Κυριακή 29 Απριλίου 2012

Το «Κάστρο του Υμηττού» (29 Απρίλη1944)





Τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου, οι κάτοικοι της Γούβας και του Υμηττού αναστατώθηκαν από φωνές και πυροβολισμούς στην οδό Αγραίων. στην περιοχή της Γούβας. Σύντομα μαθεύτηκε πως μονάδες του Μηχανοκίνητου, Εύζωνοι και μικρή δύναμη Γερμανών είχαν μπλοκάρει σε ένα μικρό σπιτάκι τρεις ενόπλους.

Το μπλόκο δεν μπορούσε να είναι πιο εύστοχο: Το σπιτάκι αυτό είχε γίνει πρόσφατα μια από τις δύο μεγάλες αποθήκες οπλισμού του II Τάγματος Βύρωνα- Γούβας και από το προηγούμενο βράδυ είχαν καταλύσει σε αυτό ο διοικητής και υπεύθυνος οπλισμού της διμοιρίας ΕΛΑΣ Υμηττού, Δημήτρης Αυγέρης, και οι νεαροί μαχητές Κώστας Φολτύπουλος και Θάνος Κιοκμενίδης, οι οποίοι, χωρίς ελπίδα διαφυγής. αντιστάθηκαν χρησιμοποιώντας τον οπλισμό της αποθήκης -αρκετά Mannlicher, αυτόματα Sten και περίστροφα και πολλές ιταλικές χειροβομβίδες. Η απελπισμένη αλλά ηρωική άμυνα κράτησε αρκετές ώρες.

 Όταν σίγησαν τα πυρά, το σπιτάκι ήταν διάτρητο, οι τοίχοι και το πάτωμα είχαν ίχνη εμπρησμού, ενώ τα πτώματα των μαχητών, που εκτέθηκαν στο δρόμο σε κοινή θέα, έφεραν τραύματα σε κεφάλι και θώρακα και κακώσεις από έκρηξη, πιθανότατα χειροβομβίδας.


Η ηρωικότερη ώς τότε στιγμή του ΕΛΑΣ Αθήνας, που απαθανατίστηκε από την αντιστασιακή λογοτεχνία ως «Κάστρο του Υμηττού», είχε και στοιχεία αστυνομικού δράματος: Η ηγεσία του II Τάγματος και η ΟΠΛΑ Υμηττού αναζητούσαν επίμονα ενόχους πίσω από το προφανές «κάρφωμα» της αποθήκης. Αυτό αρχικά χρεώθηκε σε ακριτομύθιες των ίδιων των πεσόντων, αργότερα ανακρίθηκαν και μαχητές που είχαν διανυκτερεύσει εκεί προηγούμενα. Τελικά οι υποψίες στράφηκαν στην ιδιοκτήτρια του σπιτιού, Νίτσα (ή Ανίκα) Αντωνίου, και στον έναν από τους δύο Ελασίτες που είχαν μεταφέρει τον οπλισμό προς το σπίτι.

Ο άνδρας εκτελέστηκε, το ίδιο και η γυναίκα, παρά το γεγονός πως ο συζυγός της (και συνιδιοκτήτης του σπιτιού), Επαμεινώνδας Αντωνίου, ήταν σημαντικό συνδικαλιστικό στέλεχος του ΕΑΜ στην Εθνική Τράπεζα.

Αν και με εξαντλημένα πυρομαχικά και απώλειες, ο ΕΛΑΣ βγήκε ενισχυμένος από τις παραπάνω μάχες. Είχε εμπεδώσει την εδαφική του κυριαρχία και είχε ανατρέψει κάθε σχέδιο των Ταγμάτων να αποκτήσουν έστω υποτυπώδη ερείσματα στις ανατολικές συνοικίες. Επίσης είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί η περίοδος χάριτος για τους άνδρες των Ταγμάτων, που δεν είχαν τίποτε να ελπίζουν σε περίπτωση αιχμαλωσίας, όπως φάνηκε στις 9 Απριλίου, όταν μια περίπολος συνέλαβε τρεις από αυτούς σε μια ταβέρνα στα Νέα Σφαγεία.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, τα γεγονότα του Απριλίου ενηλικίωσαν απότομα το μύθο των «συνοικιών-κάστρων της λευτεριάς» που «πρέπει να είναι έτοιμα να αντισταθούν και να πολεμήσουν».

 Από το βιβλίο του Ιάσονα Χανδρινού "Το τιμωρό χέρι του λαού"

Σύμβολο λευτεριάς
 
Στις 28 Απρίλη του 1944, σ' ένα μικρό σπιτάκι στον Υμηττό, στη μια γωνία της οδού Κοραή, γράφτηκε μια από τις πιο ηρωικές και δοξασμένες σελίδες της Εθνικής Αντίστασης κατά των χιτλεροφασιστών κατακτητών και των συνεργατών τους. Τρεις ΕΠΟΝίτες του ΕΛΑΣ της Αθήνας, ο Δημήτρης Αυγέρης,ο Κώστας Φολτόπουλος και ο Φάνης Κιοκμενίδης, που φύλαγαν τον οπλισμό της διμοιρίας τους, αντιμετώπισαν για πάνω από 7 ολόκληρες ώρες, με τ' ατομικά τους όπλα, 200 Γερμανούς και ταγματασφαλίτες.

Δεν είχε καλά - καλά ξημερώσει, όταν ο εχθρός περικύκλωσε το σπίτι και από το στόμα αξιωματικού των τσολιάδων ακούστηκε:

- Παραδοθείτε τομάρια, γιατί διαφορετικά θα σας κάψουμε!

Η απάντηση των κυκλωμένων ΕΠΟΝιτών ήταν μια και απλή, η μοναδική που μπορούσαν να δώσουν πατριώτες... Μια ριπή από αυτόματο.

Η μάχη δεν άργησε να φουντώσει. Ηταν 8 το πρωί. Μα, κάθε προσπάθεια που έκαναν οι πολιορκητές να καταλάβουν το φρούριο απέβαινε άκαρπη, παρά το γεγονός ότι διέθεταν ισχυρότατη δύναμη πυρός και υπέρτερες δυνάμεις. Η αντίσταση των τριών παιδιών, των τριών αυτών ηρώων, ήταν εκπληκτική.

Πρώτος χτυπήθηκε και έπεσε νεκρός στο πάτωμα ο ήρωας Φολτόπουλος, αλλά οι δύο σύντροφοί του συνέχισαν να μάχονται με μεγαλύτερο πάθος. Κι όταν τα πυρομαχικά τους έφταναν προς το τέλος, ο ένας έπιασε τη γωνιά για να καταστρέψει τον οπλισμό, ώστε να μην πέσει στα χέρια του εχθρού, ενώ ο άλλος συνέχισε τη μάχη. Σε λίγο νεκρός έπεσε και ο Κιοκμενίδης, αλλά ο Αυγέρης δε σταμάτησε να ρίχνει κατά του εχθρού, αν και τραυματίστηκε.

Πέρασε το μεσημέρι. Ομως το σπίτι, το κάστρο του Υμηττού συνέχισε να αντιστέκεται. Ωσπου, γύρω στις 3.30 το απόγευμα οι γυναίκες της γειτονιάς που παρακολουθούσαν τη μάχη είδαν τον Δημήτρη Αυγέρη να βγαίνει τρεκλίζοντας και να φωνάζει προς τη μεριά του εχθρού:

- Σας νικήσαμε τέρατα!

Σε λίγο, μια ριπή θα τον έστελνε κι αυτόν στην αθανασία.

Η μάχη είχε τελειώσει. Και ο εχθρός που περίμενε ότι θα βρει δεκάδες πτώματα και λαβωμένους αντιλήφθηκε ότι οι ορδές του ντροπιάστηκαν από τρία αμούστακα παιδιά, τρεις ήρωες, που είχαν τάξει τη ζωή τους στη λευτεριά της πατρίδας. Ετσι, φόρτωσε γρήγορα - γρήγορα τα πτώματα των ηρώων στα αυτοκίνητα κι έφυγε ουσιαστικά νικημένος.

Από τότε, το σπιτάκι εκείνο στον Υμηττό έγινε θρύλος, σύμβολο του αγώνα για τη λευτεριά της Ελλάδας και του λαού της, για να γίνει ο ίδιος ο λαός αφέντης στον τόπο του, όπως ονειρεύτηκαν οι τρεις ΕΠΟΝίτες κι όπως το ζωγράφισαν στο νου και την καρδιά του λαού το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ και το ΚΚΕ. Εκείνο το σπιτάκι ονομάστηκε Κάστρο και "Φρούριο των ηρώων" και οι μισογκρεμισμένοι τοίχοι του γέμισαν συνθήματα, όπως αυτό της ΕΠΟΝ: "Διαβάτη που περνάς από το σπίτι των τριών ηρώων του Υμηττού, γονάτισε, σφίξε τη γροθιά σου κι ορκίσου εκδίκηση".

Στην ημερήσια διαταγή της, η Διοίκηση του Α Σώματος Στρατού του ΕΛΑΣ θα γράψει για το κατόρθωμα των τριών ΕΠΟΝιτών ηρώων: "... ούτω ο διμοιρίτης Αυγέρης Δημήτριος και οι μαχηταί Φολτόπουλος Κωνσταντίνος και Κιοκμενίδης Αθανάσιος την 28/4/1944 εκεί εις τον οικίσκον του Υμηττού έστησαν λαμπρόν ηρώον Δόξης... Το ολοκαύτωμα των αξίων και υπέροχων αυτών μαχητών του ΕΛΑΣ των Αθηνών, πυρσός πατριωτισμού, πυρπολεί τας 

ψυχάς μας τας ημέρας αυτάς... Αιωνία η μνήμη των τριών ανδρείων...".


Ανἀρτηση από : http://www2.rizospastis.grteriaClause=%2BΤΟ+%2BΚΑΣΤΡΟ+%2/2012/04/2941944.html://tsak-giorgis.blogspot.com/2012/04/2941944.html://tsak-giorgis.blogspot.com/2012/04/2941944.html της 29ης Απριλίου, οι κάτοικοι της Γούβας και του Υμηττού αναστατώθηκαν από φωνές και πυροβολισμούς στην οδό Αγραίων. στην περιοχή της Γούβας. Σύντομα μαθεύτηκε πως μονάδες του Μηχανοκίνητου, Εύζωνοι και μικρή δύναμη Γερμανών είχαν μπλοκάρει σε ένα μικρό σπιτάκι τρεις ενόπλους.

Το μπλόκο δεν μπορούσε να είναι πιο...
εύστοχο: Το σπιτάκι αυτό είχε γίνει πρόσφατα μια από τις δύο μεγάλες αποθήκες οπλισμού του II Τάγματος Βύρωνα- Γούβας και από το προηγούμενο βράδυ είχαν καταλύσει σε αυτό ο διοικητής και υπεύθυνος οπλισμού της διμοιρίας ΕΛΑΣ Υμηττού, Δημήτρης Αυγέρης, και οι νεαροί μαχητές Κώστας Φολτύπουλος και Θάνος Κιοκμενίδης, οι οποίοι, χωρίς ελπίδα διαφυγής. αντιστάθηκαν χρησιμοποιώντας τον οπλισμό της αποθήκης -αρκετά Mannlicher, αυτόματα Sten και περίστροφα και πολλές ιταλικές χειροβομβίδες. Η απελπισμένη αλλά ηρωική άμυνα κράτησε αρκετές ώρες.
 Όταν σίγησαν τα πυρά, το σπιτάκι ήταν διάτρητο, οι τοίχοι και το πάτωμα είχαν ίχνη εμπρησμού, ενώ τα πτώματα των μαχητών, που εκτέθηκαν στο δρόμο σε κοινή θέα, έφεραν τραύματα σε κεφάλι και θώρακα και κακώσεις από έκρηξη, πιθανότατα χειροβομβίδας.
Η ηρωικότερη ώς τότε στιγμή του ΕΛΑΣ Αθήνας, που απαθανατίστηκε από την αντιστασιακή λογοτεχνία ως «Κάστρο του Υμηττού», είχε και στοιχεία αστυνομικού δράματος: Η ηγεσία του II Τάγματος και η ΟΠΛΑ Υμηττού αναζητούσαν επίμονα ενόχους πίσω από το προφανές «κάρφωμα» της αποθήκης. Αυτό αρχικά χρεώθηκε σε ακριτομύθιες των ίδιων των πεσόντων, αργότερα ανακρίθηκαν και μαχητές που είχαν διανυκτερεύσει εκεί προηγούμενα. Τελικά οι υποψίες στράφηκαν στην ιδιοκτήτρια του σπιτιού, Νίτσα (ή Ανίκα) Αντωνίου, και στον έναν από τους δύο Ελασίτες που είχαν μεταφέρει τον οπλισμό προς το σπίτι.
Ο άνδρας εκτελέστηκε, το ίδιο και η γυναίκα, παρά το γεγονός πως ο συζυγός της (και συνιδιοκτήτης του σπιτιού), Επαμεινώνδας Αντωνίου, ήταν σημαντικό συνδικαλιστικό στέλεχος του ΕΑΜ στην Εθνική Τράπεζα.
Αν και με εξαντλημένα πυρομαχικά και απώλειες, ο ΕΛΑΣ βγήκε ενισχυμένος από τις παραπάνω μάχες. Είχε εμπεδώσει την εδαφική του κυριαρχία και είχε ανατρέψει κάθε σχέδιο των Ταγμάτων να αποκτήσουν έστω υποτυπώδη ερείσματα στις ανατολικές συνοικίες. Επίσης είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί η περίοδος χάριτος για τους άνδρες των Ταγμάτων, που δεν είχαν τίποτε να ελπίζουν σε περίπτωση αιχμαλωσίας, όπως φάνηκε στις 9 Απριλίου, όταν μια περίπολος συνέλαβε τρεις από αυτούς σε μια ταβέρνα στα Νέα Σφαγεία.
Για όλους τους παραπάνω λόγους, τα γεγονότα του Απριλίου ενηλικίωσαν απότομα το μύθο των «συνοικιών-κάστρων της λευτεριάς» που «πρέπει να είναι έτοιμα να αντισταθούν και να πολεμήσουν».
 Από το βιβλίο του Ιάσονα Χανδρινού "Το τιμωρό χέρι του λαού"
 ξημερώματα της 29ης Απριλίου, οι κάτοικοι της Γούβας και του Υμηττού αναστατώθηκαν από φωνές και πυροβολισμούς στην οδό Αγραίων. στην περιοχή της Γούβας. Σύντομα μαθεύτηκε πως μονάδες του Μηχανοκίνητου, Εύζωνοι και μικρή δύναμη Γερμανών είχαν μπλοκάρει σε ένα μικρό σπιτάκι τρεις ενόπλους.
Το μπλόκο δεν μπορούσε να είναι πιο...
εύστοχο: Το σπιτάκι αυτό είχε γίνει πρόσφατα μια από τις δύο μεγάλες αποθήκες οπλισμού του II Τάγματος Βύρωνα- Γούβας και από το προηγούμενο βράδυ είχαν καταλύσει σε αυτό ο διοικητής και υπεύθυνος οπλισμού της διμοιρίας ΕΛΑΣ Υμηττού, Δημήτρης Αυγέρης, και οι νεαροί μαχητές Κώστας Φολτύπουλος και Θάνος Κιοκμενίδης, οι οποίοι, χωρίς ελπίδα διαφυγής. αντιστάθηκαν χρησιμοποιώντας τον οπλισμό της αποθήκης -αρκετά Mannlicher, αυτόματα Sten και περίστροφα και πολλές ιταλικές χειροβομβίδες. Η απελπισμένη αλλά ηρωική άμυνα κράτησε αρκετές ώρες.
 Όταν σίγησαν τα πυρά, το σπιτάκι ήταν διάτρητο, οι τοίχοι και το πάτωμα είχαν ίχνη εμπρησμού, ενώ τα πτώματα των μαχητών, που εκτέθηκαν στο δρόμο σε κοινή θέα, έφεραν τραύματα σε κεφάλι και θώρακα και κακώσεις από έκρηξη, πιθανότατα χειροβομβίδας.
Η ηρωικότερη ώς τότε στιγμή του ΕΛΑΣ Αθήνας, που απαθανατίστηκε από την αντιστασιακή λογοτεχνία ως «Κάστρο του Υμηττού», είχε και στοιχεία αστυνομικού δράματος: Η ηγεσία του II Τάγματος και η ΟΠΛΑ Υμηττού αναζητούσαν επίμονα ενόχους πίσω από το προφανές «κάρφωμα» της αποθήκης. Αυτό αρχικά χρεώθηκε σε ακριτομύθιες των ίδιων των πεσόντων, αργότερα ανακρίθηκαν και μαχητές που είχαν διανυκτερεύσει εκεί προηγούμενα. Τελικά οι υποψίες στράφηκαν στην ιδιοκτήτρια του σπιτιού, Νίτσα (ή Ανίκα) Αντωνίου, και στον έναν από τους δύο Ελασίτες που είχαν μεταφέρει τον οπλισμό προς το σπίτι.
Ο άνδρας εκτελέστηκε, το ίδιο και η γυναίκα, παρά το γεγονός πως ο συζυγός της (και συνιδιοκτήτης του σπιτιού), Επαμεινώνδας Αντωνίου, ήταν σημαντικό συνδικαλιστικό στέλεχος του ΕΑΜ στην Εθνική Τράπεζα.
Αν και με εξαντλημένα πυρομαχικά και απώλειες, ο ΕΛΑΣ βγήκε ενισχυμένος από τις παραπάνω μάχες. Είχε εμπεδώσει την εδαφική του κυριαρχία και είχε ανατρέψει κάθε σχέδιο των Ταγμάτων να αποκτήσουν έστω υποτυπώδη ερείσματα στις ανατολικές συνοικίες. Επίσης είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί η περίοδος χάριτος για τους άνδρες των Ταγμάτων, που δεν είχαν τίποτε να ελπίζουν σε περίπτωση αιχμαλωσίας, όπως φάνηκε στις 9 Απριλίου, όταν μια περίπολος συνέλαβε τρεις από αυτούς σε μια ταβέρνα στα Νέα Σφαγεία.
Για όλους τους παραπάνω λόγους, τα γεγονότα του Απριλίου ενηλικίωσαν απότομα το μύθο των «συνοικιών-κάστρων της λευτεριάς» που «πρέπει να είναι έτοιμα να αντισταθούν και να πολεμήσουν».
 Από το βιβλίο του Ιάσονα Χανδρινού "Το τιμωρό χέρι του λαού"

Σύμβολο λευτεριάς
Στις 28 Απρίλη του 1944, σ' ένα μικρό σπιτάκι στον Υμηττό, στη μια γωνία της οδού Κοραή, γράφτηκε μια από τις πιο ηρωικές και δοξασμένες σελίδες της Εθνικής Αντίστασης κατά των χιτλεροφασιστών κατακτητών και των συνεργατών τους. Τρεις ΕΠΟΝίτες του ΕΛΑΣ της Αθήνας, ο Δημήτρης Αυγέρης,ο Κώστας Φολτόπουλος και ο Φάνης Κιοκμενίδης, που φύλαγαν τον οπλισμό της διμοιρίας τους, αντιμετώπισαν για πάνω από 7 ολόκληρες ώρες, με τ' ατομικά τους όπλα, 200 Γερμανούς και ταγματασφαλίτες.

Δεν είχε καλά - καλά ξημερώσει, όταν ο εχθρός περικύκλωσε το σπίτι και από το στόμα αξιωματικού των τσολιάδων ακούστηκε:

- Παραδοθείτε τομάρια, γιατί διαφορετικά θα σας κάψουμε!

Η απάντηση των κυκλωμένων ΕΠΟΝιτών ήταν μια και απλή, η μοναδική που μπορούσαν να δώσουν πατριώτες... Μια ριπή από αυτόματο.

Η μάχη δεν άργησε να φουντώσει. Ηταν 8 το πρωί. Μα, κάθε προσπάθεια που έκαναν οι πολιορκητές να καταλάβουν το φρούριο απέβαινε άκαρπη, παρά το γεγονός ότι διέθεταν ισχυρότατη δύναμη πυρός και υπέρτερες δυνάμεις. Η αντίσταση των τριών παιδιών, των τριών αυτών ηρώων, ήταν εκπληκτική.

Πρώτος χτυπήθηκε και έπεσε νεκρός στο πάτωμα ο ήρωας Φολτόπουλος, αλλά οι δύο σύντροφοί του συνέχισαν να μάχονται με μεγαλύτερο πάθος. Κι όταν τα πυρομαχικά τους έφταναν προς το τέλος, ο ένας έπιασε τη γωνιά για να καταστρέψει τον οπλισμό, ώστε να μην πέσει στα χέρια του εχθρού, ενώ ο άλλος συνέχισε τη μάχη. Σε λίγο νεκρός έπεσε και ο Κιοκμενίδης, αλλά ο Αυγέρης δε σταμάτησε να ρίχνει κατά του εχθρού, αν και τραυματίστηκε.

Πέρασε το μεσημέρι. Ομως το σπίτι, το κάστρο του Υμηττού συνέχισε να αντιστέκεται. Ωσπου, γύρω στις 3.30 το απόγευμα οι γυναίκες της γειτονιάς που παρακολουθούσαν τη μάχη είδαν τον Δημήτρη Αυγέρη να βγαίνει τρεκλίζοντας και να φωνάζει προς τη μεριά του εχθρού:

- Σας νικήσαμε τέρατα!

Σε λίγο, μια ριπή θα τον έστελνε κι αυτόν στην αθανασία.

Η μάχη είχε τελειώσει. Και ο εχθρός που περίμενε ότι θα βρει δεκάδες πτώματα και λαβωμένους αντιλήφθηκε ότι οι ορδές του ντροπιάστηκαν από τρία αμούστακα παιδιά, τρεις ήρωες, που είχαν τάξει τη ζωή τους στη λευτεριά της πατρίδας. Ετσι, φόρτωσε γρήγορα - γρήγορα τα πτώματα των ηρώων στα αυτοκίνητα κι έφυγε ουσιαστικά νικημένος.

Από τότε, το σπιτάκι εκείνο στον Υμηττό έγινε θρύλος, σύμβολο του αγώνα για τη λευτεριά της Ελλάδας και του λαού της, για να γίνει ο ίδιος ο λαός αφέντης στον τόπο του, όπως ονειρεύτηκαν οι τρεις ΕΠΟΝίτες κι όπως το ζωγράφισαν στο νου και την καρδιά του λαού το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ και το ΚΚΕ. Εκείνο το σπιτάκι ονομάστηκε Κάστρο και "Φρούριο των ηρώων" και οι μισογκρεμισμένοι τοίχοι του γέμισαν συνθήματα, όπως αυτό της ΕΠΟΝ: "Διαβάτη που περνάς από το σπίτι των τριών ηρώων του Υμηττού, γονάτισε, σφίξε τη γροθιά σου κι ορκίσου εκδίκηση".

Στην ημερήσια διαταγή της, η Διοίκηση του Α Σώματος Στρατού του ΕΛΑΣ θα γράψει για το κατόρθωμα των τριών ΕΠΟΝιτών ηρώων: "... ούτω ο διμοιρίτης Αυγέρης Δημήτριος και οι μαχηταί Φολτόπουλος Κωνσταντίνος και Κιοκμενίδης Αθανάσιος την 28/4/1944 εκεί εις τον οικίσκον του Υμηττού έστησαν λαμπρόν ηρώον Δόξης... Το ολοκαύτωμα των αξίων και υπέροχων αυτών μαχητών του ΕΛΑΣ των Αθηνών, πυρσός πατριωτισμού, πυρπολεί τας ψυχάς μας τας ημέρας αυτάς... Αιωνία η μνήμη των τριών ανδρείων...".

"Ριζοσπάστης" 29/4/1998, μέσω "βαθύ κόκκινο"