Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2020

Περιμένοντας το λοκντάουν… Χαραμάδες αισιοδοξίας

 

Το editorial του Δρόμου της Αριστεράς που κυκλοφορεί

«Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;». Έτσι ξεκινά το περίφημο ποίημα «Περιμένοντας τους βαρβάρους» ο Κ. Π. Καβάφης. Σήμερα δεν υπάρχει «αγορά», δηλαδή δημόσιος χώρος, με την ίδια έννοια. Ούτε είμαστε κάπου συναθροισμένοι. Περισσότερο ο καθένας μόνος του, σκόρπιοι στα σπίτια μας ή στριμωγμένοι στα μέσα μεταφοράς, σκεπτικοί για όσα συμβαίνουν ή υποψιαζόμαστε ότι έρχονται.

Το λοκντάουν ξορκίζεται ως έσχατη επιλογή και δεν το θέλει κανείς. Καταρχάς το αποστρέφονται η κυβέρνηση, ο πολιτικός κόσμος, ο ΣΕΒ και όλοι οι μεγαλόσχημοι. Αυτοί δεν το θέλουν γιατί υπολογίζουν το κέρδος και το κόστος. Ο ιός έβαλε πολλά προβλήματα και ανάγκασε σε μεγάλες διακοπές την αλυσίδα της παραγωγής και κυκλοφορίας, οδηγώντας σε έκτακτα μέτρα και αναδιαρθρώσεις. Όταν όμως αναφέρονται στο λοκντάουν, πάντα αποκρύπτονται οι ευθύνες που οδηγούν προς αυτό. Ενοχοποιείται αποκλειστικά η έλλειψη «ατομικής ευθύνης».

Οι πολίτες από τη μεριά τους, όσοι βίωσαν το λοκντάουν, ούτε να σκέφτονται δεν θέλουν ότι ίσως χρειαστεί κι άλλο. Διαμορφώθηκε η εντύπωση ότι ίσως εύκολα θα περάσει κι αυτό, θα έρθει γρήγορα το εμβόλιο, κάτι θα γίνει για να λυθεί το πρόβλημα. Τώρα, όλοι περιμένουν πως θα υπάρξει ένα έστω μερικό λοκντάουν σε ορισμένες περιοχές ή πόλεις.

Σε τίποτα δεν βοηθά «να περιμένουμε» απλώς πότε θα έρθει αυτό που δεν θέλουμε ή κάποιο άλλο σενάριο. Ο ιός είναι εδώ, θανατηφόρος. Τον είχαμε περιορίσει αλλά οι εκπρόσωποι του κέρδους θέλησαν να διαφημίσουν την Ελλάδα ως την πλέον ασφαλή χώρα για τουρισμό. Τώρα φούντωσε πάλι και γίνεται απειλητικότερος με το που φθινοπωριάζει.

Η προετοιμασία της πολιτείας, μηδαμινή. Η προχειρότητα στο απόγειό της. Καμία πίεση δεν ασκείται στους «συγκλητικούς» για συγκεκριμένες δεσμεύσεις. Όλες οι παρατάξεις της «Συγκλήτου» αδιαφορούν για την κοινωνία. Αλλά η μοιρολατρική αναμονή στην (μη) αγορά, δεν προσφέρει τίποτα ουσιώδες.

Μια συνείδηση που θα οδηγούσε σε πιο ενεργητική αλλά και ουσιαστική στάση, μια συνείδηση ότι η φύση του αγώνα που δίνεται είναι πιο πολύπλοκη και μακράς διάρκειας, θα τροφοδοτούσε νέες μορφές οργάνωσης και συλλογικότητας. Πιο ουσιαστικές από τις τυχάρπαστες, επιφανειακές και άνευ πλέον ουσίας μορφές που επιζούν μόνο σαν υπολείμματα.

Αυθεντική έκφραση των πολιτών και ενεργοποίησή τους, γιατί χωρίς αυτήν δεν μπορεί να λειτουργήσει ανθρώπινα η κοινωνία. Η ανθρώπινη κοινωνία, και όχι ένα είδωλό ή μια προσομοίωσή της. Στη δουλειά και το σχολείο, στη γειτονιά, στην πόλη και την ύπαιθρο, στα χωριά και τα νησιά, το «καλημέρα» θα πρέπει να πάρει νόημα και υπόσταση από μια άλλη συνείδηση και στάση. Αυτή η απαίτηση μπορεί να γίνει πλειοψηφική.

Ο φόβος να νικηθεί, η αδράνεια να παραμεριστεί, να ξεπεραστούν οι «βάρβαροι» εσωτερικού. Γιατί αυτοί δεν μπορούν να προστατεύσουν την κοινωνία από τη βαρβαρότητα και τις απειλές Βαρβάρων από τη δύση και την ανατολή που θέλουν να βάλουν γερά πόδι σε αυτό το μικρό πέρασμα που λέγεται «Ελλαδίτσα» κατ’ αυτούς, αλλά είναι φορτωμένη με τόση ιστορία και πολιτισμό, μεγάλες στιγμές αλλά και πολλές μικρότητες.

Μια ανάταση του λαού είναι επιτακτική ανάγκη. Κι όχι ο φόβος ενός λοκντάουν που ίσως έρθει. Γιατί νίκη είναι να βγαίνεις από μια δύσκολη κατάσταση. Η αισιοδοξία πρέπει να εδράζεται στην αποφασιστικότητα του αγώνα για να βγούμε από τη δύσκολη κατάσταση. Αυτό ήδη είναι μια άλλη οπτική. Ένα πρώτο βήμα ουσίας.

Ανάρτηση από: https://edromos.gr/