Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2018

Ούτε εθνομηδενιστές ούτε πατριδοκάπηλοι


(Και η ενδιαφέρουσα άποψη μιας ομάδας αναρχικών)
Του Σπύρου Κουτρούλη 
Η βασική διαφορά που έχουν τα παλαιότερα συλλαλητήρια για την Μακεδονία με αυτό που έγινε στην Θεσσαλονίκη και αυτό που θα επαναληφθεί την Κυριακή 4/2 στην Αθήνα είναι ότι τα πρώτα έγιναν με την ευλογία και την επίνευση του ελληνικού κράτους ενώ τώρα γίνονται με την πρωτοβουλία της κοινωνίας και παρά την αποδοκιμασία του πρώτου.
Φαίνεται ότι μια κοινωνία απογοητευμένη, τσακισμένη, παρακμασμένη βρήκε αφορμή και λόγους για να σηκωθεί στα πόδια της. Η ιδεολογία του εθνομηδενισμού αναδύθηκε χρονικά με την άνοδο της παγκοσμιοποίησης και προωθήθηκε στα ΑΕΙ και στα Μέσα Ενημέρωσης κυρίως από την εποχή Σημίτη σπάζοντας με αυτό τον τρόπο την βενιζελική παράδοση αλλά και την παράδοση των Γεώργιου (ο «Γέρος») και Αντρέα Παπανδρέου. Διανοούμενοι όπως ο Λιάκος, η Ρεπούση και διάφοροι δημοσιογράφοι έπαιξαν έναν κρίσιμο ρόλο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επιχείρησαν να αναιρέσουν τα πορίσματα των Παππαρηγόπουλου, Σβορώνου, Δημαρά αλλά και νεότερων ιστορικών, όπως του Γ. Δερτιλή, αφενός για την πολιτιστική συνέχεια του ελληνισμού, αλλά αφετέρου για το γεγονός ότι ο ελληνισμός δεν είναι νεότερη κατασκευή ούτε μέχρι το ’21 υπήρχαν μόνο ελληνόφωνοι χωρικοί που γίνανε Έλληνες με την επανάσταση.
Σε αυτό το σημείο γίνεται μια σκόπιμη σύγχυση ανάμεσα στην υπαρκτή πολιτιστική συνέχεια και στην ιδεοληψία της φυλετικής καθαρότητας. Επίσης σκόπιμα συγχέουν τον εθνισμό με τον εθνικισμό. Είναι εντυπωσιακό ότι ο Θ. Βερέμης όταν γράφει με επιστημονικό ύφος όπως στο έργο του για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν υποστηρίζει ότι ο ελληνισμός είναι πρόσφατη κατασκευή αλλά τον βλέπει να είναι σε σύγκρουση με τον οθωμανισμό από την μάχη του Ματζικέρτ.
Ένα ακόμη λάθος που έγινε από μέρους των εθνομηδενιστών είναι η επίκληση της Ευρώπης ως λόγο να αναιρεθεί η ύπαρξη των εθνών. Όμως οι πρώτοι Έλληνες ιδεολόγοι ευρωπαϊστές όπως ο Κ. Τσάτσος και ο Γ. Θεοτοκάς ο μεν πρώτος υποστήριζε ότι το ελληνικό έθνος είναι ανάδελφο, ενώ ο δεύτερος θεωρούσε ότι ο ελληνισμός θα έπρεπε μέσα στην Ευρώπη να διατηρήσει τα χαρακτηριστικά του. Τελικά ο λόγος, κατ’ αυτούς, που θα έπρεπε να στραφούμε προς την Ευρώπη δεν ήταν να διακόψουμε έξαφνα την ιστορική μας πορεία αλλά να ενισχύσουμε την γεωπολιτική μας θέση. Κάτι τέτοιο φαίνεται δεν το συμμερίζονται οι εθνομηδενιστές που βλέπουν την παγκόσμια ανομία ως ιδανικό και ευκαιρία ενώ βέβαια όταν είχαν την εξουσία δεν προχώρησαν σε ορισμένες ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις όπως ο θεσμικός εκσυγχρονισμός του κράτους και της δημόσιας διοίκησης αλλά διαιώνισαν και ενίσχυσαν την κομματοκρατία, το πελατειακό κράτος, την μίζα και το ρουσφέτι.
Θεωρώ ότι ο εθνομηδενισμός ηττήθηκε παρότι είχε μαζί του το κράτος, τα μέσα ενημέρωσης μέρος των παραδοσιακών κομμάτων αλλά και ένα μέρος της ΔΗΜΑΡ και του ΣΥΡΙΖΑ. Διάφοροι διανοούμενοι όπως η Ψιμούλη επιχείρησε να αποδομήσει την θυσία του Σουλίου και άλλοι όπως ο Γιαννουλόπουλος και ο Ν. Θεοτοκάς να απομειώσουν τον λόγο και τον βίο του στρατηγού Μακρυγιάννη. Αυτό έγινε όχι μόνο γιατί απαντήθηκε από διάφορους στοχαστές όπως ο Π. Κονδύλης και άλλους που κινήθηκαν γύρω από περιοδικά όπως το ΑΡΔΗΝ, η ΝΕΑ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ παλαιότερα, (και άλλα όπως η ΕΛΛΟΠΙΑ και τα ΤΕΤΡΑΔΙΑ), αλλά διότι ο εθνομηδενισμός ήταν μια ιδεολογία που δεν είχε ρίζες στην ελληνική κοινωνία με όλες τις αντιθέσεις και αποχρώσεις και επιπλέον ερχόταν σε διάσταση με τις λαμπρές στιγμές της ελληνικής αριστεράς όπως ήταν η εθνική αντίσταση. Μια ιστορική φυσιογνωμία της ελληνικής αριστεράς ο Μίκης Θεοδωράκης πρωτοστατεί πλέον στην πατριωτική αφύπνιση. Εφημερίδες όπως ο «Δρόμος της αριστεράς» ταυτίζεται με το «Άρδην» για το εθνικό ζήτημα. Αλλά ας δούμε τι υποστηρίζει ακόμη μια αναρχική ομάδα με την ονομασία «Πυργίται»:
«Ξεκινώντας από το πρόσφατο συλλαλητήριο, ας πούμε ευθύς εξ αρχής πως το θεωρούμε περισσότερο εθνικού παρά εθνικιστικού χαρακτήρα και πως ως τέτοιο θα το προσεγγίσουμε. Πολύ περισσότερο, δε, όταν είναι φανερό, για όσους θέλουν να το δουν, πως πίσω από τον εθνικό χαρακτήρα υποκρύπτονται βαθιές κοινωνικές διεργασίες που σχετίζονται άμεσα με τον οικονομικής υφής εξανδραποδισμό της τελευταίας δεκαετίας.
Έχοντας αναφέρει το παραπάνω, δεν αγνοούμε πως στο συλλαλητήριο συμμετείχαν –φυσικά– άπαντες οι εθνικιστές, αλλά δεν ήταν αυτοί που έδωσαν το «εσωτερικό χρώμα» της κινητοποίησης παρά μόνον, ίσως, το επίχρισμά της. Σε 300 – 400 χιλιάδες κόσμου (με μια μάλλον προσγειωμένη εκτίμηση) η παρουσία τους ήταν μειοψηφική και η ανάδειξή τους προήλθε κυρίως από την προσοχή που, βεβαίως, τους έδωσαν οι «αντίπαλοί» τους ως απόπειρα δικής τους άμυνας.
Για εμάς υπάρχει μια λεπτή αλλά υπαρκτή και πολύ σημαντική διαφορά μεταξύ εθνισμού και εθνικισμού. Ο εθνισμός συνδέεται με την ύπαρξη και κυρίως τη συνειδητοποίηση πολιτιστικών συγγενειών, κυρίως γλωσσικών, συγγενειών «έθους» και αντιλήψεων για τη ζωή και τον θάνατο, βασικό ρόλο στις οποίες παίζουν και οι θρησκευτικές ή άλλες φιλοσοφικές αντιλήψεις. Συνδέεται, επίσης και με την αντίληψη μιας ιστορικής συνέχειας αυτών των χαρακτηριστικών, που μπορεί να είναι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό υπαρκτή. Αντίθετα, ο εθνικισμός συνδέεται, αναγκαία, με την ύπαρξη μιας κρατικής οντότητας, η οποία οργανώνει τον πυρήνα και την ιδεολογική συνοχή της στη βάση μιας κυρίαρχης εθνότητας –είτε υπαρκτής είτε υπό κατασκευή– σε έναν γεωγραφικό χώρο, προσδοκώντας στην μακροημέρευσή της μέσω της ταύτισης των συμφερόντων της εξουσίας με τα συμφέροντα των μελών της εθνότητας.
Ο εθνισμός, λοιπόν, δεν διαθέτει τα επιθετικά χαρακτηριστικά του εθνικισμού που επιθυμεί να ενσωματώσει δια της καταπίεσης ή του πολέμου άλλους πληθυσμούς με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Αποτελεί μια λογική ιστορική διεργασία η οποία μπορεί να συνδέεται ή να μην συνδέεται καθόλου με μια οργανωμένη δομή εξουσίας.
Οι συμμετέχοντες στο συλλαλητήριο δεν επέδειξαν στην πλειοψηφία τους τέτοιας μορφής επιθετικά χαρακτηριστικά προς τον πληθυσμό των Σκοπίων, επομένως ο χαρακτηρισμός τους συλλήβδην ως «εθνικιστών» είναι πλήρως ανεδαφικός.
Κάποιοι θα απέρριπταν τη διάκριση που κάνουμε, θεωρώντας πως δεν μπορεί να υφίσταται το ένα δίχως το άλλο, ο εθνικισμός δηλαδή δίχως τον εθνισμό και το αντίστροφο. Ο εθνισμός, όμως, είναι πανάρχαια υπόθεση. Έχει να κάνει με τα «νομιζόμενα» και «πρέπει» ενός τόπου με κυρίαρχο στοιχείο φυσικά τη γλώσσα, επειδή η γλώσσα αποτελεί θεμελιώδες εργαλείο της σκέψης και συγχρόνως τρόπο διαμόρφωσής της. Ο εθνικισμός, όμως, αφορά τη νεωτερική εποχή στα πλαίσια κυρίως της βιομηχανικής ανάπτυξης και συνδέεται με τη διαδικασία διάλυσης των παλιών αυτοκρατοριών και τη συγκρότηση της εξουσίας γύρω από το λεγόμενο εθνικό ιδεώδες. Προσοχή, το εθνικό ιδεώδες, όμως, εδώ νοείται ως μια ιδεολογικοποιημένη κατασκευή και όχι ως μια βιωμένη κατάσταση εθνισμού σε συνθήκες πραγματικής ζωής.
Εδώ είναι σημαντικό να σημειώσουμε πως και ο εθνικισμός, όταν πρωτοεμφανίστηκε στο προσκήνιο, ήταν ένα επαναστατικό ρεύμα που πρέσβευε την απελευθέρωση από τη δεσποτική εξουσία είτε των αυτοκρατόρων είτε των αποικιοκρατών. Τον 19ο αιώνα έως τις αρχές του 20ου, σχεδόν όλες οι ανερχόμενες εξουσιαστικές συγκροτήσεις ήταν εθνικιστικές. Οπότε το ευρύτερο γεωπολιτικό παιχνίδι παιζόταν γύρω από το πλαίσιο της «αυτοδιάθεσης των λαών». Θέλουμε να πούμε πως εκείνη την εποχή ο εθνικισμός δεν είχε καθόλου «κακό» όνομα. Αυτό άρχισε να το αποκτά μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και ειδικότερα τα τελευταία 40 περίπου χρόνια. Ο λόγος γι’ αυτό είναι απλός. Μεταπολεμικά άρχισε να συγκροτείται βήμα – βήμα η σύγχρονη Δυτική αυτοκρατορία (ΕΕ – ΝΑΤΟ). Η αυτοκρατορική δόμηση της εξουσίας που προϋποθέτουν οι νέοι σχηματισμοί είναι εξ ορισμού ανταγωνιστική προς τον εθνικισμό, εφ’ όσον αυτή φιλοδοξεί να κυριαρχήσει σε ένα πλήθος διαφορετικών εθνοτήτων με έναν ενιαίο τρόπο δίχως τη «δυσκολία» προσαρμογής της στις επί μέρους πληθυσμιακές διαφοροποιήσεις. Επί πλέον, ήδη πριν τον πόλεμο, με την επικράτηση των μπολσεβίκων στη Ρωσία και την συγκρότηση της 3ης Διεθνούς, είχαμε τη γέννηση ενός άλλου αυτοκρατορικού επεκτατικού οράματος με όχημα την δήθεν «κοινωνική απελευθέρωση», το οποίο, ενώ ήταν εξ ίσου εχθρικό προς τον εθνικισμό, τον αντιμετώπιζε ωστόσο εργαλειακά κατά τόπους για την επίτευξη των δικών του σκοπών.
Κάπου εδώ θα συναντήσουμε αργότερα και την κατασκευή του Μακεδονικού ζητήματος ως μέρους της πολιτικής της Κομιντέρν (Κομμουνιστική Διεθνής) για τα Βαλκάνια, πολιτική που εφάρμοσε το ΚΚΕ σε μια προσπάθεια αναίρεσης των αποτελεσμάτων των Βαλκανικών πολέμων και ενοποίησης των Βαλκανίων υπό την εποπτεία των Σοβιετικών. Στις μέρες μας, η σύγκρουση αυτοκρατορίας και εθνο-κρατικών δομήσεων εντείνεται και τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο σε κοινωνικό επίπεδο, καθώς η Δυτική αυτοκρατορία ενσωματώνει και χρησιμοποιεί στοιχεία του πάλαι ποτέ επαναστατικού διεθνισμού, για να υποσκάψει τη βάση του εθνο-κράτους, θέλοντας πλέον να το απορροφήσει ολοκληρωτικά στις δομές της. Το κράτος δηλαδή πρέπει να ισχυροποιηθεί μεν εφ’ όσον θα κάνει τη δουλειά του αυτοκρατορικού ελεγκτή μιας γεωγραφικής επαρχίας, αλλά να χάσει τα εθνικά του χαρακτηριστικά, που δημιουργούν «περιττές» διαφοροποιήσεις στα πλαίσια της αυτοκρατορίας.
Τα λέμε όλα αυτά (εξ ανάγκης κι εν συντομία) για να ξεκαθαρίσουμε πως δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με τον εθνισμό του οποιουδήποτε, αρκεί αυτό να εκφράζει μια βιωματική και όχι φαντασιακή συνθήκη και κυρίως να είναι ειλικρινής, δηλαδή να μην τροφοδοτείται από ιστορικά ψεύδη. Όχι κραυγαλέα ιστορικά ψεύδη τουλάχιστον, όπως συμβαίνει τώρα με την περίπτωση των Σλάβων των Σκοπίων, γιατί, δυστυχώς, το σύνολο της Ιστορικής αλήθειας και γενικότερα του παρελθόντος θεωρούμε πως δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε στην πληρότητά του. Ειλικρίνεια, επίσης, σημαίνει το να δεχόμαστε το σύνολο της αλήθειας (σε όση ιστορική αλήθεια έχουμε πρόσβαση) είτε μας βολεύει είτε όχι.
Στα πλαίσια που περιγράφηκαν, λοιπόν, ο διεθνισμός μεταπολεμικά άρχισε να κερδίζει έδαφος, είτε ήταν ο κομμουνιστικός διεθνισμός, είτε ο διεθνισμός από τον οποίον διεπόταν η εξελισσόμενη Ευρωπαϊκή «ολοκλήρωση». Μετά το 1990, με την επικράτηση μιας τάσης των οραμάτων για παγκόσμια κυριαρχία, ο κομμουνιστικός διεθνισμός, σταδιακά (και ολοκληρωτικά στις μέρες μας) ενσωματώθηκε στον διεθνισμό της παγκοσμιοποίησης. Δεν χρειάστηκε και πολύ προσπάθεια γι’ αυτό· άλλωστε και οι δύο, όπως είπαμε προηγουμένως, είχαν παρόμοιες λογικές με στόχευση την ουτοπία μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας. Στις μέρες μας είναι εύκολο το να καταφέρεται κάποιος εναντίον του εθνικισμού, γιατί πλέον έχει την ολόπλευρη ιδεολογική υποστήριξη της επικρατούσας τάσης της διεθνούς εξουσίας. Ο διεθνισμός, όμως, πλέον, έχει αποδειχθεί χειρότερος του εθνικισμού, γιατί έχει ευρύτερες φιλοδοξίες και έχει ισχυρότερη εμμονή στην κατασκευή πλαστών ταυτοτήτων. Κατασκεύασε επί 70 χρόνια την ανύπαρκτη ταυτότητα του Σοβιετικού πολίτη και σήμερα κατασκευάζει την εξ ίσου ανύπαρκτη ταυτότητα του Ευρωπαίου πολίτη. Δεν είμαστε βέβαιοι για το ποιος από τους δύο θα αποδειχθεί ο χειρότερος υπήκοος, αλλά είμαστε σίγουροι πως και το σημερινό οικοδόμημα έχει ημερομηνία λήξεως όπως η οποιαδήποτε κατασκευή που δεν συμβαίνει με αβίαστο τρόπο. Πάντως, ο εντόπιος επαναστατικός διεθνισμός στην ουσία κλείνει το μάτι, ευνοώντας από το δικό του μετερίζι αυτήν την εξέλιξη.
Οι εθνικιστές, λοιπόν, βρέθηκαν με την πλάτη στον τοίχο. Όχι όμως μόνον αυτοί. Το σύνολο των ανθρώπων που δεν έβλεπαν το λόγο για να απορρίψουν τον εθνισμό τους βρέθηκαν απολογούμενοι, βιώνοντας μια άνευ προηγουμένου επίθεση ανακατασκευής στη γλώσσα και την ιστορία τους. Ιστορία που μπορεί να την έμαθαν μερικώς στρεβλά υπό τα κελεύσματα είτε της πάλαι ποτέ «εθνικοφροσύνης» είτε αντίστοιχα της μεταπολεμικής «αριστεροσύνης», αλλά που στη γενικότητά της δεν ήταν ψεύτικη. Λέμε στη «γενικότητα», επειδή οι λεπτομέρειες έχουν τη σημασία τους. Επίθεση συγκεκαλυμμένη αρχικά και απροκάλυπτη στη συνέχεια. Θα λέγαμε πως τα τελευταία 20 χρόνια ο Ελλαδικός χώρος εισέρχεται και βιώνει τα τελικά στάδια της νεωτερικότητας  και του μοντερνισμού της Δύσης και, όπως όλες οι τάσεις που τον επηρέασαν τα τελευταία 40 χρόνια, αυτό συνέβη πολύ γρήγορα, ασυνάρτητα και βίαια, αλλά πάντως μεθοδευμένα. Το αποτέλεσμα είναι πως σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία ψάχνει σταθερό έδαφος να πατήσει και δεν το βρίσκει πουθενά, κάτι που επιτείνεται φυσικά και από τον καθημερινό οικονομικό πόλεμο.
Κάποιοι, βεβαίως, θα βρουν – και βρίσκουν – αυτό το έδαφος με το να γίνουν περισσότερο υποτακτικοί ως υπήκοοι μέσα στη «θαλπωρή» μιας κομματικής στρούγκας. Κάποιοι άλλοι ακόμα βρίσκονται σε αναζήτηση, την ώρα που πολλοί έχουν ήδη ξεκινήσει την Οδύσσειά τους στο εξωτερικό, αφήνοντας πίσω τους ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Παρασκηνιακές πολιτικές δυνάμεις περιμένουν την ευκαιρία τους, καθώς το «άστρο» της «πρώτης φοράς αριστερά» δύει. Υπάρχει, ωστόσο, αυτήν τη στιγμή, μία ακαθόριστη μεν, ευδιάκριτη δε, τάση διάσπαρτων ανθρώπων που αναζητά μια περισσότερο βαθιά και ειλικρινή σχέση με την ιστορία και το «είναι» τόσο του εαυτού τους όσο και αυτού του τόπου με όλες του τις αντιφάσεις, με άγνωστη, προς το παρόν, κατάληξη. Αυτή η βαθύτερη ζύμωση είναι, κατ’ αρχήν, από εμάς καλοδεχούμενη.
Τα λέμε αυτά, γιατί πιστεύουμε πως όλα τα παραπάνω έπαιξαν το ρόλο τους στη μεγάλη παρουσία κόσμου στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης. Ας τα σκεφθούν όλα αυτά όσοι πιπιλάνε την καραμέλα του «εθνικιστή» και του «φασίστα», επειδή έτσι συμφέρει στην ιδεολογική τους τύφλωση και ας βάλουν (επί τέλους!) έναν καθρέφτη ενώπιόν τους.»
Όλα τα παραπάνω δεν αναιρούν το γεγονός ότι η πατριδοκαπηλία είναι ο άλλος επικίνδυνος εχθρός διότι χρησιμοποιεί την πατρίδα δημαγωγικά και κινείται επιπόλαια και χωρίς στρατηγική. Η πατριδοκαπηλία είναι επικίνδυνη γιατί είτε εμπαίζει το έθνος είτε το οδηγεί σε καταστροφές όπως συνέβη στην Κύπρο το 1974.
Ανάρτηση από: http://ardin-rixi.gr