την πρόκληση. Αν κάτι, επομένως, πρέπει να τεθεί σε καθεστώς «δημιουργικής καταστροφής» αυτό δεν είναι η ελληνική οικονομία και κοινωνία αλλά το πολιτικό της σύστημα…
Ανάρτηση από: http://ardin-rixi.gr