Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2020

Ελληνική οικονομία: Όλα αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν


Του Κώστα Μελά

Πίσω από τις ηχηρές κραυγές, τα μεγάλα λόγια, τις φανταχτερές εκφράσεις, τα πομπώδη συνθήματα ότι η ελληνική οικονομία αλλάζει, φαίνεται να υπάρχει σκόπιμη (ή και αθέλητη) απόκρυψη της πραγματικότητας. Η προσεκτική ματιά ανακαλύπτει με ευκολία, ότι το πολυδιαφημιζόμενο "νέο" οικονομικό υπόδειγμα, το οποίο σιγά-σιγά αποκαλύπτεται, δεν διαφέρει σχεδόν σε τίποτε από το παλιό.

Προσοχή. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν άλλαξαν πολλά με τα μνημόνια! Ακριβώς, άλλαξαν για να μείνουν τα ίδια, όπως χαρακτηριστικά λέει ο πρίγκιπας di Lambedusa, ή «όλα αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν», όπως λέει το λαϊκό άσμα. Η "νέα" οικονομική πραγματικότητα, που υποτίθεται οικοδόμησαν τα προγράμματα προσαρμογής, αποτελεί αντίγραφο της παλαιάς.

Η βασική αλλαγή που πραγματώθηκε την τελευταία δεκαετία αφορά στη μετατόπιση του άξονα της οικονομικής πολιτικής προς την πλευρά της δημοσιονομικής προσαρμογής, σύμφωνα με τις μνημονιακές προδιαγραφές. Επίσης, σύμφωνα με το πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Διακυβέρνησης, όπως αυτό ισχύει από την 1-1-2014. Η πανδημία έχει βάλει προσωρινά στο ψυγείο τους κανόνες, αλλά αυτοί θα επανέλθουν με την επιστροφή στην κανονικότητα και μάλιστα σε δυσμενέστερες συνθήκες. Υπάρχουν, βέβαια, και τα κονδύλια από το Ταμείο Ανάκαμψης, αλλά αυτή είναι μία άλλη συζήτηση.

Η μετατόπιση που επήλθε με τα μνημόνια αποτελεί το θεσμικό-μακροοικονομικό πλαίσιο, εντός του οποίου καλείται  να δημιουργηθεί το νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα. Σωστότερα, είναι το πλαίσιο που επιχειρεί να επιβάλλει επιτακτικά τους όρους δημιουργίας του νέου αναπτυξιακού υποδείγματος. Δεν περιλαμβάνει, με την γενική έννοια, απλά τους διεθνείς  περιορισμούς. Αποτελεί και το πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας που δεν επιδέχεται ευελιξίες και ευλυγισίες.

Καταστροφή παραγωγικού δυναμικού

Οι δημοσιονομικοί περιορισμοί –με την εξαίρεση την έκτακτη κατάσταση της πανδημίας–αποτελούν τη βαρύνουσα πλευρά του πλαισίου, αποτρέποντας σχεδόν παντελώς τις κεϋνσιανές σταθμισμένες παρεμβατικές πολιτικές. Αυτό αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία μετά από τη μεγάλη κρίση του 1929. Με απλά λόγια, αυτό σήμαινε για την ελληνική οικονομία:

Πρώτον, δημιουργία συνεχών υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, τα οποία θα εκρέουν από το εισοδηματικό κύκλωμα, προκειμένου να αντιμετωπισθεί το δημόσιο χρέος.

Δεύτερον, ισοσκελισμένο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Τρίτον, η μεγέθυνση της οικονομίας επαφίεται στις επενδύσεις και στις εξαγωγές.

Τέταρτον, η ανεργία θα μειωθεί μόνο με τη δημιουργία νέων θέσεων από τις επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα.

Δεν χρειάζεται να θέσουμε υπό τη βάσανο της θεωρητικής κριτικής τις παραπάνω θέσεις. Είναι η ίδια η εξέλιξη της πραγματικότητας που δίνει καταρχάς απαντήσεις. Οι συντελεσθείσες αλλαγές (οι περίφημες μεταρρυθμίσεις) έχουν αλλάξει ολοκληρωτικά το θεσμικό πλαίσιο που διέπει όλες τις σχέσεις, οι οποίες αναφέρονται στην οικονομική διαδικασία.

Οι συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις προκάλεσαν τεράστιο κόστος στην ελληνική οικονομία με την καταστροφή παραγωγικού δυναμικού (κλείσιμο ή υποαπασχόληση παραγωγικού δυναμικού των επιχειρήσεων, υψηλή ανεργία κτλ). Παρότι το καταβληθέν κόστος ευκαιρίας είναι υπέρμετρα υψηλό και καταστροφικό, θα μπορούσε κανείς να το θεωρήσει –με τεράστια ανεκτικότητα– ως κόστος δημιουργικής καταστροφής. Όμως, ούτε αυτό μπορεί να υποστηριχθεί εκ του αποτελέσματος.

Η ελληνική οικονομία εμμένει στο παλιό μοντέλο

Το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τις αγορές προϊόντος, την αγορά εργασίας, τις αγορές επενδύσεων-αποταμιεύσεων και τις αγορές χρήματος έχει μεταβληθεί ολοκληρωτικά. Στόχος όλων αυτών των αλλαγών είναι η ανάδυση ενός ποιοτικά διαφορετικού οικονομικού υποδείγματος, το οποίο θα βασίζεται στη "νέα επιχειρηματικότητα", στην "εξωστρέφεια", στην "ενσωμάτωση νέων υψηλής στάθμης τεχνολογιών", αλλά και στην μεταλλαγή των υφισταμένων παραγωγικών μονάδων σε πλήρως ανταγωνιστικές ως προς το διεθνή ανταγωνισμό.

Αυτό σημαίνει ότι πριν την πανδημία θα έπρεπε να ανιχνεύονται σαφή σημάδια αυτής της ποιοτικής μεταλλαγής του παραγωγικού υποδείγματος τόσο μικροοικονομικά (δηλαδή στον επιχειρηματικό χώρο) όσο και μακροοικονομικά. Θα έπρεπε να ανιχνεύεται ενδυνάμωση των εξωστρεφών κλάδων, αύξηση των εξαγωγών με σαφή αλλαγή στο μείγμα των εξαγομένων προϊόντων (νέα προϊόντα, προϊόντα υψηλότερης ενσωματωμένης τεχνολογίας, μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία κτλ).

Παρά τις επίμονες προσπάθειες όλων των κυβερνήσεων της τελευταίας δεκαετίας (με τη συμβολή των ΜΜΕ) να πείσουν περί του λόγου το αληθές, δεν υπάρχει μέχρι σήμερα κάτι που αξίζει να θεωρηθεί σημαντικό. Μεμονωμένες προσπάθειες γίνονται, όπως πάντοτε στον ελλαδικό χώρο, αλλά ακριβώς επειδή είναι μεμονωμένες δεν αποκτούν τη δυναμική που θα μπορούσαν σε ένα διαφορετικό περιβάλλον. Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να παράγει το ίδιο καλάθι προϊόντων και στους τρεις τομείς της.

Η αβεβαιότητα διώχνει τις επενδύσεις

Δεν αποτελεί είδηση ότι η αλλαγή της παραγωγικής βάσης χρειάζεται επέκταση σε καινοτόμα προϊόντα σύγχρονης τεχνολογίας, η οποία μπορεί να παρασχεθεί κυρίως μέσω των πολυεθνικών επιχειρήσεων και των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων. Μάλιστα, ο κύριος όγκος αυτών των επενδύσεων πραγματοποιείται μεταξύ των αναπτυγμένων χωρών.

Η σημασία του γεγονότος αυτού είναι μεγάλη, γιατί ο βαθμός διάδοσης των νέων τεχνολογιών αποτελεί μέσο εκσυγχρονισμού μιας οικονομίας. Οι χώρες όπου κατευθύνονται οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις με ενσωματωμένη υψηλή τεχνολογία δεν είναι χαμηλού εργατικού κόστους. Είναι υψηλής παραγωγικότητας και συνήθως υψηλής ποιότητας ανθρωπίνου κεφαλαίου.

Δυστυχώς, στην Ελλάδα αυτές οι επενδύσεις αποτελούν δυσεύρετο είδος καθ' όλη τη διάρκεια της μεταπολιτευτικής περιόδου. Δηλαδή, πρόκειται για μια μεγάλη ιστορική περίοδο, η οποία αφήνει εμφανώς τα ίχνη της αμφιβολίας και για τις μελλοντικές εξελίξεις. Δεν είναι τυχαίο το ότι η Τράπεζα Ελλάδος υπογραμμίζει, με εύσχημο τρόπο, ότι μια βασική αβεβαιότητα σχετικά με τις μελλοντικές εξελίξεις αποτελεί «η υλοποίηση των προθέσεων των πολυεθνικών επιχειρήσεων για παραγωγικές επενδύσεις στην Ελλάδα». Δηλαδή, τίποτε δεν είναι βέβαιο σχετικά με νέες επενδύσεις στην ελληνική οικονομία.

Κλειδί οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις

Αντιθέτως, βλέπουμε να επαναλαμβάνεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο το μοτίβο της εισροής επενδύσεων χαρτοφυλακίου. Δηλαδή, βραχυπρόθεσμων κεφαλαίων, τα οποία δεν ακινητοποιούνται, ούτε εμπεριέχουν καμία τεχνολογία ώστε να επιδράσουν στην μεταβολή της παραγωγικής βάσης. Αυτές οι επενδύσεις εστιάζονται για ακόμη μια φορά στον χρηματοπιστωτικό τομέα.

Δύο μόνο λόγια για την τεράστια  σημασία των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων στο ακολουθούμενο οικονομικό υπόδειγμα: αυτές οι επενδύσεις, ως συνέπεια των ιδιωτικοποιήσεων, στην ουσία υποκαθιστούν τις δημόσιες επενδύσεις του κεϋνσιανού υποδείγματος. Οι τελευταίες, ως γνωστόν, ανοίγουν το δρόμο για την ανάκαμψη της οικονομίας, κυρίως μέσω της δημιουργίας θετικών προσδοκιών για την οικονομία. Συγχρόνως, μειώνουν  το κόστος των υποδομών για τις ιδιωτικές επενδύσεις με αποτέλεσμα την ευκολότερη προσέλκυσή τους.

Τον ίδιο ρόλο έχουν και οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις στο νεοκλασικό υπόδειγμα. Η ουσιαστική διαφορά είναι ότι οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις, επειδή είναι απόρροια των δυνάμεων της αγοράς, εμπεριέχουν μεγάλη αβεβαιότητα ως προς την πιθανότητα πραγματοποίησής τους. Με άλλα λόγια, στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας, το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν θα έρθουν. Προς το παρόν, πάντως, είναι άφαντες κι αυτό ίσχυε πιν την πανδημία. Τί πρέπει να πράξει η κυβέρνηση για να τις προσελκύσει; Ο πρωθυπουργός και οι αρμόδιοι υπουργοί πρέπει επιτέλους να απαντήσουν.

Ανάρτηση από: https://slpress.gr/