Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

Μουσικός διάλογος δύο γενιών για το εφήμερο της υποκριτικής τέχνης

Του Κώστα Γάκη

Το τραγούδι «Για τον ηθοποιό» φέρει πια την ανεξίτηλη σφραγίδα του μοναδικού Στέφανου Ληναίου. Αλλά μια μικρή ιστορία κρύβεται πίσω από τους στίχους και τη μουσική...
Η ιστορία αυτή ξεκινά τη νύχτα που βραβεύτηκα με το βραβείο «Δημήτρης Χορν». Από εκείνη τη νύχτα με στοίχειωσε για έναν ολόκληρο χρόνο η «παρουσία» του Χορν, με στοίχειωσε η ποιητική πνοή του και μέσα από εκείνον όλη η ιστορία της νεότερης Ελλάδας καθώς και η εξέλιξη της θεατρικής τέχνης μέσα σε αυτό το μεταβαλλόμενο σκηνικό. Με στοίχειωσαν λοιπόν οι προηγούμενες γενιές των ηθοποιών που πέρασαν, έδρασαν και σιώπησαν και κάπως έτσι αισθάνθηκα κι εγώ το ρίγος του εφήμερου. Αλλά αισθάνθηκα ξαφνικά  και οργανικό, ζωντανό κομμάτι της αλυσίδας αυτής που είναι τώρα η ώρα του να δράσει, να μιλήσει, να τραγουδήσει. Να συνδεθεί.
Κάπως έτσι θέλησα να γράψω ένα τραγούδι που να περιγράφει το εφήμερο της τέχνης του ηθοποιού και εκείνη τη στυφή ματαιότητα που το συνοδεύει. Και σκέφτηκα ότι κάθε παράσταση για κάθε θεατρίνο είναι ένας μικρός θάνατος. Κι ότι ακριβώς αυτή η σκέψη, που τόσο είναι κοινή σε όλους τους ηθοποιούς, συνομιλεί με τη θνητότητα όλων μας ως ανθρώπων. Κι ότι ζωντανοί και νεκροί βρίσκονται πάντα σε μια αέναη δυναμική διαλεκτική  που ορίζεται από ένα σπαραξικάρδιο συναίσθημα παρούσης απουσίας.
Έτσι, καθώς αυτοσχεδίαζα στο πιάνο, ήρθε στο μυαλό μου μια άδεια σκηνή. Μια σκηνή που τη μοιράζεται ένας βετεράνος της σκηνής με έναν νεότερο συνάδελφό του. Και ότι τραγουδούν μαζί δημιουργώντας έναν μουσικό διάλογο πάνω στα βασικά ζητήματα της εφήμερης τέχνης του θεατρίνου. Κι ότι συνομιλούν όχι ως αυθεντίες, αλλά ως δύο πρόσωπα που εκπροσωπούν δύο εποχές και ανταλλάσσουν γλυκά κι αγαπημένα τα πάθη και τις αγωνίες της κάθε εποχής. Κι ότι ο ένας μαθαίνει από τον άλλον. Κι ότι ο ένας υποδέχεται την ποιητική ματιά του άλλου. Κι ότι αυτός ο διάλογος τους καταπραΰνει και τους δύο: όχι επειδή τα αγωνιώδη ερωτήματα βρίσκουν λύση, αλλά γιατί απλώς αυτά τα ερωτήματα ετέθησαν και με αυτο τον τρόπο ίσως να φωτίστηκαν κάποια πιθανά μονοπάτια απαντήσεων ή νέων γόνιμων ερωτημάτων.
Αυτό το τραγούδι το πρωτοτραγουδήσαμε λοιπόν με τον Σταμάτη Φασουλή στα βραβεία Χορν το 2007. Ο Σταμάτης υποδέχτηκε με ενθουσιασμό το τραγούδι μου και το ερμήνευσε με την αμεσότητα που τον διακρίνει αλλά και ένα πνιχτό παράπονο που τσακίζει κόκαλα.
Ήταν μια κατανυκτική στιγμή της ζωής μου με το πρόσωπο του Χορν να προβάλλεται πίσω μας σκορπώντας ρίγη συγκίνησης στην αίθουσα.
Η ζωή του τραγουδιού από κει και πέρα ακολουθεί την πορεία μου στις εφτά δραματικές σχολές που δίδαξα υποκριτική και αυτοσχεδιασμό. Συχνά μάθαινα αυτο το τραγούδι στους μαθητές προς το τέλος κάποιου έτους ως τελικό τραγούδι εξετάσεων προσπαθώντας να τους εμφυσήσω το αξίωμα ότι οι γενιές μπορούν και πρέπει να συνομιλούν κι ότι οι δεσμοί με το παρελθόν είναι σημαντικό να ενισχύονται, καθώς ένα δέντρο δεν στέκεται παρά μόνο αν το στηρίζουν ρίζες γερές που πάνε ώς τα έγκατα.
Έτσι είχα τη χαρά να το μοιραστώ με πολλές νέες παθιασμένες φωνές, παίζοντας εγώ τώρα τον ρόλο του πρεσβύτερου, κατανοώντας βαθύτερα τον «άλλο» ρόλο και επιφέροντας μικρές αλλαγές σε στίχους και μουσική.
Η ανάγκη μου βέβαια να μοιραστώ το τραγούδι πιο ανοιχτά, γεννήθηκε από τη γνωριμία μου με τον Στέφανο Ληναίο. Μπαίνοντας πέρσι στο θέατρό του δεν περίμενα ποτέ ότι θα γινόμασταν καλοί φίλοι κι ότι θα καθόμασταν τόσο συχνά στο πιάνο τραγουδώντας Χατζιδάκι, Θεοδωράκη και Λοΐζο με τις ώρες. Έτσι απλά και φυσικά μοιράστηκα το τραγούδι μου μαζί του και του εξέφρασα την ανάγκη μου να ηχογραφήσουμε αυτόν τον μουσικό διάλογο περί του εφήμερου μαζί, με ένα πιάνο και ένα βιολί. Ο Ληναίος δεχτηκε με συγκίνηση, εγώ τρελάθηκα, έγραψα το μέρος του βιολιού, το οποίο απογείωσε ο παιδικός μου φίλος Κώστας Λώλος, και έτσι μαγικά γεννήθηκε αυτή η συνάντηση με τον Στέφανο Ληναίο. Μια συνάντηση με έναν από τους αφανείς ήρωες του θεάτρου μας.
Με έναν αγωνιστή ηθοποιό που ποτέ δεν μπήκε σε αυλές. Που δεν δέχτηκε συμβιβασμούς  και εκχωρήσεις. Με ένα ζωντανό μύθο μιας άλλης εποχής, ο οποίος παραμένει ταπεινός και προσιτός σε όλους όπως κάθε άνθρωπος τέτοιας εμβέλειας και πνευματικότητας. Με τον άνθρωπο που με μεγάλη ευρυχωρία  ψυχής μάς εμπιστεύτηκε το θέατρό του, -το ιστορικό θέατρο Άλφα- παραδίδοντάς μας τη σκυτάλη για τη δική μας ανόθευτη δημιουργικότητα, για τη δική μας έμπρακτη αντίσταση στη βαρβαρότητα. Ένας άλλος Στέφανος, ο Στέφανος Τορτόπογλου που έκανε τη μείξη, απογείωσε αυτό το live κομμάτι με ανεπαίσθητες πινελιές σπάνιας ευαισθησίας και αισθαντικότητας.
Τελευταία ανάμνηση: το τελευταίο βράδυ πριν από εκείνα τα βραβεία Χορν και ενώ έγραφα και έσβηνα στίχους με τον σταυρό του Χορν στον λαιμό, με επισκέφθηκε κάποια στιγμή και η μαγική συνάντηση Χατζιδάκη - Χορν στο περίφημο «Ηθοποιός σημαίνει φως». Και μου ήρθε μια σκέψη που είχα ήδη κάνει στα χρόνια του Εθνικού: ότι εκτός από φως υπάρχει και πολύ σκοτάδι στον ηθοποιό, γόνιμο σκοτάδι που τον οδηγεί σε μια σπάνια εμβάθυνση σε ορισμένες στιγμές του ταραγμένου βίου του. Κάπως έτσι προέκυψε το τετράστιχο που εκφράζει όλη τη διαλεκτική και φιλοσοφία αυτού του κομματιού:
Κώστας: Ηθοποιός σημαίνει φως
Στέφανος: Αλλά και σκότος ιερό και μυρωμένο
Κώστας: Πες μου ποιο στυγνό και φάλτσο πεπρωμένο μάς ορίζει;
Στέφανος: Χωρίς τη μάσκα σου δεν ζεις...
Ανάρτηση από: http://www.efsyn.gr