Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2014

Εντάξει;

Ότι δεν βγαίνουμε στους δρόμους, δεν χωράει αμφιβολία. Ένα το κρατούμενο. Ένα το κρατούμενο, ανεξάρτητα από το αν κάποια στιγμή βγήκαμε και ανεξάρτητα από το γιατί εδώ και καιρό δεν βγαίνουμε πια (εξαιρούνται πάντα οι καθαρίστριες). Κομμένα τα αν είχε η γιαγιά μου τρολέδες, θα ήταν τρόλεϊ! Εντάξει;
Όχι μόνο δεν βγαίνουμε στους δρόμους, αλλά και δεν μας βλέπω για να βγαίνουμε. Σάπισε πια εκείνο το «κάποια στιγμή ο κόσμος θα χάσει την υπομονή του, θα βγει στους δρόμους και…». Σάπισε. Σάπισε από τις αμέτρητες φορές που ειπώθηκε μες τον πολύ χρόνο που έχει περάσει από τότε που πρωτοειπώθηκε. Δηλαδή, πόσο ακόμα να περιμένω μέχρι να χάσει ο κόσμος την περίφημη υπομονή του; Πόσο ακόμα μέχρι να ξεπεραστεί το περίφημο όριό του; Ώσπου να ολοκληρωθεί πλήρως το κακό; Ε, τότε πια, όταν θα έχει ολοκληρωθεί το κακό, τι να το κάνω το να βγει στους δρόμους;

Όποιος το αναμασάει τώρα αυτό το «κάποια στιγμή ο κόσμος θα…», όποιος και αν είναι, για όποιον λόγο και αν το αναμασάει, καταλήγει, αναμασώντας το, να παίζει με τον πόνο των ανθρώπων. Και τελικά ταΐζει έτσι με πρόσθετο χρόνο το δήμιο των ανθρώπων. (Άστε που δεν αποκλείεται να ‘κονομάει κιόλας από αυτό του το αναμάσημα, και γι αυτό να το αναμασάει, μπας και προστατέψει την ‘κονόμα του με αυτό.)
Θέλεις, κύριε, ν’ απαλλαγείς από το δήμιο σου; Θέλω, λέει. Αλλά ρωτάει: Ποιος είναι ο δήμιος μου;
Ωραίος αυτός! Να βγει ο κόσμος στους δρόμους, για να βρει ελόγου του ποιος είναι ο δήμιος του! Μέγας είσαι Κύριε! Κι εμείς οι υπόλοιποι; Εμείς που ξέρουμε ποιος είναι ο δήμιος μας; Να τον λουζόμαστε το δήμιο μας, μέχρι να βρεις εσύ, κύριε, ποιος είναι ο δικός σου; Και να τρίβει στο μεταξύ τα χέρια του ο δήμιος από τα κεφάλια; Να μας ζαλίζεις κι εσύ το κεφάλι από πάνω με τα μαύρα σου μεσάνυχτα!
Πάμε τώρα παρακάτω. Αφού ο κόσμος δεν βγαίνει στους δρόμους, τι μένει για ν’ απαλλαγούμε από το δήμιο μας; Οι εκλογές. Αυτό μας μένει. Αν έχει κανείς άλλη πρόταση, παρακαλώ, να μου γράψει. Εντάξει;
Ξαναρωτάω, λοιπόν: Θέλεις, κύριε, ν’ απαλλαγείς από το δήμιο σου; Θέλω, λέει. Ωραία. Πότε θέλεις, τώρα ή αργότερα; Αργότερα, λέει.
Αργότερα; Γιατί αργότερα; Πιστεύεις ότι θα πάνε καλύτερα τα πράγματα; Αν πιστεύεις ότι θα πάνε καλύτερα τα πράγματα χωρίς εκλογές, τότε είσαι με την κυβέρνηση. Δεν κατάλαβα! Άμ’ να είσαι με την κυβέρνηση, άμ’ να μας το παίζεις ότι δεν είσαι; Σ’ ωραίος εσύ!
Ποιος θα ‘ρθει μετά; ρωτάει. Δεν θέλω, λέει, φρούδες ελπίδες και τέτοια. Ρε φίλε, το ίδιο, μα ακριβώς το ίδιο λέει και η κυβέρνηση! Μας δουλεύεις; Μείνε εκεί με τις μη φρούδες ελπίδες σου και ξεφόρτωνέ μας! Μπααα…
Παιδιά, να κάτσει ο καθένας να δει αν θέλει και τι θέλει. Όχι να μιλάει και να γράφει, για να μας κοροϊδεύει με την τάχα γκρίνια του. Και να ξέρει ότι δεν μπορεί να κοροϊδέψει κανέναν. Εντάξει;

Ανάρτηση από: http://sotosblog.com