Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016

Γράμμα στους Ελλαδίτες Ηθοποιούς της Παράστασης «Αντιγόνη» στην Σαλαμίνα της Κύπρος

Του Σόλωνα Αντάρτη

Δεν ξέρω αληθινά πώς να σας προσφωνήσω. Θα ήθελα να σας προσφωνήσω με το αδελφές και αδέλφια των δελφών του κοινού μας πολιτισμού αλλά δεν ξέρω πια αν οι λέξεις εμπερικλείουν τη σημασία που θα ήθελα να τους δώσω. Η γλώσσα μας έχει γεμίσει ναρκοπέδια. Η πρόθεση του ενός στρεβλώνεται στα μάτια και τα αυτιά του άλλου. Αληθινά δεν ξέρω πώς να σας προσφωνήσω. Αυτό που με πονεί περισσότερο είναι ότι τελικά μπορεί οι λέξεις να μην μας αξίζουν.
Διάβασα στην εφημερίδα «Καθημερινή» (1) της 30ης Αυγούστου ότι κάποιοι από εσάς προβληματίζεστε για την παράσταση που θα ανεβάσετε στο αρχαίο θέατρο της Σαλαμίνας στις 28 Σεπτεμβρίου. Αυτό ήταν και το έναυσμα αυτού του γράμματος. Εύχομαι ότι το παρόν θα φτάσει κοντά σας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και ότι θα αφιερώσετε τα λίγα λεπτά που χρειάζονται για να το διαβάσετε.
Η στάση των Κυπρίων συναδέλφων σας πέρσι σε παράσταση στο ίδιο θέατρο δεν μου άφηνε περιθώρια οποιασδήποτε ελπίδας ότι μία τέτοια προσπάθεια επικοινωνίας θα είχε αξία. Ούτε το ότι οργανωτής πέρσι ήταν η οργάνωση που αποδέχεται την βίαιη αλλαγή των ονομάτων των χωριών και των πόλεων μας – από τις κατοχικές δυνάμεις –  σε έντυπα που εκδίδει και κυκλοφορεί. Κανένας προβληματισμός δε φαίνεται να τους απασχολεί οπότε το γράμμα αυτό απευθύνεται σε εσάς αδελφές και αδέλφια από την Ελλάδα με την ελπίδα η φωνή μου να φτάσει κοντά σας. Το είπα τελικά, δεν άντεξα να το κρατήσω. Ίσως λέω, ίσως οι λέξεις να μας αξίζουν.
Δεν γνωρίζω πόσοι από εσάς έχετε ποτέ επισκεφθεί τη Σαλαμίνα. Είναι ένα μέρος μαγικό. Ειδικά τα βράδια όπως το βράδυ που θα στήσετε τον περιοδεύοντα σας θίασο, της μίας και μόνης παράστασης κάτω από την μπότα της κατοχής.
Οι πέτρες θα αναδύουν τη ζέστη που απορρόφησαν την ημέρα και το αεράκι που έρχεται από τη θάλασσα δίπλα θα γεμίζει το κοίλον του θεάτρου με μία δροσιά σπάνια που θα μυρίζει αρμύρα και Ελλάδα. Όπως και ο λόγος που θα αρθρώνετε. Μπορεί μέσα από τα ερωτικά αγγίγματα του ανέμου να αφουγκραστείτε και τα λόγια του ποιητή που τόσο αγάπησε το μέρος:
«Τα νέα κορμιά περάσαν απ’ εδώ, τα ερωτεμένα· παλμοί στους κόλπους,
ρόδινα κοχύλια και τα σφυρά
τρέχοντας άφοβα πάνω στο νερό
κι αγκάλες ανοιχτές για το ζευγάρωμα του πόθου.» (2)
Μεγαλώνοντας στο νησί αισθανόμουν πάντοτε ότι οι τραγωδίες της αρχαιότητας γράφτηκαν για μας. Μέσα από τις λέξεις της γλώσσας μας οι ήχοι έφταναν στα αυτιά μου ως παιδιού, ως έφηβου, ως νέου και τώρα ως μεσήλικα σαν σφυριά που χτυπούν στο αμόνι του σιδηρουργού.
Για μας έγραψε ο Σοφοκλής, για μας ο Ευρυπίδης. Οι μανάδες μας με τα μαύρα στις ακτές της Τροίας και ο μικρός Αστυάνακτας να γκρεμίζεται από τα τείχη, η κόρη που σφάζεται για να κινήσει ο κύρης της στην αιματηρή του εκστρατεία για εμάς μιλούσαν.
Η «μεταπολίτευση» κολυμπούσε στο αίμα της σφαγμένης Κύπριδος Ιφιγένειας και οι μανάδες μας μας θύμιζαν καθημερινά μεγαλώνοντας την μοίρα των βιασμένων Τρωάδων εκείνων. Τα συνθλιμμένα κόκκαλα του Αστυάνακτα τα μαζεύουμε μέχρι σήμερα. Κάποιοι από εμάς θάβουν μικρά θραύσματα αυτού που κάποτε ήταν ο πατέρας, ο γιός, ο εγγονός. Ένα μικρό κοκκαλάκι από την φάλαγγα των δακτύλων, μία γνάθος ένα μηριαίο οστό. Κάποιοι ακόμη περιμένουν. Τα νέα κορμιά δεν ζουν πια στην Σαλαμίνα. Γεράσαμε, ασπρίσαν τα μαλλιά μας, τα δόντια μας έπεσαν, πεθαίνουμε ένας ένας. Περνούμε το Ποτάμι με την πίκρα και τον νόστο της επιστροφής. Κανένας από μηχανής Θεός δεν μας ευλόγησε με την παρουσία του. Κάθαρσις καμία…
Βουβά κλαίμε κάθε φορά που πατούμε στα θέατρα, οι λυγμοί ουδέποτε αναβλύζουν, ο ρόγχος στον λάρυγγα μας πνίγει σε κάθε μας επίσκεψη στις πέτρινες κερκίδες. Γίναμε εμείς πέτρες για να αντέξουμε. Και κάποτε μέσα στις ρωγμές του χρόνου έρχονται ηθοποιοί και παραστάσεις να λιώσουν την σιδηρόφρακτη πανοπλία μας και να μας οδηγήσουν στην οδύνη, τον πόνο και την κάθαρση του ολοφύρματος μέσα σε δωμάτια ξένα, σκοτεινά, εδώ στην προσφυγιά. Συγκρατούμε τους λυγμούς μας στα λόγια της Εκάβης, σφικτά σφαλίζουμε τα μάτια στις ιαχές της Κασσάνδρας. Ξεσπούμε αργότερα, πολλή ώρα μετά που ο θίασος έχει βγει για το τελευταίο χειροκρότημα. Πάντα μόνοι και κρυφά. Μετά ξαναγινόμαστε πέτρες. Για να αντέξουμε.
Από όλες τις τραγωδίες η Αντιγόνη του Σοφοκλή είναι ίσως εκείνη που αγγίζει περισσότερο την τραγική μας ύπαρξη. Ο Πολυνείκης είναι ακόμη άθαφτος έξω από τα τείχη της Θήβας μας. Το εμφύλιο μένος που βίωσε το νησί πριν από την τραγωδία είναι ακόμη ζωντανό. Και καμία Αντιγόνη δε βρέθηκε να θάψει τους δικούς μας πραξικοπηματίες. Καμία αδελφή δεν τόλμησε να κινηθεί στα πέρα από τα ανθρώπινα. Οι δικοί μας Κρέοντες φρόντισαν για αυτό με τα ίδια φιρμάνια, τις ίδιες απειλές, την ίδια συμπεριφορά. Σβήνοντας όλα όσα προηγήθηκαν γράφοντας ξανά την ιστορία όπως τους βόλευε άφησαν τους δικούς μας Πολυνείκες άθαφτους, βορά στα σκυλιά και στα όρνεα. Μέχρι σήμερα βυσσοδομούν επί πτωμάτων. Χωρίς συγχώρεση, χωρίς κάθαρση, χωρίς Αντιγόνη. Η τραγωδία που θα παρουσιάσετε θα αποκτούσε το πραγματικό της νόημα στο νησί αν ο Πολυνείκης φορούσε τα στρατιωτικά ρούχα των πραξικοπηματιών του Ιουλίου του 74.
Η Αντιγόνη που γεννήθηκε για να συμφιλεί και όχι για να εχθρεύεται δεν ζει στην Κύπρο.
Θα πατήσετε λοιπόν στις πέτρες. Οι κερκίδες θα είναι γεμάτες. Οι θιασώτες της «επανένωσης» θα γεμίσουν το αρχαίο θέατρο για να σας χειροκροτήσουν. Οι αστέρες της υποταγής, της υποδούλωσης, του εξευτελισμού κάθε τι του ανθρώπινου για το οποίο μιλά η Αντιγόνη θα βρίσκονται στις κερκίδες. Αυτοί που καθημερινά επιτίθενται σε όλους εμάς που ζητούμε Δικαιοσύνη και Ελευθερία για τον τόπο μας θα βρίσκονται απέναντι σας και θα σας χειροκροτούν. Αυτοί που κατηγορούν αγοράκια σαν εμένα  – τεσσάρων το 74 – ως φασίστες, λυσοφοβικούς και απορριπτικούς επειδή επιθυμούμε να επιστρέψουμε στα σπίτια μας χωρίς περιορισμούς. Θα σας χειροκροτούν και οι εκπρόσωποι του κατακτητή. Οι Αττιλάρχες, προβατόσχημοι λύκοι που 42 χρόνια μετά ζητούν το δικό τους κράτος πάνω στα ερείπια της κάποτε τόσο όμορφης μας Τροίας.
Το νόημα των όσων θα παρουσιάσετε το  φτύνουν μέσα από την καθημερινή τους πρακτική. Το απόλυτον της εξουσίας και το μίσος για κάθε τι που την απειλεί το πραγματώνουν καθημερινά μέσα από τα λόγια και τα έργα τους. Μην έχετε αυταπάτες. Η παρουσία σας στο θέατρο της Σαλαμίνας έχει ως μοναδικό πολιτικό στόχο την προώθηση του διζωνικού ρατσισμού στο νησί. Ένα θλιβερό καθεστώς απαρτχάιντ και διαχωρισμού σε Έλληνες και Τούρκους, σε χριστιανούς και μουσουλμάνους νομιμοποιώντας την βαρβαρότητα του εισβολέα και των εγκαθέτων του. Καμία «φιλία» δεν προάγεται από την πράξη σας. Μόνον η υποταγή στον κατακτητή που μας εμποδίζει για 42 χρόνια να επιστρέψουμε στον τόπο μας. Αυτήν θα υπηρετεί η παρουσία σας.
Αυτοί που θα έσφαζαν ξανά και ξανά και ξανά την Αντιγόνη θα βρίσκονται απέναντι σας. Εκεί λοιπόν σε ένα αρχαίο θέατρο κάτω από την μπότα της κατοχής οι πράξεις και τα λόγια σας ξεπερνούν κατά πολύ την απλή παρουσίαση της κορυφαίας ίσως αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Στον δικό μου αξιακό κόσμο είναι στην κορυφή, ισάξια με τις Τρωάδες. Η παρουσία σας στη Σαλαμίνα ξεπερνά λοιπόν κατά πολύ την αίσθηση μίας απλής παράστασης. Θελημένα ή άθελα σας γίνεστε ένα εργαλείο άσκησης της πολιτικής των Κρεόντων αυτού του κόσμου.
Διερωτούμαι αν το αεράκι του Σεπτέμβρη θα σφυρίζει στα αυτιά σας το ποίημα:
«Τώρα καλύτερα να λησμονήσουμε πάνω σε τούτα τα χαλίκια·
δε φελά να μιλάμε·
τη γνώμη των δυνατών ποιός θα μπορέσει να τη γυρίσει;
ποιός θα μπορέσει ν’ ακουστεί;
Καθένας χωριστά ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά των άλλων.»
Διερωτούμαι αν ο βραχνάς μου θα σας φτάσει. Ή η φωνή του ποιητή:
«Η γης δεν έχει κρικέλια
για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν
μήτε μπορούν, όσο κι αν είναι διψασμένοι
να γλυκάνουν το πέλαγο με νερό μισό δράμι.
Και τούτα τα κορμιά
πλασμένα από ένα χώμα που δεν ξέρουν,
έχουν ψυχές.
Μαζεύουν σύνεργα για να τις αλλάξουν,
δε θα μπορέσουν· μόνο θα τις ξεκάμουν
αν ξεγίνουνται οι ψυχές.
Δεν αργεί να καρπίσει τ’ αστάχυ
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
για να φουσκώσει της πίκρας το προζύμι,
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
το κακό για να σηκώσει το κεφάλι,
κι ο άρρωστος νους που αδειάζει
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
για να γεμίσει με την τρέλα,
νῆσός τις ἔστι …».
Διερωτώμαι αν εσείς οι το ήθος ποιούντες θα σκύψετε μπροστά στις σημαίες του κατακτητή. Διερωτώμαι αν θα τις αγνοήσετε και σαν καλοί υπάλληλοι θα παρουσιάσετε την παράσταση επιστρέφοντας μετά στην καθημερινότητα σας ωσάν το συρματόπλεγμα που γδέρνει το είναι μας να μην υπάρχει.
Αν θα γίνετε και εσείς σύνεργα και συνεργοί για να ξεκάμετε τις ψυχές μας. Αν ξεγίνονται οι ψυχές.
Διερωτώμαι αν στη θέση σας βρισκόταν η Τζένη Καρέζη τι θα έπραττε.
Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο γνωρίζω ότι στις 28 του μηνός θα πάρω την απάντηση μου.
Αδέρφκια καλώς να μας έρτετε! (3)
Σόλων Αντάρτης ~ solon_antartis@yahoo.com


~~~~~~~~~~~~
Πηγές-Σημειώσεις
———————–
1. Προβληματίζει η «Αντιγόνη» στα κατεχόμενα
http://www.kathimerini.gr/872701/article/politismos/8eatro/provlhmatizei-h-antigonh-sta-katexomena
2. Η Σαλαμίνα της Κύπρος Γιώργου Σεφέρη
http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=1&text_id=1674
3. Το καλωσόρισμα του Δημήτρη Λιπέρτη στους Ελλαδίτες αθλητές στους πανελλήνιους αγώνες στο στάδιο Λεμεσού το Μάη του 1929:
Καλώς τους, καλώς ήρτετε
Χαιρετισμός στους αδελφούς απ’ την Ελλάδα, που απαγγέλθηκε στους Πανελλήνιους αγώνες στο Στάδιο της Λεμεσού το Μάη του 1929.
Καλώς τους, καλώς ήρτετε, ψυχή, καρτκιά δική μας,
της Μάνας της αξήχαστης κ̌αι γέννημαν κ̌αι θρέμμαν.
Τώρα που μας εμπλάσετε, σιούσιν οι καμοί μας,
τωρά καταλαββαίννουμεν πως ζ’ιούμεν κ̌ι εν εν ψέμαν,
χίλια κακά σκουλλίζουν μας κ̌αι βάσανα μας τρώσιν
κ̌ι έχουμέν τα προχ̌χ̌έφαλον κ̌αι για κρεβατοστρώσιν.
Παιχνίδιν εγινήκαμεν της λύπης, συντροόλα.
Ορτοποδούν ξένα παιδτκιά της μητριάς κοντά της;
Μπορούν με διπλοπροσωπκιάν να ζ’ιούν, εν πράμαν κ̌ιόλα;
Τα στήθη της εν μάρμαρον, βυζάκα τα βυζ’ιά της,
κ̌ι αν έχουν γάλαν, πκοιος πελλός πά’ να τα πιππιλλίσει,
πον ομπυασμένον κ̌ι, άμα φά’, ποττ’ εν κ̌ι εννά λαχτίσει!
Τέθκοιαν ζωήν δκιαβαίννουμεν, που κόλαση λοάται,
συμπαλισμένη λαμπρακ̌ιά τα μέσα μας δκιαζώννει.
Ο καταρράχτης σιωπά, κοξ’ιάζει για κ̌οιμάται;
Έτσι κ̌ι ο σκλάβος εν καμμά, μήτε ποττέ μερώννει,
γείρνει κ̌αι πα’ στην Μάναν του μερόνυχτα ο νους του,
ούλα τον ήλιον πον βκαίνεει έξω ‘ποὐ τους γυρούς του.
Η θάλασσ’ άλλαξεν ποττέ τον τόπον της, αλλάσσει;
Χ̌ίλιοι ανέμοι κ̌ι αν φυσούν κ̌ι αν την ανακατώσουν,
‘πού κ̌εια χαμαί που ‘πλάστηκεν ποττέ της εν ταράσσει.
Έτσι κ̌ι εμείς το ίδιον κ̌ι ακόμ’ αν μας σκοτώσουν.
Το γαίμαν, ποννά χιονωστεί κ̌ι η γη να το ρουφήσει,
εννά διψά την Μάναν του κ̌ι ακόμ’ αν ποστρανκ̌ίσει.
Είμαστιν κ̌είνοι που ‘μαστιν, κ̌ι εμείς κ̌αι τα παιδτκιά μας·
ο σπόρος εν ο ίδιος, το ίδιον χωράφιν,
όσον κ̌ι αν πολλυνίσκουσιν τες πλήξες, τα κακά μας,
εν μας λυούν κ̌ι αν μάχουνται με βόλιν, με χρυσάφιν·
αν άλλασσεν το φυσικόν εύκολα του πλασμάτου
κ̌ι ο Πλάστης ενν’ αντρέπετουν για τουν τα έρκατά του.
Εν μας εφοηκ̌κ̌ιάσασιν οι μαύροι κ̌ειν οι χρόνοι,
κάψιμον κ̌αι παλλούκωμαν, σφάξιμον κ̌αι κρεμμάλλα·
το γαίμαν εποστόμωσεν πολλούς κ̌αι ποστομώννει
κ̌ι αν πάθουμεν χ̌ειρόττερα κακά ‘πο τούτα κ̌ι άλλα,
γλιτώννουμεν ‘που την σκλαβκιάν, στέκεται κ̌ι η τιμή μας,
στιμιάζεται κ̌ι η Μάνα μας περίτου κ̌ι η φυλή μας.
Ας κάμουν μ’ ό,τι θέλουσιν κακόν αδερφοσύνην,
την γην πηγήν ας κάμουσιν, τον κόσμον να χαλάσουν
κ̌αι πολασέλα μέσα δα ας άψουσιν καμίνιν·
άλλους να ψήσουν κ̌αι πολλούς να κατακομμαδκιάσουν
κ̌ι ας φάσιν τα κριάτα μας ατοί κ̌αι χ̌χ̌υλλολόιν,
με πρώτον, μήτε ύστερον εν το μαρτυρολόιν.
Τώρα, σγοιαν είστε μέσα δα, ο τόπος χαροπκοιέται·
σγοιαν νεφικόν τα βάσανα φεύκουν ξηδκιαλυσμένα,
καθένας μας, που σας θωρεί τωρά, ξαναγεννιέται.
Γίνουνται τα πικρά γλυκ̌ιά, τα όξινα μελένα,
μυρίζουν κ̌αι τα κόκκαλα τους λας πον πεθαμμένοι
κ̌ι εν οι ψυχές μας ούλλες μια κ̌αι παρηορημένη.
Θαρκούμαστιν κ̌ι εν όρωμαν πως είστε ομπροστά μας·
δκιαλοϊσμένοι χάχ̌χ̌ιουμεν, ψήχου κ̌ι εν πελλετούμεν,
αλάφρωσεν, φτεροπετά η άχαρη καρτκιά μας,
αλώπως εν κ̌αι ξέρουμεν μήτε ίντα λαλούμεν,
πκιάννει μας το τρεμουχ̌ιαρκόν κ̌ι εν κι η φωνή πνιμένη,
εν παραπάνω ‘πού χαρά τούτον ό,τιν κ̌ι αν ένι.
Μήαρε η παράδεισος εννά ‘χει τόσην χάρην
κ̌αι κ̌είνοι πον κ̌ει μέσα κ̌ει χαίρουνται παραπάνω;
Εννά ‘χουσιν, σγοιαν έχουμεν εμείς, τουν το καμάριν
κ̌ι ας είμαστιν δα κάτω δα κ̌αι κ̌είνοι ψηλά πάνω;
Παράδεισος για λλόου μας εν η γλυκ̌ιά θωρκά σας,
να σας σφιχταγκαλιάζουμεν κ̌αι νά ‘μαστιν μιτά σας.
Με τες ευκ̌ες μας συντροφτκιάν αγκαρδτκιακά κ̌αι κνήχ̌ια,
αδέρτκια μας, στην Μάναν μας κ̌ει κάτω τόμου πάτε,
αρκήν ‘πού την κουρίδαν της ως στων ποδτκιών τα νύχ̌ια
να κάμετε ‘πού τα φιλιά να μεν την παραιτάτε
κ̌αι να της πείτε κλάμοντα ίντα κακά τραβούμεν,

να ‘ρτει το γληορύττερον, να νεκραναστηθούμεν.
Ανάρτηση από: http://ardin-rixi.gr