Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

Η αμφισβήτηση ως ο αναγκαίος δρόμος για την ανασυγκρότηση

Του Χάρη Καλαμπόκη

Η ανασυγκρότηση της αριστεράς είναι ένα ζήτημα που απασχολεί έντονα τον χώρο του κινήματος από το καλοκαίρι του 2015 μετά την ήττα του δημοψηφίσματος και τη μνημονιακή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ. Από εκείνο το καλοκαίρι μέχρι σήμερα, έχουν γραφεί δεκάδες κείμενα, τα οποία τοποθετούν το δικό τους λιθαράκι στην συζήτηση. Έχουν περάσει δυόμιση χρόνια, και παρά τις αδιαμφισβήτητα καλές προθέσεις, δεν θα είχε άδικο κανείς να ισχυριστεί πως η ριζοσπαστική αριστερά δεν τα καταφέρνει ιδιαίτερα καλά. Στόχος αυτού του κειμένου δεν είναι να αναδείξει τους λόγους για τους οποίους πρέπει να συνεχίσει η αριστερά να μάχεται, εξάλλου είναι ένα θέμα που πολλά άλλα κείμενα έχουν αναδείξει επαρκώς. Η συνέχιση των μνημονιακών πολιτικών, η αυξανόμενη φτώχεια, η υπαρκτή φασιστική απειλή, οι θερμές διεθνείς εξελίξεις είναι μόνο ελάχιστοι από τους λόγους για τους οποίους είναι αναγκαίο η αριστερά να συνεχίσει τον αγώνα και να βρεθεί στο προσκήνιο. Η αναγκαιότητα της ανασυγκρότησης είναι αισθητή και κατανοητή από το σύνολο του κόσμου που τοποθετεί τον εαυτό του στην αριστερά. Στο κείμενο αυτό θα γίνει μία προσπάθεια να αναδειχτεί ένα εργαλείο που αν και αναφέρεται κατά καιρούς, έχει υποτιμηθεί όσο ελάχιστα ως προς το μέγεθος της σημασίας του: Η αμφισβήτηση.
Θα περίμενε κανείς πως η διάψευση των απόλυτων πεποιθήσεων μας θα είχε οδηγήσει στην αποδοχή της αμφισβήτησης ως ένα σημαντικό όπλο στην προσπάθεια για επανεκκίνηση, όμως αν αμφισβητείται πραγματικά κάτι τους τελευταίους μήνες είναι το κατά πόσο σύντροφοι με διαφορετικές ιδέες –ρεφορμιστικές ή αριστερίστικες το δίχως άλλο- έχουν πράγματι κάποιο θετικό όραμα που λειτουργεί ως κινητήριος δύναμη για τις δράσεις τους και δεν έχουν κρυφές σκοπιμότητες που οι υπόλοιποι, οι «καθαροί» έχουν κληθεί να ανακαλύψουν. Το ζήτημα είναι πως τα τελευταία χρόνια η διάψευση δεν ήρθε μόνο για όσους στήριζαν πως ο ΣΥΡΙΖΑ θα φέρει τον σοσιαλισμό στην Ελλάδα ή θα αλλάξει την Ευρώπη σε Ευρώπη των λαών. Ήρθε και για όσους θεωρούσαν πως μόλις η ευρωπαϊκή γραμμή αποτύχει ο κόσμος θα τρέξει να στηρίξει την ρήξη με το ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήρθε και για όσους θεωρούσαν πως η αποτυχία του ρεφορμισμού θα ρίξει τον λαό στην αγκαλιά της ριζοσπαστικής αριστεράς. Ήρθε και για όσους θεωρούσαν πως θα αυξήσουν τις δυνάμεις τους βασιζόμενοι στην επιβεβαίωση των εκτιμήσεων και των προειδοποιήσεων τους σχετικά με την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία. Και προφανώς δεν απαιτεί κανένας από κανέναν να έχει το αλάθητο, αφού όμως κατέρρευσαν οι απόλυτες αλήθειες όλων μας, δεν υπάρχει νόημα στο να ενισχύουμε με περισσότερες απόλυτες αλήθειες τον σεχταρισμό και το περιθώριο.

Ο διάλογος, ο σεβασμός στην διαφορετική άποψη, η απόρριψη της αυθεντίας, δεν έχουν γίνει κτήμα τόσο, όσο λειτουργούν ως διακηρύξεις. Και η διακήρυξη από μόνη της δείχνει πως αναγνωρίζεται η σημασία όλων αυτών, διαφορετικά δεν θα θεωρούνταν καίριο και το να τοποθετηθούν σε πλήθος κειμένων, όμως όταν πχ η απόρριψη της αυθεντίας έρχεται έπειτα από εντολή της καθοδήγησης, ενός θεσμού που ίσως είναι σκληρότερος όταν δεν είναι επίσημος, αντιλαμβανόμαστε την απόσταση μεταξύ πεποιθήσεων και «τρόπων συντροφικής συμπεριφοράς».

Υπάρχουν σημαντικά τμήματα της αριστεράς που εξακολουθούν να θεωρούν πως κατέχουν την απόλυτη αλήθεια, και αυτό βάζει φρένο στην πρόοδο της αριστεράς ως εξελισσόμενη έννοια αλλά και ως ανατρεπτική δύναμη. Δεν είναι μόνο οι σκέψεις του Μαρξ και του Λένιν που πρέπει να αμφισβητηθούν, αλλά και οι σκέψεις του καθενός από τον εαυτό του. Η προσκόλληση σε αμετακίνητες αναγνώσεις των θεωρητικών κειμένων, σε απόλυτες αναγνώσεις της ιστορίας, και στο δίκιο που το κάθε ιδεολογικό ρεύμα είχε την οποιαδήποτε χρονική στιγμή σε κάποια αντιπαράθεση – πράγμα που σαφώς ενισχύει το όποιο αριστερόμετρο- δεν ενισχύει αλλά ναρκοθετεί την προσπάθεια επανίδρυσης της αριστεράς.

Η θέση πως οι ιδέες είναι σωστές, αλλά οι συσχετισμοί αρνητικοί, είναι μια λαθεμένη εκτίμηση όχι επειδή στην πραγματικότητα οι συσχετισμοί στην κοινωνία είναι υπέρ της αριστεράς –πράγμα που δεν συμβαίνει- αλλά επειδή το ζήτημα δεν είναι ποσοτικό αλλά ποιοτικό. Οι πανελλαδικές προσπάθειες για σύσταση διάφορων πρωτοβουλιών που έχουν αποτύχει, αποδίδουν την αποτυχία σε κάποια ανεξήγητη απουσία κόσμου, η οποία απουσία σαφώς και υπήρχε, αλλά με ποιοτικά χαρακτηριστικά να προηγούνται αυτής και να την τροφοδοτούν, δίνοντας έτσι την εξήγηση. Διότι όταν μία πρωτοβουλία δέκα συμμετεχόντων προσπαθεί να αναδείξει δέκα σημεία, την στιγμή που καθένας από τους δέκα ιεραρχεί διαφορετικό σημείο υψηλότερα και θεωρεί πως ο σωστός τρόπος ανάδειξης είναι εντελώς διαφορετικός από εκείνον που προτείνουν οι υπόλοιποι εννιά, αλλά παράλληλα αρνείται να συζητήσει οποιαδήποτε διαφορετική προσέγγιση, οι πιθανότητες γέρνουν προς το να αποτύχει αυτή η πρωτοβουλία.

Είναι όμως όλοι τόσο αμετακίνητοι και τόσο αρνητικοί στον διάλογο; Η απάντηση είναι πως όχι, δεν είναι όλοι, πρέπει όμως να θυμόμαστε πως κάνοντας αυτή την παραδοχή δεν κρίνουμε για ακόμα μία φορά βάσει διακηρύξεων αλλά βάσει πράξεων. Επειδή όμως ακριβώς το ζήτημα είναι ποιοτικό, είναι και μικρής σημασίας το να ασχοληθούμε με το αν είναι όλοι τόσο αδιάλλακτοι ή μόνο κάποιοι από αυτούς. Επιθυμούμε την επανίδρυση, την ανασυγκρότηση της αριστεράς, και την επιθυμούμε για όλους. Όχι μόνο για κάποιους. Και σε αυτό μπορεί να βοηθήσει η αμφισβήτηση. Διότι όσο λιγότερο πιστεύεις πως δεν μπορεί να υπάρχει κανένας άλλος εκτός από εσένα που να έχει δίκιο, τόσο αυξάνονται αυτοί που πρόθυμα θα σου πουν την άποψή τους, και πιο πρόθυμα θα τη συζητήσεις μαζί τους.

 Ο όρος αμφισβήτηση φυσικά δεν πρέπει να συγχέεται με τον όρο «καχυποψία». Δεν εννοούμε αμφισβήτηση το να σκέφτεσαι πως ο/η σύντροφος/σσα θέλει να πει μαύρο την ώρα που λέει άσπρο. Πρόκειται καθαρά για την αμφισβήτηση της απόλυτης αλήθειας, που κανένας μας δεν κατέχει. Πρόκειται για την αντιμετώπιση της δογματικής σκέψης. Όπως κι αν έχουμε διαβάσει τον Μαρξ, όπως κι αν ερμηνεύουμε τις ειδήσεις των 8, όπως και αν πιστεύουμε πως αντιμετωπίζεται η μνημονιακή πολιτική, είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως ίσως κάνουμε λάθος. Δεν θα μας οδηγήσει αυτό στην αποδοχή μιας διαφορετικής πολιτικής γραμμής που δεν συμμεριζόμαστε, αλλά στην οικοδόμηση μιας νέας πραγματικότητας που θα μπορεί να προκαλέσει την αλλαγή διότι θα την έχει ήδη δεχτεί η ίδια. Και αυτή τη στιγμή η αλλαγή είναι ότι χρειαζόμαστε περισσότερο από όλα.

Ανάρτηση από: https://www.bakiri.website