Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

Η Κύπρος και οι ευθύνες μας

Με αφορμή την έντονη κινητικότητα περί το Κυπριακό
Του Βασίλη Ασημακόπουλου από την Ρήξη φ. 130 
Πυρήνας του κυπριακού ζητήματος είναι η άρνηση του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση του κυπριακού λαού από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, λόγω της διπλωματικά ανοκλήρωτης νίκης του εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα 1955-1959, όπως αποτυπώθηκε στη δοτή και υπό κηδεμονία ανεξαρτησία των Συνθηκών Ζυρίχης-Λονδίνου 1959-1960. Ιστορικά υπόλογες για την αδυναμία εθνικής ολοκλήρωσης και Ένωσης της Κύπρου με την υπόλοιπη Ελλάδα είναι η ελλαδική αστική τάξη και η μετεμφυλιακή δεξιά ως πολιτική εκπρόσωπός της, έγκλημα που ολοκληρώνεται τη χουντική περίοδο με αποκορύφωμα το ιωαννιδικό πραξικόπημα.
Σήμερα η κυρίαρχη άποψη στη δεξιά, είτε στη (νεο)φιλελεύθερη, είτε στην κεντροαριστερή εκδοχή, συμπυκνώνεται είτε στη σιωπή, είτε στην «κάθε φορά ευκαιρία που δεν πρέπει να πάει χαμένη, γιατί κάθε επόμενη λύση είναι χειρότερη από την προηγούμενη» και, βεβαίως, στην ιερή μανία κατά του εθνικολαϊκισμού και του «απορριπτικού» μετώπου στο Κυπριακό.
Από το 1974 και μετά το Κυπριακό είναι κυρίως ζήτημα μεταποικιακής εισβολής και κατοχής ανεξάρτητου κράτους-μέλους του ΟΗΕ. Τα σχέδια επίλυσης του Κυπριακού στην περίοδο μετά το ’74 έχουν στον πυρήνα τους τη διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία, ως αποτέλεσμα των συνομιλιών Μακαρίου-Ντενκτάς (1977) και Κυπριανού-Ντενκτάς (1979). Οι πολιτικές δυνάμεις σε Ελλάδα (δεξιά και κομμουνιστική αριστερά, ΠΑΣΟΚ από το 1996 και μετά) και Κύπρο (το αριστερό ΑΚΕΛ–ο δεξιός ΔΗ.ΣΥ.) αποδέχθηκαν το πλαίσιο αυτό ως βάση επίλυσης του Κυπριακού. Οι δυνάμεις που ήταν αντίθετες στη διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία ήταν στην Ελλάδα το ΠΑΣΟΚ καθ’ όλη την ανδρεοπαπανδρεϊκή περίοδο (1974-1996) που ακολούθησε την πολιτική της πρόταξης (με εξαίρεση το Νταβός 1988) –πρώτα αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής, των εποίκων και επιστροφή των προσφύγων στις εστίες τους και μετά διαπραγματεύσεις– και στην Κύπρο το κέντρο και η κεντροαριστερά (ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ), αλλά και η σκληρή δεξιά. Το ΚΚΕ, με την πρόσφατη απόφαση της ΚΕ (Οκτώβριος 2016) άλλαξε στάση και τέθηκε εναντίον της διζωνικής-δικοινοτικής ομοσπονδίας.

Η αριστερά διαδραματίζει αρνητικό ρόλο στο Κυπριακό, κυρίως στα χρόνια από το 1989-90 και μετά. Αυτός αποτυπώνεται στις ανύπαρκτες πρωτοβουλίες που έλαβε στο επίπεδο της κοινωνίας πολιτών, στον φοιτητικό χώρο ή στο εργατικό κίνημα, σε επαγγελματικές ενώσεις και επιστημονικούς συλλόγους ή στον χώρο της αυτοδιοίκησης. Καμία πτυχή του δεν ανέδειξε, όπως λ.χ. το θέμα των αγνοουμένων, καμία συμπαράσταση δεν έδειξε. Αρνήθηκε να συμβάλει στη διεθνοποίηση του κυπριακού προβλήματος και ήταν σταθερά εχθρική στην ανάδειξη της τουρκικής προβληματικότητας ως του κομβικού ζητήματος στην περιοχή.

Τους Κούρδους, όταν δεν τους εχθρευόταν, τους αγνοούσε μέχρι το 2014, υποβάθμιζε τον αγώνα των Τούρκων αντικαθεστωτικών, για να μη μιλήσουμε για τα ζητήματα της μνήμης στη Μικρασία, τον Πόντο ή τους Αρμενίους, τους Ασσυρίους, τους Έλληνες της Κων/πολης, της Ίμβρου και της Τενέδου. Υπήρξαν ορισμένες τιμητικές, πλην όμως ελάχιστες εξαιρέσεις στο χώρο της ενεργού πολιτικής και της μαχόμενης διανόησης όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Μανώλης Γλέζος, ο Νίκος Ψυρούκης, ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης και οι «Ιταλοί» του ΠΑΣΟΚ, σχήματα προερχόμενα από τη μαοϊκή αριστερά, ο κύκλος γύρω από το περιοδικό Τετράδια, η ελληνική έκδοση της Μηνιαίας Επιθεώρησης, ο χώρος της Ρήξης και του Άρδην. Η αναίρεση της αντιιμπεριαλιστικής-αντιμονοπωλιακής γραμμής που ήταν κυρίαρχη στην πρώτη φάση της μεταπολίτευσης, συνέβαλε στο κοινωνικό πεδίο και στο επίπεδο της διαμόρφωσης συνειδήσεων, όπου σε μεγάλο βαθμό κρίνεται ο ιδεολογικός αγώνας, στην απομάκρυνση Ελλαδιτών και Κυπρίων, συμπληρώνοντας τη στάση της εγχώριας αστικής τάξης ήδη από τη δεκαετία του ’50. Η αριστερά, κυρίως στην ανανεωτική, εκσυγχρονιστική διάσταση, αλλά και τμημάτων της ριζοσπαστικής της εκδοχής, γίνεται υφιστάμενη δύναμη του ιμπεριαλισμού στη χώρα σε όλα τα επίπεδα. Από δύναμη δυνητικά απελευθερωτική μετατοπίζεται σε φορέα εσωτερίκευσης της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Όπως και η ελληνική δεξιά, έτσι και η αριστερά από το ’89-’90 και μετά γίνεται φορέας ψεύτικης συνείδησης, η οποία συμπυκνώνεται στην αποδοχή του πλαισίου της διζωνικής-δικοινοτικής ομοσπονδίας και του σχεδίου Ανάν.

Οι προτάσεις επίλυσης του Κυπριακού (σχέδιο Κουέγιαρ 1985-6, δέσμη ιδεών Γκάλι 1991-2 και σχέδιο Ανάν 2004) έχουν όλες στον πυρήνα τους τη διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία, την παραμονή του μεταποικιακού καθεστώτος των εγγυητριών δυνάμεων, την όχι άμεση αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής, την άρνηση ή υπό αυστηρό περιορισμό άσκηση των ελευθεριών κίνησης, εγκατάστασης, περιουσίας, την παραμονή των εποίκων, την ακύρωση του δημοκρατικού κανόνα (πλειοψηφία-μειοψηφία), την εκ περίτροπής προεδρία κ.λπ. Δηλαδή, αναιρούν τις βασικές αρχές και αξίες που αποτέλεσαν τα θεμέλια των ευρωπαϊκών δημοκρατιών. Οι Ελληνοκύπριοι, αποφαινόμενοι για πρώτη ίσως φορά (μετά το δημοψήφισμα του 1950) κυριαρχικά και αδιαμεσολάβητα, απέρριψαν το σχέδιο Ανάν με ποσοστό 76% (Απρίλιος 2004).

Από το 1990 και μετά, τα προτεινόμενα σχέδια επίλυσης του Κυπριακού αντανακλούν την κεντρική στρατηγική του κυρίαρχου –ιμπεριαλιστικού– διεθνοποιημένου καπιταλισμού, που στοχεύει στην αποδυνάμωση των εθνικών κρατών, προκειμένου να εκμεταλλευτεί με τους συμφερότερους όρους τους πλουτοπαραγωγικούς και ενεργειακούς πόρους των, αλλά και να ελέγξει την εξέλιξη και τη δυναμική των κοινωνιών, των λαών και των εθνών. Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, ο τεμαχισμός του Ιράκ, η χαοτική κατάσταση στη Λιβύη, η συστηματική επιδίωξη ανατροπής του μπααθικού καθεστώτος στη Συρία, η αρχική εχθρότητα απέναντι στο κουρδικό κίνημα και, πρόσφατα, η προσπάθεια χρησιμοποίησής του, είναι μερικές από τις πλέον χαρακτηριστικές εκδηλώσεις της στρατηγικής του ιμπεριαλισμού στην περιοχή: Αδύναμα και ελεγχόμενα κρατικά μορφώματα.

Στον πυρήνα της ανωτέρω στρατηγικής των φορέων της παγκοσμιοποίησης βρίσκεται η αγνόηση, αλλά και η εχθρότητα της κυριαρχικής βούλησης των λαών, ακόμα και όταν αυτή έχει αποτυπωθεί με δημοψήφισμα, πράγμα που συμβαίνει σε όλα σχεδόν τα δημοψηφίσματα των ευρωπαϊκών κοινωνιών που έλαβαν χώρα μετά το 1990. Χαρακτηριστική περίπτωση εντασσόμενη στην ίδια διελκυνστίδα επιβολής-αμφισβήτησης της παγκοσμιοποιητικής γραμμής είναι η επαναφορά σχεδίου επίλυσης του Κυπριακού τύπου Ανάν, που συζητείται αυτή την περίοδο στην Ελβετία, όταν αυτό έχει απορριφθεί με συντριπτικά ποσοστά από τους Ελληνοκυπρίους, που αποτελούν και τη μεγάλη πλειοψηφία των νομίμων κατοίκων της Κύπρου.

Στο επίπεδο της ελληνικής κυβέρνησης συμπυκνώνεται η αντίφαση του ΣΥΡΙΖΑ. Από τη μία πλευρά η πλειοψηφία του κόμματος στο επίπεδο των στελεχών του είναι φανατικά προσηλωμένη υπέρ μιας διζωνικής-δικοινοτικής ομοσπονδίας τύπου Ανάν (βλ. χαρακτηριστικά την εκδήλωση που διοργάνωσαν οι εφημερίδες ΑυγήΕποχή και το δίκτυο Transform! Europe με θέμα «Κυπριακό: Η ώρα της λύσης;», στην ΕΣΗΕΑ στις 9-1-2017). Από την άλλη μεριά, η κυβερνητική απροθυμία – καραμανλικού τύπου της περιόδου Ανάν– που εκδηλώνεται, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, με τη θέση περί προηγούμενης αποχώρησης των στρατευμάτων κατοχής και κατάργησης του μεταποικιακού καθεστώτος των εγγυητριών δυνάμεων.

Προφανώς η ελληνική πλευρά, είτε ελλαδική είτε ελληνοκυπριακή, δεν πρέπει να είναι η επισπεύδουσα συνιστώσα σ’ αυτή την εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία (διεθνοπολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά). Ούτε να αποδεχθεί μια προδήλως κακή, αντιδημοκρατική, ευθέως αντικείμενη στον ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό και απολύτως υπονομευτική της βιωσιμότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας λύση, υπό την απειλή ή τον εκβιασμό (που είναι πραγματικός λόγω της επιθετικής φύσης του ολοκληρωτικού τουρκικού καθεστώτος) της οριστικοποίησης της διχοτόμησης.

Το λαϊκό, δημοκρατικό, αντιστασιακό ήθος μπορεί και πρέπει να κυριαρχήσει στην περιοχή και να απονομιμοποιήσει τους (νεο-) ιμπεριαλιαστικούς ελιγμούς που απεργάζονται λύσεις εις βάρος των δικαιωμάτων των λαών και των εθνών. Εδώ θα κριθούν, για άλλη μια φορά, οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις σε Ελλάδα και Κύπρο, το παρόν και το μέλλον του Ελληνισμού, η πάλη των λαών απέναντι στον ιμπεριαλισμό.


*Ο Β. Ασημακόπουλος είναι δικηγόρος και μέλος Σ.Ε. Νέου Αγωνιστή.
Ανάρτηση από: http://ardin-rixi.gr