36 δισεκατομμύρια σε πρόωρες αποπληρωμές δανειστών και 62 σε επιχειρήσεις που ελάχιστα επένδυσαν με τον πολίτη να φυτοζωεί και τη χώρα υποθηκευμένη-χώρια επιδοτήσεις τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ
Με τέτοια ποσά μπροστά στα οποία ωχριά και το σχέδιο Μάρσαλ, έπρεπε να είχαμε επενδυτική άνοιξη
Πριν προχωρήσουμε στην παρούσα ανάρτηση, παραθέτουμε απόσπασμα της wikipdia για τον πρώην δικτάτορα της Ρουμανίας Νικολάε Τσαουσέσκου: “ Λόγω της σχετικά ανεξάρτητης πολιτικής του σε σχέση με τη Σοβιετική Ένωση, ο Τσαουσέσκου πέτυχε να βρει Δυτικές χώρες πρόθυμες να του δανείσουν για να πραγματοποιήσει την πολιτική του. Το αποτέλεσμα ήταν η χώρα να καταλήξει σύντομα στον υπερδανεισμό. Ο Τσαουσέσκου ξεκίνησε τότε επείγον πρόγραμμα αποπληρωμής του εξωτερικού δημόσιου χρέους, δίνοντας κυρίως έμφαση στις εξαγωγές. Διοργάνωσε δημοψήφισμα, το οποίο κατέληξε σε ένα σχεδόν ομόφωνο «ναι» στην απόλυτη απαγόρευση δανεισμού της χώρας από το εξωτερικό. Η πολιτική αποπληρωμής του εξωτερικού χρέους οδήγησε το λαό στην οικονομική εξαθλίωση. Η έλλειψη αγαθών από τα καταστήματα και οι συχνές διακοπές φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού έγιναν ο κανόνας. Ο Τσαουσέσκου δικαιολογούσε την υποβάθμιση της ζωής του λαού με την ανάγκη αποπληρωμής του χρέους, το οποίο η Ρουμανία εξόφλησε ολοκληρωτικά το 1989, λίγο πριν από την πτώση του καθεστώτος”.
Παραθέτουμε το απόσπασμα, λόγω των αναλογιών που παρατηρούνται ανάμεσα στην πολιτική Τσαουσέσκου και στα καμώματα του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Το οποίο, αφού σταδιακά υπερχρέωσε τη χώρα, τώρα επικεντρώνει στην πρώιμη αποπληρωμή του χρέους. Το ακραίο παράδειγμα του Τσαουσέσκου δείχνει ότι η πρωιμη αποπληρωμή του χρέους δεν είναι κατ’ ανάγκη “νοικοκύρεμα”, αλλά μπορεί να αποβεί και καταστρεπτική.
Για την περίπτωση της Ελλάδας ελέγχεται ως τουλάχιστον λανθασμένη.
Από θέση αρχής διότι ακυρώνει το αίτημα της διαγραφής του επαχθούς τμήματος του ελληνικού χρέους.
Για λόγους εσφαλμένης στρατηγικής. Ο αρθρογράφος Δημοσθένης Μιχόπουλος στο SL PRESS επισημαίνει:
Ένα κράτος με χρέος 300 δισ. και ΑΕΠ 200 δισ. έχει λόγο χρέους 150%. Εάν χρησιμοποιήσει τα διαθέσιμά του για να μειώσει το χρέος στα 280 δισ., ο λόγος πέφτει στο 140%. Αν όμως κατορθώσει, μέσω παραγωγικών επενδύσεων, να αυξήσει διαχρονικά την παραγωγική του βάση και το ΑΕΠ φθάσει στα 250 δισεκατομμύρια, ακόμη και με χρέος 300 δισ. ο λόγος πέφτει στο 120%. Το παράδειγμα είναι σχηματικό, αλλά αναδεικνύει τη θεμελιώδη διαφορά ανάμεσα σε δύο στρατηγικές. Η πρώτη θεραπεύει το χρέος μειώνοντας το χρέος. Η δεύτερη το θεραπεύει αυξάνοντας την οικονομία που καλείται να το εξυπηρετήσει.
Eιδικά για την περίπτωση της Ελλάδας:
Η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας βρίσκεται μόλις στο 55% του μέσου όρου της ΕΕ, με βάση τα στοιχεία της ίδιας της “Ευρωπαϊκής Επιτροπής” στις συστάσεις του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου για το 2026. Στις οποίες τίθεται ως προτεραιότητα η αναβάθμιση των υποδομών και η αύξηση του μεριδίου κλάδων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.
Το ΔΝΤ επισημαίνει τη χαμηλή παραγωγικότητα, ότι οι συνολικές επενδύσεις εξακολουθούν να υπολείπονται σημαντικά των αντίστοιχων επιπέδων της Ευρωζώνης και ότι ιδιαίτερα οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν περιορισμούς στην πρόσβαση σε κεφάλαια.
Ο OECD για το 2026 καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα επισημαίνοντας σημαντικό επενδυτικό κενό και δυσκολία των μικρότερων επιχειρήσεων να επενδύσουν στην καινοτομία και στις νέες τεχνολογίες.
Θα προσθέσουμε τα ακόλουθα:
Η Ελλάδα δεν έχει συνέλθει από τις καταστρεπτικές επιπτώσεις των Μνημονίων, με τη χώρα να παραμένει υποθηκευμένη.
Το ΑΕΠ και κατ’ επέκταση το βιοτικό επίπεδο των πολιτών παραμένει ακόμα και τώρα 15% χαμηλότερο από τα επίπεδα του 2007, με βάση στοιχεία της “Γιουροστατ” που επικαλείται η γαλλική ιστοσελίδα Elucid στην ανάρτηση του οκονομολόγου υπεύθυνου Ολιβιέ Μπεριγιέ με θέμα “Ελλάδα, Πολωνία, Ιρλανδία. Οι τρεις ανωμαλίες” (στην ΕΕ-για διαφορετικούς λόγους η καθεμία)
Σχολιάζει σχετικά ο κ. Μπεριγιέ:
Αν κοιτάξουμε την ανάπτυξη του ελληνικού ΑΕΠ (δηλαδή, το μέγεθος της αύξησης ή της μείωσής του), βλέπουμε αμέσως την οικονομική αιμορραγία που προκλήθηκε στη χώρα από το 2009, από την οποία αγωνίζεται να ανακάμψει. Αξίζει να θυμηθούμε ότι καμία δυτική οικονομία δεν είχε υποβληθεί σε τόσο αυστηρό πρόγραμμα λιτότητας σε καιρό ειρήνης. Το 2023, το 2024 και το 2025, η ανάπτυξη έφτασε παρόλα αυτά το +2,1%. Το 2026, αναμένεται να επιβραδυνθεί ελαφρώς, με τις προβλέψεις να κυμαίνονται γύρω στο +1,9%. Εκτός κρίσης, την τελευταία δεκαετία, η ελληνική ανάπτυξη παρέμεινε σε ένα μέσο επίπεδο, κυμαινόμενη μεταξύ +1% και +3% ετησίως. Αξιοσέβαστο, αλλά όταν ξεκινάς από μια βάση 15% χαμηλότερη, το «αξιοπρεπές» δεν αρκεί για να αντισταθμίσει οτιδήποτε.
Επισημαίνει επίσης στην ανάλυσή του ότι η παρατεταμένη καταστροφή των παραγωγικών υποδομών συντηρεί το κύμα μετανάστευσης των νέων και επιτείνει την δημογραφική κατάρρευση της χώρας με συνεχή μείωση του πληθυσμού από το 2011 και μετά. Τονίζοντας ιδιαίτερα τη σημασία των προβλημάτων που προκαλεί σε μια χώρα όταν οι νέοι φεύγουν, “ψηφίζουν με τα πόδια τους”, όπως χαρακτηριστικά γράφει.
Κι ενώ ο μέσος πολίτης φυτοζωεί και η Ελλάδα είναι η δεύτερη μετά τη Βουλγαρία χώρα στην ΕΕ με τη χαμηλότερη αγοράστική δύναμη.
Όπως επισημαίνει ο Νότης Μαριάς μιλώντας στο κανάλι “Μιλιταίρ”, τα επτά δισεκατομμύρια που δόθηκαν τώρα, προστίθενται στα 29 δισεκατομμύρια που είχαν δοθεί, με αποτέλεσμα το σύνολο να ανέρχεται σε 36 δισεκατομμύρια σε μία τετραετία, ποσό που ταυτίζεται κατά τον κ. Μαριά με το αποκαλούμενο “μαξιλάρι Τσίπρα” το οποίο προοριζόταν εξαρχής για να πληρωθούν οι δανειστές.
Από αυτά τα 7,9 δισεκατομμύρια πήγαν στο πρώτο δάνειο του ΔΝΤ και τα υπόλοιπα στα κράτη-μέλη που μας δάνεισαν. Σε κάποιες περιπτώσεις “θεόσταλτο δώρο” για χώρες όπως η Γαλλία για την κάλυψη των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού τους.
Η αναιμική “ανάπτυξη” για την οποία καυχάται η κυβέρνηση, δεν οφείλεται τόσο στην αύξηση του ΑΕΠ, όσο στο γεγονός ότι μεώνεται ο αριθμός των ανθρώπων στους οποίους αυτό κατανέμεται.
Από τα παραπάνω γίνεται παραπάνω από φανερό πού θα έπρεπε κατά προτεραιότητα -και μάλιστα κατεπείγουσα- να είχαν πάει τα χρήματα τα οποία κατευθύνθηκαν στην πρόωρη εξαγορά του χρέους.
Κι όμως, ενώ έχουμε αυτά τα πενιχρά αποτελέσματα, δεκάδες δισεκατομμυρίων έχουν πάει τα τελευταία χρόνια σε επιχειρήσεις εν είδει επιδοτήσεων. Στο ίδιο βίντεο ο κ. Νίκος Στραβελάκης, διδάκτωρ οικονομικών του ΕΚΠΑ επισημαίνει ότι η σημερινή κυβέρνηση έχει προωθήσει περίπου 60 δισεκατομμύρια ευρώ σε επιχειρήσεις: 14 την περίοδο κόβιντ, 36 μέσω του προγράμματος “Ελλάδα 2.0” και 12,7 μέσω του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων. Συνολικά 62,7 δισεκατομμύρια, ενώ έχει τάξει άλλα 17 για το επόμενο έτος.
Ο κ. Στραβελάκης επισημαίνει ότι “τα χρήματα αυτά δεν τα είδαμε”, διότι εάν είχαν διοχετευθεί σωστά θα έπρεπε να είχαμε υποδομές αναβαθμισμένες (“τα νοσοκομεία να λάμπουν” όπως χαρακτηριστικά τονίζει) και “επενδυτική άνοιξη” στη χώρα. Θα προσθέταμε περισσότερες δουλειές και κίνητρα να γυρίσουν οι νέοι που μετανάστευσαν. Αντ’ αυτού, οι περισσότερες επιχειρήσεις αναζητούν ομολογιακά δάνεια με αμφίβολη έκβαση, όπως επισημαίνει.
Κατά τον κ. Στραβελάκη, εάν στα 62,7 δισ που δόθηκαν απευθείας στους ιδιώτες προστεθούν και τα χρήματα των επιδοτήσεων (ΟΠΕΚΕΠΕ κλπ), η κυβερνηση αυτή “ξόδεψε χρήματα μπροστά στα οποία ακόμα και το σχέδιο Μάρσαλ ωχριά” .
Τίθεται κατά συνέπεια το ερώτημα πού πήγαν όλα αυτά τα χρήματα πού μοίρασε η κυβέρνηση τα οποία κατέληξαν σε κεφάλαιο που αποδεικνύεται παρασιτικό εκ του αποτελέσματος.
Με σαφείς ενδείξεις ότι μεγάλο μέρος κατέληξε στο πελατειακό παρακράτος, το οποίο είναι ο βασικός παράγοντας που στηρίζει τη ΝΔ στην εξουσία. Και επιπλέον σιτίζεται και από το μεγαλύτερο μέρος των επιδοτήσεων της ΕΕ με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Οι οποίες τελειώνουν, διότι πλέον, η Ελλάδα θα πάψει να περιλαμβάνεται στους αποδέκτες τους, με δεδομένο ότι πλέον η κρίση πλήττει τον πυρήνα της ΕΕ, ο οποίος και θα απορροφά το μεγαλύτερο μέρος τους. Ενώ ταυτόχρονα θα χρηματοδοτείται και ο νέος “ψυχρός πόλεμος” που έστησε το αμεερικανονατοϊκό πολιτικο- βιομηχανικό- στρατιωτικό σύμπλεγμα.
Ο κ. Στραβελάκης επισημαίνει επίσης ότι όλα αυτά τα δισεκατομμύρια που μοίρασε η κυβέρνηση Μητσοτάκη προέρχονται από το υστέρημα του ελληνικού λαού Με το 42% του προϋπολογισμού να καλύπτεται από φορολογικά έσοδα, εκ των οποίων μόνο το 12% παρέρχεται από άμεσους φόρους και το 30% από έμμεσους και ιδίως τον υπέρογκο ΦΠΑ που τροφοδοτεί την ακρίβεια και τη συνακόλουθη φτωχοποίηση του ελληνικού λαού.
Ανάρτηση από: https://xristianiki.gr/
.jpg)