Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Δημόσια παιδεία και ιδιωτική κοινωνία

Η παιδεία αντιμέτωπη με την ηγεμονία της φιλελεύθερης ιδεολογίας
Του Νικόλα Δημητριάδη (Άρδην τ. 101-102) 
Είναι γνωστή η άποψη της Θάτσερ για την έννοια της κοινωνίας: «Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, υπάρχουν μόνο μεμονωμένοι άνδρες, γυναίκες και οικογένειες». Η αντίληψη αυτή βρίσκεται στον πυρήνα της φιλελεύθερης σκέψης και στις ημέρες μας τείνει να γίνει κυρίαρχη. Το συλλογικό συμφέρον δεν μπορεί να ιδωθεί αυτόνομα από το ατομικό. Είναι ένα παρακολούθημα/αποτέλεσμα του τελευταίου: Αν τα άτομα ευημερούν, θεωρείται αυτονόητο ότι θα ευημερεί και η κοινωνία. Πρόκειται για την πλήρη ηγεμονία του παράδοξου (και παντελώς ακατανόητου σε παλαιότερες εποχές) προτάγματος του φιλελευθερισμού, σύμφωνα με το οποίο η επιδίωξη του ατομικού εγωιστικού συμφέροντος και μόνο μπορεί να οικοδομήσει μια υγιή κοινωνία. Η ίδια η έννοια του συλλογικού απαξιώνεται: Οι συλλογικές ταυτότητες δαιμονοποιούνται ως καταπιεστικοί αναχρονισμοί και προκρίνεται η εκδίπλωση της ατομικής πλευράς του ανθρώπου, μέσω της «απελευθέρωσης των επιθυμιών», στα πλαίσια της καταναλωτικής «κοινωνίας του θεάματος».
Πρόσφατα, ο Νίκος Δήμου συνόψισε την αντίληψη αυτή με τρόπο ανάλογο με εκείνον της Θάτσερ. Σε άρθρο του στο protagon.gr, έθεσε το ερώτημα, «Ποιον λαό αγαπώ;» και απάντησε ως εξής: «Κανέναν! Διότι μου είναι αδύνατο να αγαπήσω ένα λαό. Έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, μάλιστα. Όμως ο λαός είναι μία αφηρημένη έννοια που δεν μπορεί να προκαλέσει συναισθήματα – εκτός από εθνικιστικά ή ρατσιστικά». Όχι τυχαία, η εξάπλωση τέτοιων απόψεων συμβαδίζει χρονικά με την εξάπλωση της εμπορευματοποίησης σε όλες τις πτυχές της ανθρώπινης ζωής και την εγκαθίδρυση της (κατά Κονδύλη) «καταναλωτικής μαζικής δημοκρατίας».
Η υπονόμευση, όμως, της συλλογικής υπόστασης του ανθρώπου επιφέρει την απαξίωση κάθε έννοιας δημοσίου χώρου και δημόσιου συμφέροντος. Το κράτος μετατρέπεται, από φορέας εθνικής κυριαρχίας, σε γραφειοκρατικό μηχανισμό ελέγχου, καταστολής και υποστήριξης της λειτουργίας της «αγοράς» και του «δικαίου», των μόνων θεσμών που δικαιούνται σήμερα να συνδέουν τα άτομα-καταναλωτές μεταξύ τους. Όλα τα στοιχεία που συνείχαν μέχρι τώρα τις ανθρώπινες κοινωνίες (από τη δημόσια αρετή και την ηθική μέχρι τις διαπροσωπικές σχέσεις και από τον πολιτισμό μέχρι τα ήθη και τα έθιμα κάθε τόπου) εξορίζονται από τον δημόσιο χώρο και περιορίζονται στο επίπεδο της ατομικής επιλογής, στον «ιδιωτικό χώρο», εν είδει «χόμπι». Έτσι «ιδιωτικοποιείται» η ίδια η κοινωνία και αποκτά έναν σαφή προσανατολισμό: Επιδιώκεται ο κατακερματισμός της κοινωνίας σε «ομάδες συμφερόντων», που θα ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την απόσπαση προνομίων από το κράτος και την πρόσβασή τους στην κατανάλωση. Αυτή η λογική επιβάλλει την ένταξη των ατόμων σε δίκτυα-ομάδες-μειονότητες-οργανώσεις, μοναδική δίοδο εξυπηρέτησης του ιδιωτικού τους συμφέροντος. Η εξέλιξη αυτή παρασύρει και τα λαϊκά κινήματα: Τα συλλογικά οράματα και προτάγματα σπανίζουν και τη θέση τους παίρνουν μεμονωμένοι και αποκομμένοι από το σύνολο διεκδικητικοί αγώνες.
Κάπως έτσι αντιμετωπίζουν τα σύγχρονα εξ Εσπερίας ιδεολογικά ρεύματα τον θεσμό της εκπαίδευσης. Φιλοσοφικό θεμέλιο των νέων αντιλήψεων είναι η σχεδόν θρησκευτική λατρεία του μαθητή. Τη λατρεία αυτή των νέων τη βρίσκουμε, άλλωστε, αυτούσια και στον πυρήνα του σύγχρονου καταναλωτικού μάρκετινγκ και της διαφήμισης. Ο μαθητής τίθεται στο επίκεντρο του εκπαιδευτικού συστήματος, το οποίο οφείλει να ικανοποιεί και να προωθεί τις όποιες ατομικές του ιδιαιτερότητες. Ο μαθητής, βέβαια, αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως μεμονωμένο άτομο. Δεν ανήκει σε ένα συλλογικό υποκείμενο, δεν είναι μέρος μιας κοινωνίας, δεν είναι κληρονόμος μιας κοινής αντίληψης για τον κόσμο, ενός κοινού πολιτισμού, ενός συνόλου αρχών, αξιών και συμβολικών αναπαραστάσεων. Είναι ένας ακόμη παγκόσμιος εξατομικευμένος εργαζόμενος-καταναλωτής, που οφείλει να διδαχθεί από το σχολείο τη θέση του στον κόσμο. Μια διαφορετική αντιμετώπιση θα έθετε, στο επίκεντρο της εκπαίδευσης, την κοινωνία, αντί του μαθητή: Στην περίπτωση αυτή, η πολιτεία θα όφειλε να μεταδώσει στη νέα γενιά τις γνώσεις και την κουλτούρα του κοινωνικού συνόλου, μέλη του οποίου είναι και οι μαθητές. Μια τέτοια αντίληψη, όμως, εξορίζεται ως οπισθοδρομική από την κυρίαρχη φιλελεύθερη ιδεολογία.
Οι συνέπειες αυτής της εξέλιξης στον θεσμό της εκπαίδευσης είναι προφανείς, αν και σπανίως γίνονται αντικείμενο προβληματισμού από τους φορείς της. Η συζήτηση της εκπαιδευτικής κοινότητας περιορίζεται συνήθως στη μορφή και αγνοεί το περιεχόμενο. Ενδιαφέρουν το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, ο τρόπος εισαγωγής, ο τρόπος διοίκησης και στελέχωσής τους. Όσο σημαντικά κι αν είναι αυτά (κι αναμφίβολα είναι) δεν πρέπει να αγνοούμε ότι ο δημόσιος χαρακτήρας της εκπαίδευσης υπονομεύεται πρώτα και κύρια από την «ιδιωτικοποίηση» της κοινωνίας και την αλλαγή που έχει επισυμβεί στους ίδιους τους στόχους και τις προτεραιότητές της. Ο σκοπός της εκπαίδευσης θα καθορίσει τη μορφή της και όχι το ανάποδο.
Κατά συνέπεια, το κύριο ζήτημα που οφείλει να τίθεται σε μια συζήτηση για το εκπαιδευτικό σύστημα αφορά στη θέση και τον σκοπό του μέσα στην κοινωνία: Τι και πώς οφείλει να προσφέρει η παιδεία στο σύνολο. Δυστυχώς, όμως, αυτό το ζήτημα απουσιάζει παντελώς από τον δημόσιο διάλογο. Δεν τίθεται ούτε από τους αρμόδιους πολιτικούς, ούτε από την εκπαιδευτική κοινότητα. Η μέριμνα όλων περιορίζεται στα στενά συμφέροντα των «ομάδων συμφερόντων» που εκπροσωπούν. Οι εκπαιδευτικοί ασχολούνται αποκλειστικά με την επαγγελματική τους θέση, χωρίς να αναφέρονται στο τι πρέπει οι ίδιοι ως κλάδος να προσφέρουν στην κοινωνία. Αντίστοιχα, η μέριμνα των φοιτητών περιορίζεται στην επαγγελματική τους αποκατάσταση, χωρίς να αναφέρονται στις υποχρεώσεις τους απέναντι στο σύνολο, απέναντι στην κοινωνία που τους έδωσε τη δυνατότητα να σπουδάσουν. Το ατομικό συμφέρον δεν παραγκωνίζει απλώς το συλλογικό: κυριολεκτικά το εκμηδενίζει. Από τον φοιτητή που ονειρεύεται να γίνει ο νέος Στηβ Τζομπς, μέχρι αυτόν που προσπαθεί απλώς «να πάρει ένα χαρτί» για να μπει στο δημόσιο, η εξατομίκευση αναγορεύει την καριέρα σε μοναδικό στόχο της εκπαίδευσης.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα προσφέρει η εξέλιξη των κτηνιατρικών σχολών κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Προσανατολισμένες, αρχικά, στην κτηνοτροφία και τη διατροφική επάρκεια της χώρας, κατέληξαν σταδιακά, από τη δεκαετία του ’90, να επικεντρωθούν στα κατοικίδια ζώα, τα πετ σοπ και… το χρήμα. Το παράδειγμα αυτό είναι ενδεικτικό της διολίσθησης της ελληνικής κοινωνίας στον καταναλωτισμό και τον ατομισμό της «μαζικής δημοκρατίας». Η εκπαίδευση όχι μόνο δεν έμεινε αμέτοχη σε αυτή την εξέλιξη, αλλά έπαιξε καθοριστικό ρόλο (αντίστοιχο του έτερου φορέα μαζικής διαμόρφωσης της κοινωνίας -της ιδιωτικής τηλεόρασης). Το περιεχόμενο της εκπαίδευσης δεν καθορίζεται πλέον από το δημόσιο συμφέρον, αλλά από το ιδιωτικό συμφέρον των εμπλεκόμενων ατόμων (διδασκόντων και διδασκομένων). Σήμερα, βέβαια, που η χώρα αντιμετωπίζει το φάσμα της κατάρρευσης, οι συνέπειες της εξέλιξης αυτής είναι προφανείς. Οι κτηνιατρικές σχολές τι συνεισφορά μπορούν να έχουν στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και την εξασφάλιση διατροφικής αυτάρκειας; Η επαγγελματική αποκατάσταση των πτυχιούχων κτηνιάτρων πώς μπορεί να εξασφαλιστεί σε μία διαλυμένη οικονομία, αν όχι με τη… μαζική μετανάστευση;

* * *
Το φιλελεύθερο αυτό μοντέλο λειτούργησε απρόσκοπτα τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, την εποχή, δηλαδή, του σημιτικού εκσυγχρονιστικού «θαύματος». Η άνοδος του βιοτικού επιπέδου, η αύξηση της κατανάλωσης και η στροφή της οικονομίας στις υπηρεσίες ευνόησαν αυτήν τη μετάλλαξη. Σήμερα, που το παρασιτικό αυτό μοντέλο καταρρέει, εμφανίζεται και η γύμνια του εκπαιδευτικού συστήματος. Η λογική και αναπόφευκτη κατάληξη της «ιδιωτικοποίησης» της κοινωνίας, σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, δεν είναι άλλη από τη μαζική φυγή των μορφωμένων νέων στο εξωτερικό. Σε αντίθεση με παλαιότερες εποχές, όπου η μετανάστευση ήταν η τελευταία επιλογή ανθρώπων με σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης, σήμερα βλέπουμε νέους από ευκατάστατα στρώματα του πληθυσμού να επιλέγουν την καριέρα στις πλούσιες χώρες της Δύσης, ως προτιμότερη επιλογή από τον συμβιβασμό με τα χαμηλότερα στάνταρ (οικονομικά, επιστημονικά και πολιτισμικά) που μπορεί να τους προσφέρει η χώρα τους. Η περίφημη σύνδεση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με την «αγορά» ευνοεί αυτή τη διέξοδο, καθώς στις μέρες μας η επαγγελματική αποκατάσταση δεν έχει γεωγραφικά όρια: Η «διαρροή εγκεφάλων» δεν είναι αποτέλεσμα των όποιων δυσλειτουργιών της μίζερης Ψωροκώσταινας. Δεν είναι απότοκο του «κακού Δημοσίου» και της «έλλειψης ευκαιριών». Είναι δομικό στοιχείο της παγκοσμιοποίησης.
Η μαζικότητα του φαινομένου αυτού δυναμιτίζει από μόνη της τα ηθικά θεμέλια της δημόσιας εκπαίδευσης. Ποιος ο λόγος να φροντίζει η ελληνική κοινωνία για την κατάρτιση των αυριανών επιστημόνων του Λονδίνου, του Βερολίνου και του Άμστερνταμ; Γιατί να χρηματοδοτούν οι πολίτες αυτής της χώρας την καριέρα κάποιου αυριανού πολίτη της Αγγλίας και των Η.Π.Α.;
Σε τέτοιες συνθήκες, το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα καθίσταται μονόδρομος για το εκπαιδευτικό σύστημα – όχι πια ως αυταρχική επιβολή «από τα πάνω», αλλά ως αναπόφευκτη κατάληξη «από τα κάτω». Διότι μόνον ο φιλελευθερισμός, σαν πρακτική, αλλά και σαν ιδεολογία, έχει στο επίκεντρο την εξυπηρέτηση του ατομικού συμφέροντος και μόνο. Κάθε άλλη θεωρία-ιδεολογία-σύστημα προτάσσει ένα αναπόφευκτο συλλογικό «εμείς», το οποίο σήμερα θεωρείται, στην καλύτερη περίπτωση, οπισθοδρομικό και… αντιπαραγωγικό. Είναι προφανές, για παράδειγμα, πως όσοι έχουν εσωτερικεύσει τη φιλελεύθερη ωφελιμιστική ιδεολογία, δεν θα μπορούσαν παρά να μειδιούν περιφρονητικά σε εκκλήσεις όπως η παρακάτω, του πατρο-Κοσμά Αιτωλού: «Χρέος ἔχουν ἐκεῖνοι ὁποῦ σπουδάζουν, να μὴ τρέχουν εἰς ἀρχοντικὰ καὶ αὐλὰς μεγάλων καὶ να ματαιώνωσι τὴν σπουδὴν τους, διὰ νὰ ἀποκτήσουν πλοῦτον καὶ ἀξιώματα, ἀλλὰ νὰ διδάσκωσι μάλιστα τὸν κοινὸν λαόν, ὁποῦ ζῶσι μὲ πολλὴν ἀπαιδευσίαν καὶ βαρβαρότητα».
Οι νεοφιλελεύθεροι διανοούμενοι αντιλαμβάνονται τις κοινωνικές και ιδεολογικές συνεπαγωγές της διαρροής εγκεφάλων και γι’ αυτό την επικροτούν. Αποστρέφονται ακόμη και τη λέξη «μετανάστευση», την οποία θεωρούν παρωχημένη και την αντικαθιστούν με διάφορους αξιολογικά ουδέτερους όρους, όπως η «γεωγραφική κινητικότητα», η «μετακίνηση εργατικού δυναμικού», και η περίφημη «ευελιξία στην αγορά εργασίας», τις οποίες καλλωπίζουν περαιτέρω με όλα τα ιδεολογικά στολίδια του κοσμοπολιτισμού και του πολυπολιτισμού.
Η εφημερίδα Καθημερινή έχει καθιερώσει μια μόνιμη στήλη στο εβδομαδιαίο περιοδικό «Κ», στην οποία καταξιωμένοι Έλληνες επιστήμονες στις ΗΠΑ και την Ευρώπη περιγράφουν τις ευνοϊκές συνθήκες που επικρατούν στο εξωτερικό, ελεεινολογώντας παράλληλα την Ψωροκώσταινα, που δεν μπορεί να προσφέρει στους νέους της ανάλογες ευκαιρίες. Οι απαντήσεις τους στο ερωτηματολόγιο του περιοδικού είναι τόσο προβλέψιμες, κοινότοπες και αφελείς, βασική συνέπεια της ακραίας εξειδίκευσης που προωθεί η σύγχρονη κοινωνία, που θα δυσκολευόμασταν να ακούσουμε ανάλογές τους, ως και στο τελευταίο καφενείο της χώρας: Το ελληνικό κράτος υπολειτουργεί, οι νέοι επιστήμονες δεν βρίσκουν εδώ ευκαιρίες ακαδημαϊκής καριέρας, στο εξωτερικό υπάρχει αξιοκρατία, σπουδαίες ευκαιρίες στην έρευνα κ.λπ κ.λπ.
Λες και ήταν ποτέ δυνατόν η Ελλάδα να ανταγωνιστεί τα ερευνητικά ιδρύματα των Η.Π.Α. και της Δυτικής Ευρώπης και μάλιστα σε όλα τα επιστημονικά πεδία ταυτόχρονα! Καταλήγουν δε, στις συνεντεύξεις αυτές, στο ότι θα επιθυμούσαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα, όχι, βέβαια, αν αυτή χρειαστεί τις γνώσεις και τις ικανότητές τους, αλλά μόνο αν μπορέσει να τους προσφέρει ανάλογες ευκαιρίες καριέρας με το εξωτερικό. Όταν, δηλαδή, φτιάξει η Ελλάδα… Σίλικον Βάλεϊ. Λες και το πρόβλημα, π.χ., της φυγής των νέων φυσικών από τη χώρα, είναι η αδυναμία του κακορίζικου ελληνικού Δημοσίου να φτιάξει μια ελληνική… ΝΑSA, με τους πόρους, τους μισθούς και τις ακαδημαϊκές ευκαιρίες που προσφέρει το διαστημικό πρόγραμμα των Η.Π.Α. Βλέπουμε και εδώ την εσωτερίκευση της φιλελεύθερης ιδεολογίας που αναφέραμε στην αρχή του άρθρου: Στη σκέψη τους, το συλλογικό συμφέρον δεν νοείται αυτόνομα από το ιδιωτικό, παρά είναι ένα αναπόφευκτο παρακολούθημά του.
* * *
Όσοι περίμεναν κάτι διαφορετικό από τη νέα κυβέρνηση των Σύριζα-Ανέλ μάλλον απογοητεύτηκαν. Το νομοσχέδιο για την Παιδεία ήταν από τα πρώτα που κατατέθηκαν, χωρίς όμως την παραμικρή μέριμνα για τα ζητήματα που θίγουμε σε αυτό το άρθρο. Το ενδιαφέρον του υπουργείου εξαντλείται, λίγο πολύ, στην εξυπηρέτηση της κομματικής πελατείας. Άλλωστε, το στελεχιακό δυναμικό της Αριστεράς απασχολείται προνομιακά στον χώρο της εκπαίδευσης. Ήταν, λοιπόν, λογικό να σπεύσει η κυβέρνηση να τακτοποιήσει τις ανάγκες τους. Η εξυπηρέτηση της κομματικής πελατείας έφτασε σε τέτοιο σημείο, ώστε από το νομοσχέδιο για την αξιολόγηση που έθεσε τον Ιούλιο για δημόσια διαβούλευση η κυβέρνηση, να εξαιρούνται οι δάσκαλοι και οι καθηγητές! Έχουμε απλώς μια προσπάθεια επαναφοράς του μεταπολιτευτικού «συστήματος Πασόκ», απέναντι στις νεοφιλελεύθερες μνημονιακές επεμβάσεις. Η συζήτηση, δηλαδή, εξακολουθεί να ορίζεται από το αριστεροκρατικιστικό, «δώσε και μένα, μπάρμπα», και το δεξιοφιλελεύθερο, «δώσε και μένα, uncle». Το μόνο όραμα που είχε να προσφέρει η Αριστερά στο θέμα της εκπαίδευσης ήταν η επιστροφή στη μακάρια εποχή του… Πασόκ.
Όμως, η κυβέρνηση αυτή πήγε ένα βήμα παραπέρα, θίγοντας το ζήτημα της ελληνικής ιθαγένειας. Καθώς η παιδεία παίζει κύριο ρόλο στη διαμόρφωση της συλλογικής μας ταυτότητας, θα περίμενε κανείς να ανοίξει ένας σχετικός διάλογος με αφορμή το νομοσχέδιο αυτό. Ποια στοιχεία συγκροτούν την ελληνική ταυτότητα και ιδιοπροσωπία και πώς μπορεί η εκπαίδευση να συμβάλει στην ενίσχυσή τους; Ποιες αξίες, ποιο ήθος, ποια στοιχεία του πολιτισμού και της ιστορίας μας πρέπει να διδάσκονται, όχι μόνο στους Έλληνες, αλλά και στους ξένους που επιθυμούν να συνδέσουν τη μοίρα τους με τη μοίρα αυτού του τόπου, να μείνουν εδώ και να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια; Πώς θα μπορέσει ο θεσμός της εκπαίδευσης να συμβάλει στην υιοθέτηση της ελληνικής ταυτότητας από τα παιδιά των αλλοδαπών που γεννιούνται και μεγαλώνουν στη χώρα μας; Πώς προωθείται η δημόσια αρετή και η πολιτική αγωγή; Φυσικά, ένας τέτοιος διάλογος δεν έγινε ποτέ. Η μόνη ταυτότητα που προωθείται, σε Έλληνες και ξένους, είναι αυτή του παγκόσμιου πολίτη-καταναλωτή. Το νομοσχέδιο για την ιθαγένεια, άλλωστε, δεν έθεσε καν ως όρο την παρακολούθηση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Αρκεί η εγγραφή στο σχολείο. Αποσυνδέεται έτσι η έννοια του έθνους από οποιοδήποτε πολιτισμικό και ιστορικό υπόβαθρο και μένει ένα γραφειοκρατικό τσόφλι, ένα προνομιούχο «χαρτί» που απονέμει το εκάστοτε κράτος στους υπηκόους του.
Σήμερα, που η οικονομική και κοινωνική κατάρρευση επιταχύνεται, δεν έχουμε την πολυτέλεια να συνεχίζουμε τον διάλογο για την παιδεία με τον τρόπο που γινόταν κατά τη μεταπολίτευση. Μία χώρα σε παρακμή, που βιώνει κοινωνικά, οικονομικά, πολιτισμικά και δημογραφικά αδιέξοδα, δεν έχει την πολυτέλεια ατομικιστικών, ηδονιστικών και καταναλωτικών ιδεολογιών και συμπεριφορών. Χρειάζεται ένα συνολικό όραμα για το μέλλον και συλλογικά προτάγματα για να το πραγματοποιήσουν. Ο αποτυχημένος μεταπολιτευτικός κρατισμός, που αντιμετωπίζει τον δημόσιο χώρο ως κομματικό-ψηφοθηρικό κουμπαρά, προφανώς και δεν μπορεί να προστατεύσει τη δημόσια παιδεία από την απαξίωση και τη διάλυση. Η ένταση της φτώχειας και των ανισοτήτων που φέρνει το τρίτο μνημόνιο προοιωνίζονται ένα πεδίο εφιαλτικό. Η ταξικότητα της εκπαίδευσης θα αυξηθεί, η πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια θα απαξιωθούν περαιτέρω και το πανεπιστήμιο θα καταστεί, για τα κατώτερα στρώματα, μια περιττή πολυτέλεια.
Ο μόνος τρόπος να θωρακιστεί η παιδεία από τη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα είναι να δομηθεί με βάση τις συλλογικές ανάγκες τις κοινωνίας και των ατόμων-πολιτών, κόντρα, τόσο στις ωφελιμιστικές ανάγκες της «αγοράς» και των ατόμων-καταναλωτών όσο και στις πελατειακές ανάγκες του πολιτικού συστήματος και των ατόμων-ψηφοφόρων. Αλλιώς, η απαξίωση και η εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης, καθώς και η αποεθνικοποίηση και αποκοιωνικοποίηση της νέας γενιάς, είναι αναπόφευκτες, είτε μπουν από την πόρτα, είτε από το παράθυρο.
Ανάρτηση από: http://ardin-rixi.gr