Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Αντι-λαϊκισμός, Λαϊκισμός και Γαλλικές Προεδρικές Εκλογές

Του Γρηγόρη Σουλτάνη
«Δε θα’ ταν τότε πιο απλό, η κυβέρνηση
να διαλύσει το λαό και να εκλέξει έναν άλλον…;»
 Brecht, «Die Lösung».
Ο νεο-λαϊκισμός απειλεί και θα απειλήσει δριμύτερα τα θεμέλια της ΕΕ.
Η αύξηση των ανισοτήτων, η αναδιανομή του πλούτου από τα χαμηλά στα ψηλά κοινωνικά στρώματα, ο σφετερισμός της εξουσίας από σκιώδη πολιτικο-οικονομικά και χρηματιστικά κέντρα, και η πρωτοφανής προλεταριοποίηση των εργαζόμενων αποτελούν κοινές διαπιστώσεις στην ευρωενωσιακή επικράτεια.
Ο όρος παγκοσμιοποίηση λειτουργεί αρκετά εξωραϊστικά για μια διαρκώς εντεινόμενη διαδικασία προς την ολιγαρχία με βάση το χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό που μέσω του πλανητικού δικτύου των πολυεθνικών επιβάλει τη νεοφιλελεύθερη τάξη πραγμάτων.
Σε αυτή τη διεργασία της «αντεπανάστασης των ελίτ», η ΕΕ πρωτοστατεί ως ένα πολιτικο-οικονομικό καθεστώς που με την επίκληση του ανταγωνισμού επεκτείνει συνεχώς τα πολιτικά και οικονομικά προνόμια της ολιγαρχίας και των ελίτ γενικότερα, σε βάρος των μη προνομιούχων.
Γενικότερα, στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, η κυριαρχία των πολυεθνικών, η αποβιομηχάνιση, η υποχώρηση της εργατικής τάξης, η αποδυνάμωση του έθνους-κράτους, η νεοφιλελεύθερη συναίνεση και η ιδεολογική κυριαρχία του γερμανικού νεοφιλελευθερισμού επέφεραν σοβαρό πλήγμα στις συλλογικές ταυτότητες, με αποτέλεσμα τον κατακερματισμό τους. Χωρίς συλλογικό υποκείμενο, όχι μόνο τα σοσιαλδημοκρατικά, αλλά και τα αριστερά κόμματα εξανεμίστηκαν κυριολεκτικά και κατάντησαν κενοί γραφειοκρατικοί οργανισμοί ανίκανοι να προκαλέσουν οποιαδήποτε συλλογική κινητοποίηση. Τη λαϊκή κυριαρχία αντικατέστησε η κυριαρχία των ελίτ, τη Δημοκρατία η μετα-δημοκρατία και την πολιτική η μετα-πολιτική.
Η μετα-πολιτική συναίνεση δεξιάς-αριστεράς στα πλαίσια του καθεστώτος μετα-ιδεολογικής κυριαρχίας που επιβλήθηκε από την ΕΕ έχει ουσιαστικά ακυρώσει στη πράξη τις ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές: οι εκλογικές αναμετρήσεις έχουν εκπέσει σε ένα είδος φολκλορικής φιέστας που στη πράξη βγάζουν το ίδιο αποτέλεσμα όπως η σημαδεμένη τράπουλα. Το αναιμικό κοινοβουλευτικό πολίτευμα μεταλλάχθηκε σε ολιγαρχικό, με ένα ρητορικό περίβλημα Δημοκρατίας. Η οριζόντια διαφοροποίηση αριστεράς-δεξιάς είναι πλέον ένα νεκρό απομεινάρι από το παρελθόν αφού το μόνο που υπόσχεται είναι η επιλογή διαχειριστών με διαφορετικά σύμβολα.
Ταυτόχρονα, η μετακίνηση πληθυσμών που ακολουθεί τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και αποσκοπεί στην απαξίωση του κόστους της εργασίας έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο το φόβο της ανεργίας και της φτώχειας, αλλά και την πολιτισμική επισφάλεια.
Έτσι, οι νεόπτωχοι, οι άνεργοι, οι εξαθλιωμένοι εργαζόμενοι και οι απόβλητοι, ουσιαστικά, στερούνται πολιτικής εκπροσώπησης. Η κεντροδεξιά υπόσχεται ένα ζοφερό μέλλον και η κεντροαριστερά, ο ζόφος αυτός να επέλθει σταδιακά.
Η «λαϊκιστική στιγμή» έρχεται ουσιαστικά να δώσει απάντηση σε αυτό το αδιέξοδο.
Ο νεο-λαϊκισμός αποτελεί τον μόνο κίνδυνο από το εσωτερικό του συστήματος δεδομένου ότι έχει βαθειάς ρίζες στην ευρωπαϊκή παράδοση και εμπεριέχει μια πρωτογενή δυναμική που μπορεί να οδηγήσει στην επικαιροποίηση των ιδεολογιών του 19ου αιώνα.
Σ αυτό οφείλεται η πρωτοφανής αντι-λαϊκιστική κινητοποίηση της πανευρωπαϊκής ελίτ με αφορμή τις γαλλικές προεδρικές εκλογές. Το σύνθημα του νεοφιλελεύθερου αντιλαϊκισμού-που παρεμπιπτόντως εξέφρασε ένας «μεγάλος» έλληνας πολιτικός- είναι σε γενικές γραμμές το εξής: «φασίστες, λαϊκιστές, αντιευρωπαϊστές, ακροδεξιοί και ακροαριστεροί είστε ξεβράσματα της ιστορίας».
Η ιστορία γράφεται πια από τη μετα-δημοκρατική ΕΕ, τον ordoliberalismus, την πανευρωπαϊκή ελίτ, τον W. Schäuble και από μετα-πολιτικούς, αριστερούς και δεξιούς που αρκούνται σε ρόλο νεοφιλελεύθερης μαριονέτας.
Σε καμιά περίπτωση πάντως δεν μπορεί να γράψει ιστορία ο λαός, καθότι αυτή η έννοια απουσιάζει από το λεξικό του νεοφιλελευθερισμού και γι αυτό άλλωστε η ευρωτραφής διανόηση ανά την ευρωπαϊκή επικράτεια καταφέρεται με τέτοιο μένος κατά του λαϊκισμού
.
Εφόσον δεν υπάρχει λαός, αλλά άτομα, πολίτες, υποκείμενα, καταναλωτές, κερδισμένοι ή χαμένοι, άνθρωποι που εντάσσονται στο σύστημα ή απορρίπτονται από αυτό, αναξιοπαθούντες ή επαίτες, η όποια επίκληση στο λαό συνιστά αναχρονισμό. Αυτό βέβαια ισχύει για τις κατώτερες τάξεις. Αντίθετα, οι ανώτερες μπορούν να αποτελούν ένα είδος περιούσιου λαού συγκροτημένου σε ενιαίο σώμα που διασφαλίζει τα συμφέροντά του και διαφυλάσσει την ιεραρχική του θέση.
Ο αντι-λαϊκισμός-ως μέθοδος συκοφάντησης του αντιπάλου- είναι μια σπασμωδική άμυνα του συστήματος που επιχειρεί να αποτρέψει τους χαμένους των νεοφιλελεύθερων πολιτικών από το να μπουν στο χώρο της πολιτικής σκηνής και να έχουν λόγο.
Ο νεο-λαϊκισμός αντίθετα, επιχειρεί μια ανασυγκρότηση του κατακερματισμένου λαού μέσω μιας αμφίδρομης διαδικασίας: σύγκληση κατά κάποιο τρόπο του διπλού λαού: με την εθνοτική και με την πολιτική έννοια. Δεν πρόκειται για δημαγωγία με την αρνητική έννοια-όσο και αν ο καθεστωτικός λόγος επιχειρεί αυτή τη σημασιοδότηση-αλλά για μια γνήσια πολιτική διεργασία πολιτικής κινητοποίησης όλων εκείνων που βλέπουν τη ζωή τους να καταστρέφεται από την οικονομική περιφερειακή παγκοσμιοποίηση και τον ολοκληρωτισμό των αγορών.
Οι προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, στη δεύτερη σε οικονομική ισχύ χώρα της ΕΕ απέκτησαν αμέσως πανευρωπαϊκή διάσταση όχι μόνο γιατί ένα πιθανό FREXIT θα σηματοδοτούσε τη διάλυση της ΕΕ, αλλά και γιατί οι ιδεολογικές προτιμήσεις του εκλογικού σώματος θα αποτελέσουν ένα βαρόμετρο για το τι πρόκειται να επακολουθήσει στην ευρωενωσιακή επικράτεια, μιας και η πετυχημένη λαϊκιστική ρητορική της Le Pen και Melenchon αναμφίβολα θα αξιοποιηθεί από τα κόμματα που θα σηκώσουν τη σημαία της αντι-παγκοσμιοποίησης.
Το «φερέφωνο του κεφαλαίου», ο Macron, προετοιμαζόταν από καιρό να αποτελέσει το lifting του συστήματος μιας και ήταν φανερό ότι μετά την προεδρική θητεία Sarkozy και Hollande, το γαλλικό πολιτικό σύστημα βρισκόταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Όπως έγραψε ο F. Lordon στη Monde Diplomatique «Macron, le spasme du système», ο Γάλλος τραπεζίτης αποτελεί τον τελευταίο «σπασμό του συστήματος», ένα εικονικό κατασκεύασμα που συνοψίζει την κεντροαριστερή και κεντροδεξιά ιδεολογία, ικανό όμως να διασώσει την γαλλική ολιγαρχία.
Εντούτοις, ο μεγάλος πονοκέφαλος της γαλλικής μπουρζουαζίας και των Βρυξελλών είναι ο νέο-λαϊκισμός που έκανε την εμφάνισή του όχι τόσο με τη Le Pen όσο με το Melenchon και τους υποψηφίους μικρότερων κομμάτων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς.
Η ρητορική όλων των λαϊκιστών υποψηφίων, τόσο της ακροδεξιάς όσο και της αριστεράς είχε ως επίκεντρο την καταγγελία της ΕΕ, της παγκοσμιοποίησης, του νεοφιλελευθερισμού, του χρηματιστικού λόμπι και της ολιγαρχίας εν γένει, αλλά η κρίσιμη διαφορά υπήρξε στη ρητορική του Melenchon που εγκαινιάζει ένα λαϊκιστικό λόγο ασυνήθιστο για κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς, γεγονός που προκάλεσε καταιγιστικό πόλεμο εναντίον του, ακόμη και με τη συκοφαντία ότι επιδιώκει την πριμοδότηση της Le Pen στο δεύτερο γύρο.
Ο Melenchon εκτός του ότι εισήγαγε στη ρητορική του την αντίθεση μεταξύ ελίτ-λαού, ολιγαρχίας-πλειοψηφίας και την αναφορά σε κυρίαρχη κάστα-κάτι που έκαναν και οι Podemos-, ώστε να απομακρυνθεί από την αναχρονιστική οριζόντια διάκριση αριστεράς-δεξιάς, επιπρόσθετα, έκανε χρήση ιστορικών, εθνοτικών και εθνικών συμβόλων. Γι αυτό, οι αναφορές του στη Γαλλία, στην εθνική κυριαρχία, στο κυρίαρχο λαό και στη γαλλική επανάσταση με τη χρήση της Μασσαλιώτιδας και της γαλλικής σημαίας, έδωσαν το έναυσμα ώστε να κατηγορηθεί από τους καθεστωτικούς διανοούμενους για «εθνικό λαϊκισμό», για έναν δημαγωγό που αντιγράφει τον ακροδεξιό λαϊκισμό του “Front Nationale”.
Οι αναφορές του Melenchon στον κυρίαρχο λαό (peuple souverain) και στο σύνθημα «Liberté, Égalité, Fraternité», όσο και το κεντρικό θέμα της προεκλογικής του εκστρατείας «Να ξαναγράψουμε το συμβόλαιο που ενώνει το έθνος» (Réécrire le contrat qui unit la Nation), φανερώνουν ότι η γαλλική ριζοσπαστική αριστερά έχει αντιληφθεί την ανάγκη επαναπροσδιορισμού του αντισυστημικού λόγου, με τρόπο που να απαντά στις υπόγειες διαδρομές που δομούν τις πολιτικές ταυτότητες, αλλά και στην ανάγκη να δομηθεί η συλλογική βούληση.
Σε καμιά περίπτωση αυτό δεν συνιστά ακροδεξιό εθνικιστικό λαϊκισμό. Θα μπορούσε να διακριθεί από αυτόν με τον όρο εθνοτικός λαϊκισμός, δεδομένου ότι η ίδια η έννοια του έθνους εμπεριέχει πολλαπλές σημασίες και το κυριότερο, είναι η έννοια που εν δυνάμει παράγει τη συλλογική βούληση.
Ανεξάρτητα από τη σίγουρη νίκη Macron στο δεύτερο γύρο των εκλογών, ένα είναι βέβαιο: ο νεολαϊκισμός είναι η δύναμη που θα καθορίσει τη πολιτική στο άμεσο μέλλον.
Ανάρτηση από: https://seisaxthia.wordpress.com