Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Τα σκουπίδια, το ιδιωτικό και το δημόσιο

Του Γιώργου Ρακκά 

Η αντιπαράθεση κυβέρνησης-Δήμων-συμβασιούχων για το ζήτημα των μονιμοποιήσεων καθώς και το υγειονομικό αδιέξοδο που δημιούργησαν οι σωροί των σκουπιδιών από την απεργία της ΠΟΕ – ΟΤΑ έθεσε επί τάπητος ξανά το συνολικότερο ζήτημα της διαχείρισης των απορριμμάτων από την σκοπιά της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Τα τελευταία χρόνια, το ζήτημα αυτό αντιμετωπίζεται στον δημόσιο διάλογο της χώρας υπό την σκοπιά της αντιπαράθεσης κρατισμού και νεοφιλελευθερισμού: Έτσι, το ζήτημα ανάγεται αποκλειστικά στο δίλημμα «ποιός θέλετε να μαζεύει τα σκουπίδια, ο Δήμος ή οι ιδιώτες», και γίνεται μέρος του ευρύτερου πολιτικού διπολισμού που καθορίζει την εγχώρια πολιτική σκηνή.

Έχουμε τονίσει πολλάκις, ότι αυτός ο διπολισμός είναι εξόχως αντιπαραγωγικός. Συγκεκριμένα ως προς το ζήτημα των απορριμμάτων, η εμπειρία των πρόσφατων δεκαετιών από την τοπική αυτοδιοίκηση έχει αποδείξει πως επί του παρόντος δεν μπορεί  να λειτουργήσει διαφανώς, ορθολογικά και αποτελεσματικά κανένας από τους δυο προτεινόμενους τρόπους: Ο κρατικισμός σκοντάφτει πάντοτε στην υπεργραφειοκρατικοποίηση, την αδράνεια, και την εκτόξευση του λειτουργικού κόστους από την ύπαρξη «αντι-οικονομιών» κλίμακας. Ακόμα χειρότερα, μιλάμε για θεσμικούς μηχανισμούς που διαποτίζονται από οργανωτικές λογικές της δεκαετίας του… 1950, οι οποίοι υποστελεχώνονται από ένα προσωπικό που συνήθως είναι άνω των 50 ετών, και διοικούνται από διοικητικούς και πολιτικούς προϊσταμένους ελλιπούς ή ανύπαρκτης συγκρότησης, διαποτισμένους από τις κυρίαρχες κατά την μεταπολίτευση νοοτροπίες κομμάτων καρτέλ, πελατειακών δικτύων και ρεμούλας.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οι συνδικαλιστικοί/συντεχνιακοί παράγοντες που καλούνται να κινητοποιηθούν προς υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα θεμελιωδών αγαθών και υπηρεσιών, σχεδόν πάντοτε κινητοποιούνται για τις διεκδικήσεις τους με τρόπο που μεταβιβάζει το κύριο κόστος της κινητοποίησης στην κοινωνία, και όχι στον φορέα της άδικης πολιτικής. Για τα απορρίμματα, επί του προκειμένου, η κυρίαρχη συνδικαλιστική νοοτροπία θέλει τους κινητοποιούμενους να δημιουργούν συνθήκες υγειονομικής ασφυξίας σε μια ολόκληρη πόλη, κρατώντας όμηρους τους κατοίκους της, για να απαντήσουν στις κούφιες υποσχέσεις της κυβέρνησης.

Οι νεοφιλελεύθεροι, δηλαδή, καθώς επικαλούνται αυτές τις τρανταχτές αδυναμίες και τα αδιέξοδα του δημοσίου τομέα ‘κλέβουν εκκλησία’ καθώς είναι ηλίου φαεινότερο ότι ένα ολόκληρο σύστημα θεσμών που σφράγισε την λειτουργία της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας, βρίσκεται  –μαζί με την τελευταία– σε φάση ψυχορραγήματος. Ωστόσο, ποιός θα μπορούσε να δικαιώσει τις «ιδιωτικοποιήσεις ως πανάκεια»;  Με δεδομένες τις θανάσιμες αδυναμίες του υπάρχοντος πολυδαίδαλου νομικού πλαισίου, και καθώς κράτος και δήμοι αδυνατούν στις περισσότερες των περιπτώσεων να επιτελέσουν έστω και τις στοιχειώδεις λειτουργίες επίβλεψης, και ελέγχου των ΣΔΙΤ (συμπράξεις ιδιωτικού-δημοσίου τομέα), αυτό που ονομάζουμε ‘ιδιωτικοποιήσεις’ σέρνουν μαζί τους τις δικές τους αμαρτίες διαπλοκής, διαφθοράς και διασπάθισης του δημοσίου πλούτου. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, ότι η ίδια η ‘πιάτσα’ της αγοράς θεωρεί τις εταιρείες που επιβιώνουν από τις κρατικές εργολαβίες ένα είδος παρακολουθήματος’ του δημοσίου που φέρουν αυτούσιες τις αμαρτίες του τελευταίου, όντας εξόχως παρασιτικές και διαποτισμένες από την λογική της ‘δημιουργικής’ διαχείρισης των κρατικών προμηθειών. Γι’ αυτό και πολύ συχνά κρατικές αναθέσεις και εργολαβίες παραπέμπονται στους ελεγκτικούς μηχανισμούς, ή ακόμα και παίρνουν τη δικαστική οδό, με το ερώτημα της απιστίας.

Έτσι «κράτος» και «ιδιώτες», στην Ελλάδα παίρνουν κάτω από την βάση. Πέραν, βεβαίως, εξαιρέσεων οι οποίες όμως δεν μπορούν να γείρουν την πλάστιγγα υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς, – διότι συνήθως όπου έχουμε ισχυρή, άρτια και λειτουργική δημόσια υπηρεσία έχουμε και σωστές Συμπράξεις Δημοσίου-Ιδιωτικού Τομέα για την ανάθεση των έργων της. Άρα, το ισχυρό δημόσιο δεν είναι αποτρεπτικός παράγοντας για τις συμπράξεις κράτους/δήμων και ιδιωτών, όπως ισχυρίζονται σήμερα ιδεοληπτικά κάποιοι, αλλά αντίθετα η εύρυθμη λειτουργία της πολιτείας αποτελεί την μόνη εγγύηση για την κοινωνική αποδοτικότητα (κοινωνική προστιθέμενη αξία, το λένε στην ορολογία των σύγχρονων κρατικών λειτουργών) των εν λόγω συμπράξεων. Ούτως ή άλλως, η αρχική λογική αυτών των σχημάτων δεν ήταν να αποκαταστήσουν το κράτος, αλλά αντίθετα, να το βοηθήσουν να προεκτείνει τις παρεμβάσεις του μέσω της μόχλευσης του ιδιωτικού κέρδους, προκειμένου να παράγει επιπλέον κοινωνική ωφέλεια δίχως να αυξήσει το ίδιο λειτουργικό και γραφειοκρατικό κόστος.
Αυτά ως προς τις μορφές διαχείρισης που συγκρούονται σήμερα με επίδικο το ζήτημα ‘απορρίμματα’. Ωστόσο, ειδικά για το συγκεκριμένο ζήτημα, η υστέρηση της δημόσιας συζήτησης δεν σταματάει στη μορφή, αλλά αντίθετα αγγίζει βαθιά και το περιεχόμενο. Δηλαδή τα σκουπίδια:

Μπορεί η ανακύκλωση να καταλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερο χώρο στην ρητορική της τοπικο-αυτοδιοικητικής πολιτικής, λόγω των κατευθύνσεων που δίνουν σε αυτήν οι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, αλλά και εξαιτίας των όχι και τόσο καθαρών επιχειρηματικών συμφερόντων που έχουν αναπτυχθεί στον συγκεκριμένο κλάδο. Ωστόσο, η συντριπτική πλειοψηφία των δημάρχων και των αντιδημάρχων που αρέσκονται να την επικαλούνται, αγνοούν παντελώς την μεγάλη καινοτομία που αυτή θα εισάγει στο πεδίο της τοπικής πολιτικής: Ότι, δηλαδή, ένα πολύ μεγάλο μέρος των παραγόμενων από τις τοπικές κοινωνίες απορριμμάτων δεν είναι «σκουπίδια» αλλά… πρώτη ύλη, σημαντικής οικονομικής αξίας, που ανοίγει σημαντικά πεδία για την ανάπτυξη της δημοτικής/κοινωνικής οικονομίας.

Η λογική της ανακύκλωσης, δηλαδή, ανατρέπει την παραδεδομένη αντίληψη ότι τα σκουπίδια αποτελούν «πρόβλημα», την μετασχηματίζει, καλύτερα, εισάγοντας πρακτικές που τα μεταβάλουν σε «επένδυση». Επένδυση, μάλιστα, παραγωγική, της κοινωνικής οικονομίας, δυο στοιχεία που λείπουν όσο τίποτε άλλο στην χώρα μας. Τα πεδία δραστηριοποίησης της κοινωνικής επιχειρηματικότητας στην ανακύκλωση είναι πάμπολλα, άλλα υπόσχονται αμεσότερα αποτελέσματα, και άλλα προϋποθέτουν μεγαλύτερες και συντονισμένες προσπάθειες.

Για παράδειγμα, αυτήν την στιγμή τα ελαιοαπόβλητα από τον κλάδο της εστίασης στην Θεσσαλονίκη, παραδίδονται σε ιδιώτη και εξάγονται, την ίδια στιγμή που η μεταποίησή τους σε καύσιμα που χρησιμοποιούνται για τα κτήρια ευθύνης του Δήμου είναι σχετικά εύκολο εγχείρημα, όπως απέδειξε πρόσφατο πιλοτικό πρόγραμμα που υλοποιήθηκε από τον Δήμο Συκεών. Φυσικά, στην περίπτωση που θα υπήρχε βούληση από την πλευρά του κεντρικού δήμου της Θεσσαλονίκης, η εξοικονόμηση του κόστους θα ήταν άμεση και σημαντική, ενώ επιπρόσθετα η δραστηριότητα θα απέδιδε και θέσεις εργασίας σε μια πόλη που γονατίζει από την ανεργία και την ετεροαπασχόληση.
Με την ίδια λογική, θα μπορούσαν να λειτουργούν και μικρές μονάδες διαχείρισης των οργανικών αποβλήτων, που θα μπορούσαν να μετατραπούν σε κομπόστ, και να συμβάλουν στην επέκταση των πάρκων και την αναβάθμιση του αστικού πρασίνου.

Για τους μεγάλους όγκους ανακυκλώσιμων υλικών, ο δήμος σε συνεργασία με τους μικρούς και μεσαίους, νόμιμους «ανακυκλωσάδες», και όχι με την πολυεθνική μαφία που έχει εσχάτως αναπτυχθεί για την αξιοποίησή τους, στέλνοντας εκατοντάδες ανθρώπους που τελούν σε συνθήκες σύγχρονης δουλείας για την διαλογή των υλικών μέσα από τους κάδους, θα μπορούσε να συγκροτήσει ένα δίκτυο μικρών και μεσαίων «πράσινων σημείων». Τα πράσινα σημεία, είναι επί της ουσίας χώροι συλλογής ανακυκλώσιμων υλικών, που ανακατευθύνονται κατόπιν στους μεγάλους χώρους επεξεργασίας. Η λογική των διάσπαρτων σημείων μεσαίας δυναμικότητας υπηρετεί μιαν αντίληψη ότι η τοπική αυτοδιοίκηση πρέπει να παρεμβαίνει για την ανακύκλωση στο μικρότερο δυνατό πολιτικό κύτταρο της δομής της (τις δημοτικές κοινότητες, πρώην διαμερίσματα) και από εκεί να ενθαρρύνει/οργανώνει τους πολίτες, ώστε αυτοί να ανταποκριθούν στην ανάγκη διαλογής στην πηγή.

Φυσικά, αξίζει να διερευνηθεί και το ενδεχόμενο ανάπτυξης μορφών κοινωνικής/δημοτικής επιχειρηματικότητας και στον τομέα της μεταποίησης/κατεργασίας ανακυκλώσιμων υλικών, καθώς η χώρα διαθέτει και το απαραίτητο επιστημονικό δυναμικό (το οποίο την εγκαταλείπει λόγω ανεργίας), και λόγω της ευαισθησίας που υπάρχει σε επίπεδο Ε.Ε. για το ζήτημα, είναι δυνατή η εύρεση πόρων προς αυτήν την κατεύθυνση.

Ο κατάλογος των δυνατοτήτων για την ανάπτυξη της κοινωνικής επιχειρηματικότητας στον τομέα των απορριμμάτων, πραγματικά δεν έχει τέλος. Κι αυτό γιατί βρισκόμαστε σε μια φάση, όπου οικονομικοί-κρατικοί γίγαντες, όπως η Κίνα έχουν αρχίζει να αντιμετωπίζουν το πρόβλημα, καθώς η ακραία μόλυνση που επισώρευσαν οι δεκαετίες τρελών ρυθμών ανάπτυξης απειλεί την βιωσιμότητα του «κινέζικου θαύματος». Έτσι, λόγου χάρη, διαβάζουμε για την ύπαρξη αυτόματων δεκτών πλαστικών μπουκαλιών εντός των μεγάλων κινέζικων πόλεων, που παραδίδουν το αντίτιμό τους σε εισιτήρια μέσων μαζικής μεταφοράς· μια καινοτόμος πρακτική που εισάγει και την λογική της άμεσης ανταποδοτικότητας από την ανακύκλωση. Προς την ίδια κατεύθυνση, θα μπορούσαν να εκπονηθούν προγράμματα και στην χώρα μας, για παράδειγμα μέσω της χορήγησης ηλεκτρονικού μητρώου ανακύκλωσης, όπου θα προβλέπεται έκπτωση από τα δημοτικά τέλη για τους πολίτες που ανακυκλώνουν στο επιθυμητό ποσοστό επί του συνόλου της κατά κεφαλήν ετήσιας παραγωγής απορριμμάτων που τους αντιστοιχεί. Και ανάλογα κίνητρα, θα μπορούσαν να δοθούν σε μεγάλες επιχειρήσεις, για παράδειγμα σούπερ-μάρκετ, που λειτουργούν ως κόμβοι ανακύκλωσης, ή που προάγουν τον περιορισμό χρήσης της πλαστικής σακούλας κ.ο.κ.

Πραγματικά, το να δει αυτήν την στιγμή η τοπική αυτοδιοίκηση τα απορρίμματα ως ευκαιρία, ως δυνατότητα… οικολογικής παραγωγικής ανασυγκρότησης, και να επιστρατεύσει έξυπνους τρόπους ώστε να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στις ανάγκες των κοινωνικών επενδύσεων, είναι κάτι που μόνο οφέλη θα μπορούσε να προσφέρει στην τοπική αυτοδιοίκηση. Χώρια που, η ανάπτυξη μορφών κοινωνικής επιχειρηματικότητας μπορεί να αποτελέσει και μέσο για την εμπλοκή εργαζομένων «νέας μορφής», σε οργανωτικά σχήματα που θα τελούν σε αλληλεπίδραση με την τοπική αυτοδιοίκηση, πράγμα που εκ των πραγμάτων θα ενθαρρύνει την εισαγωγή οργανωτικών και διοικητικών καινοτομιών στους κουρασμένους Δήμους: Από το περιβάλλον ενός ράθυμου μηχανισμού, που έχει ξεχάσει να κινητοποιείται καθώς τείνει να εκχωρήσει ολοένα και περισσότερες από τις λειτουργίες του σε παράσιτα-ιδιώτες, θα περάσουμε σταδιακά σε ένα δυναμικό περιβάλλον όπου ο δήμος θα καλείται να συντονιστεί με ένα σμήνος μικρών και μεσαίων συνεταιρισμών, συμπράξεων ιδιωτών, ή και μικροϊδιοκτητών, που οργανώνουν την αναπαραγωγή της πρώτης ύλης.

Όλα αυτά είναι ενδεικτικά, για να υπομνηματίσουν την δυνατότητα που κυοφορεί μια «αλλαγή παραδείγματος», δηλαδή μια ριζική μεταβολή, μια «επαναστατική μεταρρύθμιση» στις νοοτροπίες και στις λογικές που κυβερνούν την τοπική αυτοδιοίκηση. Αυτό έχει ανάγκη η χώρα, και όχι από τις σκιαμαχίες των κρατιστών και νεοφιλελεύθερων ταγών της πολιτικής ζωής, που έχουν κάνει ως παρασιτική κάστα κατάληψη στον δημόσιο διάλογο της κοινωνίας μας. Αυτά τα διλήμματα, στο μόνο που χρησιμεύουν, είναι να δικαιώνουν κατ’ αντιπαράθεση τον λόγο ύπαρξης της μιας ή της άλλης πλευράς. Στην πραγματικότητα όμως, όπως μπορεί να διαπιστώσει οποιοσδήποτε άνθρωπος έλθει σε συγχρωτισμό μαζί τους, και ο οποίος αγωνίζεται για να βγάλει το ψωμί του μέσα στην σημερινή κατάσταση, αυτό το «αντιθετικό ζεύγος» των δημοσιολογούντων δεν μπορεί να διαχειριστεί ούτε περίπτερο. Πόσο μάλλον, τις συλλογικές μας τύχες…

Ανάρτηση από:  http://ardin-rixi.gr