Γεια σου πιτσιρίκο,
Ήτανε κάποτε μία πόρνη που τη λέγανε Φαίδρα. Η Φαίδρα ζούσε και εκδιδόταν σε μία από τις πιο κακόφημες συνοικίες της πόλης. Φωνές, καυγάδες, μαχαιρώματα ήταν στην ημερήσια διάταξη ανάμεσα στους γείτονες που ήταν όλοι τους τόσο διαφορετικοί ώστε βρισκόταν διαρκώς σε σύγκρουση. Πότε για τον πελάτη, πότε για το πεζοδρόμιο, πάντα υπήρχε ένας λόγος.
Κάποτε κάποτε, διάφοροι που ήξεραν πόσο μικρόνοοι και καβγατζήδες ήταν, τους έβαζαν να μαλώνουν για το χαβά ή για να κάνουν δουλειές, επειδή όταν μάλωναν έκαναν πολλές ζημιές στη γειτονιά.
Η Φαίδρα ήταν πόρνη από τότε που από κορίτσι έγινε «γυναίκα». Για την ακρίβεια, δεν θυμόταν τον εαυτό της να κάνει άλλη δουλειά. Δεν την ένοιαξε ποτέ να κάνει κάτι άλλο γιατί ήταν πολύ όμορφη, και τα λεφτά μπορεί να μην ήταν τόσα όσα θα ήθελε αλλά ήταν εύκολα.
Ήτανε πονηρή. Παρακολουθούσε την πελατεία που σουλατσάριζε στην πιάτσα και φτιασιδωνόταν ανάλογα.
Πότε φόραγε κάτι ολοκέντητες χωριάτικες φορεσιές που της είχε αφήσει προίκα η γιαγιά της, πότε έβαζε τα “μοντέρνα” και παστωνόταν με κρέμες και κραγιόνια, πότε παρίστανε τη θεούσα, φόραγε κάτι μαύρα μακριά φουστάνια και κρέμαγε και ένα σταυρό, πάντα κάτι έβρισκε να “πουλήσει” από την πλούσια πραμάτεια της.
Η αγαπημένη της φορεσιά όμως ήταν μία αρχαίας θεάς, που δεν θυμότανε πια πως την είχε αποκτήσει. Αυτή “πούλαγε” και περισσότερο από όλες τις άλλες. Όταν τη φόραγε έκανε χρυσές δουλειές.
Η Φαίδρα ήταν πονηρή αλλά δεν ήταν έξυπνη. Ούτε πίστεψε ποτέ στον εαυτό της. Έψαχνε πάντα κάποιο νταβατζή για να έχει “το κεφάλι της ήσυχο” και να βγάζει το φίδι από την τρύπα στα δύσκολα, κι αυτό της στοίχιζε πολλά.
Επειδή ήταν αγράμματη, οι νταβατζήδες της ήταν συνήθως κάτι απίθανοι τύποι, κάτι λιμοκοντόροι που της πουλούσαν αγάπες και λουλούδια κι αυτή έπεφτε αμέσως στη αγκαλιά τους νομίζοντας ότι είχε βρει τον προστάτη της.
Δεν ήξερε ότι κι αυτοί είχαν πάτρονες που τους έβαζαν να της κάνουν τα γλυκά μάτια για να την εκμεταλλεύονται. Ή δεν ήθελε να το πιστέψει.
Είχε πολλά παιδιά. Όλα νόθα, αφού από το κρεβάτι της είχε περάσει η σάρα και η μάρα, Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι που λένε…
Κάποια από αυτά την αγάπησαν πολύ, κι ας ήταν αδιάφορη μάνα, και προσπάθησαν να τη βγάλουν από τη μίζερη ζωή της.
Αυτά τα έδιωχνε πρώτα πρώτα, με την βοήθεια των υπόλοιπων παιδιών της που την είχαν μόνο για να τα χαρτζιλικώνει και την έπειθαν πάντα, μέσα στην αφέλεια και την αδιαφορία της, πως μόνο αυτά την αγαπούσαν πραγματικά.
Σήμερα η Φαίδρα είναι ακόμα εκεί. Στη γειτονιά των καβγατζήδων, πουλάει το γερασμένο κορμί της όσο όσο για ένα πιάτο φαΐ.
Θα την δείτε να καπνίζει το τσιγάρο της αδιάφορα, να αναπολεί τις ημέρες της ένδοξης νιότης και να τσεκάρει το σουλάτσο στο μεϊντάνι.
Πάντα ψάχνοντας τον επόμενο νταβατζή.
(Η Φαίδρα είναι φανταστικό πρόσωπο. Οποιαδήποτε ομοιότητα με χώρα-μέλος της Ε.Ε. είναι καθαρά συμπτωματική)
Γ.Κ.
(Αγαπητέ φίλε, αυτή η τύπισσα που λέτε, εμένα μου θυμίζει πιο πολύ τη Μαντάμ Σουσού παρά μία Φαίδρα. Η Μαντάμ Σουσού είναι πιο φαιδρή από τη Φαίδρα. Να είστε καλά.)
Ανάρτηση από: http://pitsirikos.net
