Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2018

Η ουτοπία της εξόδου από τα μνημόνιαβιλι

Του Βασίλη Βιλιάρδου

Για εκείνο το χρονικό διάστημα που η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας δεν καλυτερεύει, η έξοδος από την Ευρωζώνη παραμένει ως απειλή – ενώ θα συνεχίζεται η υφαρπαγή του δημοσίου και ιδιωτικού πλούτου της, με υπαρκτούς τους κινδύνους για την εδαφική της ακεραιότητα.     
 Ανάλυση
Υπενθυμίζουμε πως όταν τεκμηριώνει κανείς όσο καλύτερα μπορεί τη σκόπιμη υπαγωγή της Ελλάδας στο ΔΝΤ, το ότι η χώρα μας χρησιμοποιήθηκε ως Δούρειος Ίππος για την εισβολή του Ταμείου στην Ευρωζώνη (αν και έχασε τελικά το παιχνίδι από τη Γερμανία), πως τα μνημόνια ήταν ένα έγκλημα εκ προμελέτης ή ότι ο σκοπός των πιστωτών είναι η υφαρπαγή της δημόσιας και ιδιωτικής μας περιουσίας, αντιμετωπίζεται ως κάποιος που θέλει να επιρρίψει τις ευθύνες στους άλλους και όχι στη χώρα του – αφού είναι (δήθεν) ανόητο να ισχυρίζεται πως οι Γερμανοί επιδιώκουν τη δημιουργία ενός 4ου Ράιχ, ότι συνέβαλλαν στην κρίση χρέους με την πολιτική της φτωχοποίησης του γείτονα και με το μισθολογικό dumping ή πως θέλουν να μας πάρουν τα σπίτια μας, τις κρατικές επιχειρήσεις και τον υπόγειο πλούτο μας.
Εν τούτοις, αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα, αυτή είναι η πραγματικότητα και ασφαλώς δεν πρόκειται για μία θεωρία συνωμοσίας – ενώ η υφαρπαγή των σπιτιών μας, με κριτήριο το πολύ μικρό ιδιωτικό χρέος μας πριν από την κρίση, έγινε εφικτή μέσω της αύξησης των κόκκινων δανείων που προκάλεσε η πολιτική της λιτότητας και των μνημονίων. Μπορεί δε να έχουμε ευθύνες, όπως στην περίπτωση της κατανάλωσης με δανεικά, των υψηλών ή/και πρόωρων συντάξεων, της πολιτικής διαφθοράς κοκ., αλλά δεν είναι μεγαλύτερες από αυτές πολλών άλλων χωρών – όπου όμως, όταν το αναφέρουμε, κατηγορούμαστε πως επιδιώκουμε έναν απαράδεκτο συμψηφισμό.
Πρόκειται όμως ξανά για την αλήθεια, κρίνοντας από τη διαφθορά, τις απάτες και τα σκάνδαλα της Γερμανίας, από το ιδιωτικό χρέος της Αυστραλίας, της Σουηδίας ή της Ολλανδίας κοκ. – χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια πως δικαιολογούμε τους Έλληνες, αλλά απλά δεν υποτιμούμε καθόλου το ότι, ο βασικός υπαίτιος αυτών των λανθασμένων συμπεριφορών που διαπιστώνονται σε όλες τις χώρες, είναι η εκάστοτε μακροοικονομική και νομισματική πολιτική που υιοθετούν οι κυβερνήσεις.
Δύο μέτρα και δύο σταθμά
Από την άλλη πλευρά, όταν θεωρεί κανείς αναξιόπιστα τα στοιχεία της EUROSTAT σε ορισμένες περιπτώσεις, κατά τις οποίες η Ευρωζώνη αποφασίζει πως θέλει να βοηθήσει μία χώρα, αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη – κάτι που δεν είναι σωστό, αφού όταν το αναφέρουμε δεν μένουμε στα κενά λόγια, αλλά το τεκμηριώνουμε. Παράδειγμα η Ιρλανδία, η στατιστική υπηρεσία της οποίας ανακοίνωσε το 2015 ότι, το ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε κατά 26% – χωρίς να αντιδράσει η Ευρώπη!Στην αρχή βέβαια θεωρήθηκε ως ένα αριθμητικό λάθος που δεν είχε σχέση με την παραγωγική εξέλιξη της χώρας – η οποία ασφαλώς δεν θα μπορούσε να αυξηθεί τόσο πολύ, μέσα σε ένα μόλις έτος.
Στη συνέχεια όμως αποδείχθηκε πως παραδόξως το νούμερο ήταν σωστό – με βάση τους διεθνείς στατιστικούς κανόνες! Ανάλογα βέβαια βελτιώθηκε ραγδαία το ποσοστό χρέους ως προς το ΑΕΠ της χώρας, από το 120% κάτω από το 80% (γράφημα), καθώς επίσης το έλλειμμα του προϋπολογισμού της (από το -30% το 2010 σχεδόν στο 0% το 2016) – κάτι που μόνο από θαύμα θα μπορούσε να συμβεί. Θαύμα ή όχι όμως, αυτό τη βοήθησε να σταματήσει την πολιτική λιτότητας, να δανειστεί φθηνά και να ξεφύγει από την κρίση – όπως την Κύπρο το κούρεμα των καταθέσεων, ιδίως των Ρώσων και όχι η εξυπνάδα του υπουργού οικονομικών της.
Επεξήγηση γραφήματος: Δημόσιο χρέος ως προς το ΑΕΠ της Ιρλανδίας (μπλε στήλες, αριστερή κάθετος), σε σύγκριση με το έλλειμμα του προϋπολογισμού (διακεκομμένη γραμμή, δεξιά κάθετος).
 .
Λογικά πάντως συμπέραναν όλοι ότι, οι διεθνείς στατιστικοί κανόνες δεν μπορεί να είναι και τόσο σωστοί – οπότε οι στατιστικολόγοι αντέδρασαν γρήγορα και αποφασιστικά. Το αποτέλεσμα τώρα μίας επιτροπής που δημιουργήθηκε και εργάσθηκε τόσο σύντομα, όσο καμία άλλη μέχρι σήμερα στον πλανήτη, είναι μία νέα μονάδα μέτρησης – ειδική για την οικονομία της Ιρλανδίας και άρα μοναδική στον κόσμο! Η μονάδα αυτή, η οποία δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο, ονομάζεται «Τροποποιημένο Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα» (GNI) – το οποίο είναι κατά περίπου 33% χαμηλότερο από το ΑΕΠ της Ιρλανδίας, ενώ δεν πρόκειται να εμφανίζει τέτοιες άγριες διακυμάνσεις, όπως το κανονικό ΑΕΠ!
Οφείλει να σημειωθεί εδώ πως το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Ιρλανδίας εκτοξεύθηκε στο +10,2% το 2015 από -2,6% το 2012, χωρίς όμως να είναι σαφές για ποιό ακριβώς ΑΕΠ πρόκειται – αφού, εάν αφορούσε το αυξημένο κατά 26% του 2015, θα ήταν αδύνατον να προκύψει, ενώ περιορίσθηκε αισθητά το 2016 στο 4,7% (γράφημα). Εκτός εάν οφειλόταν βέβαια σε εξωτερικούς παράγοντες – κάτι που τελικά απεδείχθη σωστό, αφού τεκμηριώθηκε πως η αύξηση του ΑΕΠ προήλθε από το ότι, εκείνο το έτος μετέφερε στην Ιρλανδία τη φορολογική της έδρα μία πολύ μεγάλη αμερικανική τεχνολογική εταιρεία (ΙΤ), καθώς επίσης μία επιχείρηση εκμίσθωσης (Leasing) αυτοκινήτων. Επομένως, η άνοδος του ΑΕΠ οφειλόταν σε αιτίες που δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με την παραγωγική διαδικασία της χώρας – αλλά με τους χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές της.
Οι δύο αυτές επιχειρήσεις, εκτός από το ΑΕΠ, αύξησαν δραματικά τα μεγέθη των ιδιωτικών επενδύσεων στην Ιρλανδία, καθώς επίσης των εισαγωγών – φυσικά μόνο εικονικά και όχι πραγματικά. Επειδή δε συνέβη το ίδιο έτος, έγινε φανερή η έμμεση παραποίηση του ΑΕΠ – η οποία διατηρούταν μυστική τα προηγούμενα έτη.
Μετά την αποκάλυψη βέβαια της στατιστικής απάτης από τη διεθνή κοινότητα, η Κομισιόν και η EUROSTAT δεν είπαν στην Ιρλανδία «Thegame is over», όπως στην Ελλάδα – ενώ δεν απαίτησαν μέτρα λιτότητας ούτε η ΕΕ, ούτε το ΔΝΤ, παρά το ότι το χρέος της χώρας αυξήθηκε στο 106% του ΑΕΠ, από 73% προηγουμένως.
Ανέφεραν μόνο ότι, «η νέα μονάδα μέτρησης (GNI), αποτελεί έναν ωφέλιμο παράγοντα που ολοκληρώνει την ανάλυση των ποσοστών των χρεών» – ενώ δεν έγιναν άλλες έρευνες, παρά το ότι είμαστε σίγουροι πως κάτι ανάλογο ισχύει σε αρκετές χώρες της Ευρωζώνης που είναι γνωστές ως φορολογικοί παράδεισοι. Δύο μέτρα και δύο σταθμά λοιπόν – άλλα για την Ελλάδα και άλλα για την Ιρλανδία.
Η ελληνική πραγματικότητα
Περαιτέρω, στην Ελλάδα δεν παραχωρήθηκαν ποτέ τέτοια προνόμια, παρά το ότι όλοι οι ξένοι αποδέχονται πλέον πως η πολιτική των μνημονίων που της επιβλήθηκε ήταν εντελώς καταστροφική – με εξαίρεση την αξιωματική αντιπολίτευση στη χώρα μας που συνεχίζει να υποστηρίζει φανατικά τα μνημόνια. Αντίθετα, απαιτήθηκε η αύξηση του φορολογικού συντελεστή των επιχειρήσεων στο 29% όταν στην Ιρλανδία είναι μόλις 12,5%, η πολύ χειρότερη αύξηση της προκαταβολής φόρων στο 100%, οι δημευτικοί φόροι της ακίνητης περιουσίας (ΕΝΦΙΑ) κοκ. – οπότε είναι δυστυχώς λογική η συνεχιζόμενη επιδείνωση της οικονομίας της.
Ειδικότερα, ενώ οι επενδύσεις παγίου εξοπλισμού υποχωρούν διαρκώς, με το «έλλειμμα» να υπολογίζεται στα 100 δις € (πώς είναι δυνατόν να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα μας χωρίς επενδύσεις;), γεγονός που σημαίνει ότι καταστρέφονται όλες οι μελλοντικές μας προοπτικές, τα καθαρά έσοδα του δημοσίου μειώθηκαν το 2017 στα 51,27 δις € από 54,16 δις € το 2016. Με τις δαπάνες τώρα στα 55,51 δις €, το δημοσιονομικό έλλειμμα (=μετά τόκων) ανήλθε στα 4,24 δις €, τα οποία αύξησαν ξανά το δημόσιο χρέος – ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα (=προ φόρων) μειώθηκε επίσης – στα 1,967 δις € από 2,778 δις € το 2016 (πηγή). Όλα αυτά με τόκους ύψους 6,21 δις € ή κάτω του 2% ετησίως κατά μέσον όρο – ένα επιτόκιο που δύσκολα θα μας προσέφεραν οι αγορές.
Την ίδια στιγμή, στις εκθέσεις που εμφανίζονται καταγράφεται πως οι απώλειες πλούτου των Ελλήνων ανταγωνίζονται αυτές της Βενεζουέλας (γράφημα), αν και δεν είναι ξεκάθαρος ο τρόπος μέτρησης τους – ενώ με κριτήριο τις προβλέψεις, η κατάρρευση της οικονομίας μας θα συνεχιστεί μετά από μία μικρή αναλαμπή, όπως συνήθως συμβαίνει. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά πως δεν θα καταφέρει να δανειστεί η Ελλάδα από τις αγορές – αφού είναι πλημμυρισμένες από τα 17 τρις $ των κεντρικών τραπεζών (QE) και αναζητούν εναγωνίως αποδόσεις για τα χρήματα που τους περισσεύουν, ενώ οι χρηματιστηριακοί δείκτες είναι υπερβολικά υψηλά.
Ο δανεισμός όμως αυτός, ακόμη και αν υποθέσουμε πως θα επιτευχθεί με σχετικά βιώσιμα επιτόκια (=χαμηλότερα από το ρυθμό ανάπτυξης), λόγω του «μαξιλαριού» που έχει σχηματίσει η κυβέρνηση, της στήριξης της ΕΚΤ και των συνθηκών στις αγορές, δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση την έξοδο από την πολιτική των μνημονίων – αφενός μεν επειδή έχουν υπογραφεί μέτρα για το 2019 και 2020, αφετέρου λόγω του ότι οι αγορές θα είναι ίσως ακόμη πιο αυστηρές, αφού θα κληθούν να δανείσουν μία χώρα που δεν έχει υγιή οικονομικά μεγέθη, ενώ η πιστοληπτική της αξιολόγηση παραμένει «σκουπίδια».
Απαραίτητη προϋπόθεση δε είναι η αναδιάρθρωση (αν και αυτό που χρειάζεται η χώρα μας είναι η διαγραφή του 50%) του δημοσίου χρέους – η οποία θα συμβεί νομοτελειακά και όχι επειδή θα το επιτύχει δήθεν η κυβέρνηση, αφού η Ελλάδα είναι αδύνατον να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις της μετά το 2021 (γράφημα), ενώ συνεχίζει να δημιουργεί καινούργιες (=τα 4,24 δις € του ελλείμματος). Το γεγονός βέβαια ότι, η κυβέρνηση συνεχίζει τις προσλήψεις δημοσίων υπαλλήλων και τη δημιουργία νέων οργανισμών χωρίς αντικείμενο, σπαταλώντας ουσιαστικά τον ΕΝΦΙΑ που εισπράττει από κάποιους για να πληρώνει τους δικούς της ανθρώπους, δεν κολακεύει καθόλου τη χώρα μας – βυθίζοντας την ακόμη περισσότερο στην κρίση.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, μία καθαρή έξοδος από τα μνημόνια θα σήμαινε πως η Ελλάδα δεν θα θα ήταν υποχρεωμένη να κυβερνάται από τους πιστωτές της, ακολουθώντας τις εντολές τους – κάτι που φυσικά δεν πρόκειται να συμβεί. Κυρίως όμως πως θα άρχιζε να αναπτύσσεται με σοβαρούς ρυθμούς, ότι θα είχε δημοσιονομικά πλεονάσματα, πως θα διενεργούνταν νέες επενδύσεις (οι ιδιωτικοποιήσεις δεν είναι ποτέ νέες επενδύσεις), ότι η ανεργία θα περιοριζόταν (το σημερινό 20% είναι πλασματικό, αφού οφείλεται στη μετανάστευση και στη μερική απασχόληση – στην Πορτογαλία είναι ήδη κάτω από το 9%), πως οι μισθοί θα άρχιζαν να αυξάνονται για να δημιουργηθεί ζήτηση, ότι οι φόροι θα μειώνονταν κοκ.
Τέτοιου είδους προβλέψεις όμως δεν γίνονται από κανέναν σοβαρό οργανισμό ή οικονομολόγο, αλλά από πολιτικούς που δεν έχουν καμία επαφή με την πραγματικότητα ενδιαφερόμενοι μόνο για το δικό τους συμφέρον – οπότε πρόκειται για όνειρα θερινής νύχτας που δεν επαληθεύονται ποτέ. Φυσικά υπάρχουν λύσεις για την Ελλάδα, αλλά σε καμία περίπτωση εάν ακολουθεί τις εντολές των πιστωτών της, χωρίς κανένα δικό της σχέδιο ανάπτυξης – το οποίο δυστυχώς δεν είναι σε θέση να εκπονήσει κανένα από τα κόμματα που ευθύνονται για την καταστροφή της χώρας που ξεκίνησε το 2006 (άρθρο), ακόμη πιο πριν το 1981, ενώ συνεχίζεται χωρίς σταματημό.
Για εκείνο το χρονικό διάστημα πάντως που η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας δεν καλυτερεύει, η έξοδος από την Ευρωζώνη παραμένει ως απειλή – ενώ θα συνεχίζεται η υφαρπαγή του δημοσίου και ιδιωτικού πλούτου της, με υπαρκτούς τους κινδύνους για την εδαφική της ακεραιότητα.

Ανάρτηση από: https://analyst.gr