Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Ο κοινοτισμός στον αστερισμό των νεοελληνικών πολιτικών ιδεών

Του Μελέτη Μελετόπουλου* από το Άρδην τ. 93
Στον κατάσπαρτο, χωρίς συνοχή και ευθείες γραμμές, χώρο των νεοελληνικών πολιτικών ιδεών, εμφανίσθηκε δυναμικά η κοινοτική πρόταση στο πρόσωπο του μοναχικού στοχαστή Ίωνος Δραγούμη και του συνοδοιπόρου του, Περικλή Γιαννόπουλου. Στην σύνθετη και αντιφατική σκέψη του Δραγούμη, ο κοινοτισμός συνυπάρχει με άλλα ετερογενή στοιχεία, όπως είναι ο δημοτικισμός, ο εθνικισμός και ο κοσμοπολιτισμός, ταυτόχρονα. Ο δραγουμικός κοινοτισμός είναι συντηρητικός, ρομαντικός, προβιομηχανικός∙ άλλοτε συνάδει και άλλοτε όχι με τα άλλα μέρη της πολιτικής του σκέψης. Ο δημοτικισμός και ο κοινοτισμός του, π.χ., έχουν ως κοινό παρονομαστή την αγάπη για την γνήσια και αυθεντική έκφραση του λαού, διότι πρόκειται για την πανάρχαιη γλωσσική του έκφραση και για την εξίσου πανάρχαιη θεσμική του έκφραση. Ο Δραγούμης δεν αναπτύσσει τις κοινοτικές του ιδέες με την ακριβή γλώσσα του πολιτειολόγου, αλλά με την γλαφυρότητα του λάτρη της αγροτικής κοινωνίας, του λογοτέχνη, του αισθητικού και του περιηγητή.
Ο κοινοτισμός του Δραγούμη δεν είναι επαναστατικός, δεν προτείνει δηλαδή την υλοποίηση κάποιας ουτοπίας. Είναι μάλλον συντηρητικός, διότι, σε εποχή που οι κοινότητες ήταν η ζώσα κοινωνιολογική πραγματικότη­τα του Ελληνισμού, ιδίως του τουρκοκρατούμενου και του απόδημου, ο Δραγούμης πρότεινε την αναγνώρισή τους από το κράτος και την ανακοπή της βαθμιαίας αποδόμησής τους.
Σε αντίθεση με τον σοσιαλισμό, τον μαρξισμό, τον ιδεαλισμό και τις άλλες δυτικής προέλευσης θεωρίες, ο κοινοτισμός υπήρξε λοιπόν αυθεντικό προϊόν, που συνελήφθη σε οργανική συνάφεια με το ελληνικό κοινωνιολογικό παρελθόν και την πραγματικότητα της ελληνικής υπαίθρου, της διασποράς και των τουρκοκρατούμενων ελληνικών χωρών. Ο Δραγούμης, κατά την μακεδονική του θητεία, έζησε και έδρασε στα πλαίσια των κοινοτήτων και βίωσε την έμπρακτη καθοριστική συμβολή τους στην επιβίωση του χειμαζόμενου Ελληνισμού, καθώς και τις αδυναμίες τους.
Οι Μαλούχος και Καραβίδας μελέτησαν, αντιθέτως, τον κοινοτικό θεσμό, όταν η Μακεδονία είχε ήδη απελευθερωθεί και το ελληνικό κράτος, με τον θεσμικό του εξοπλισμό, λειτουργούσε ως ολετήρας εις βάρος των τοπικών κοινοτήτων.
Η κοινοτική αντίληψη του Δημοσθένη Δανιηλίδη, αντιθέτως, υποστασιακά ανάγεται στην καταγωγή του σπουδαίου κοινωνιολόγου από το Προκόπι της μακρινής Καππαδοκίας, την κοινότητα που ο ίδιος προσπάθησε αργότερα να ανασυγκροτήσει στην Εύβοια ως αυτόνομη οικονομική-πολιτιστική οντότητα, με το ίδρυμα «Άγιος Ιωάννης ο Ρώσσος». Ο Δανιηλίδης είχε, ταυτόχρονα, άμεση εμπειρία και των ελληνικών κοινοτήτων της ευρωπαϊκής διασποράς, στις οποίες έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του.
Υπάρχουν, ωστόσο, μεταξύ τους εκλεκτικές συγγένειες και αλληλεπιδράσεις. Αμυδρά μπορεί κανείς να διακρίνει μια ιδεολογική γραμμή, που αρχίζει από τον Ίωνα Δραγούμη και τον Περικλή Γιαννόπουλο, συνεχίζει με τον Κωνσταντίνο Καραβίδα, που πρωτοεμφανίζεται στην Πολιτική Επιθεώρηση του Δραγούμη, προχωρεί με τον Ντίνο Μαλούχο, διευθυντή της Κοινότητας, στενό φίλο και μαθητή του Καραβίδα, και συμπληρώνεται με τον επίσης φίλο του Καραβίδα, Δανιηλίδη, ιστορικό και κοινωνιολογικό αναλυτή των κοινοτικών θεσμών. Ο πυρήνας του κοινοτισμού παραμένει, φυσικά, το δίδυμο Καραβίδα-Μαλούχου, ιδίως ο πρώτος. Παρά ταύτα, δεν επιχειρείται να συναχθεί, στα πλαίσια αυτής της εργασίας, μια μεγαλύτερη συγγένεια και αλληλεπίδραση από αυτήν που συνάγεται από τα πράγματα.
Γενικά και κατ’ αρχήν, το κοινοτικό πλέγμα δεν εντάσσεται στις κατηγορίες των εισαγόμενων θεωριών –από τις οποίες βρίθει ο ελληνικός πνευματικός κόσμος, από την εποχή που έπαψε να διαδραματίζει παγκόσμιο ηγετικό πολιτικό και πολιτιστικό ρόλο, δηλαδή περίπου από την εποχή της Αλώσεως. Αυτή είναι, πιθανότατα, η σημαντικότερη ποιοτική διαφορά του κοινοτισμού από τα άλλα ιδεολογικά κινήματα και τα θεωρητικά συστήματα που αναπτύχθηκαν στην Ελλάδα, από τα τέλη του 19ου αιώνα ως τις ημέρες μας.
Οι κοινοτιστές, μάλιστα, τονίζουν οι ίδιοι αυτήν τη διαφορά, αποκηρύσσοντας τις εισαγόμενες πολιτικές ιδέες ως προϊόντα στείρου και άκριτου μιμητισμού και πνευματικής υποτέλειας έναντι της Δύσης, άλλωστε ανεφάρμοστες στην όλως ιδιότυπη ελληνική δομή. Θεωρούν δε πως οι επιπτώσεις αυτού του άκριτου μιμητισμού είναι ο ιδεολογικός αποπροσανατολισμός των Ελλήνων και η απομάκρυνσή τους από τον μόνο δρόμο που μπορεί να έχει κάποιες ρεαλιστικές πιθανότητες επιτυχίας στο πρόβλημα της νεοελληνικής υπανάπτυξης, καχεξίας και εξάρτησης.
Το έργο του Δραγούμη βρίθει εξωτερικών επιδράσεων, π.χ. από τον Nietzsche, τον Stirner, τον Barrés κ.ά. Ειδικότερα, στο ζήτημα του κοινοτισμού του, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε αχνά επίδραση του ρομαντισμού και της γαλλικής αντεπαναστατικής-μεταβιομηχανικής σκέψης. Στην σκέψη του Μαλούχου διακρίνουμε επιδράσεις του μαρξισμού, όχι μόνον στην επιστημολογική προσέγγιση, αλλά περισσότερο στην επαναστατική σύλληψη του οράματος καθώς και στην υποτιθέμενη γραμμική αντίληψη της ιστορίας προς τον κοινοτισμό, ο οποίος θα αποτελέσει «το τελικό στάδιο» της κοινωνικής εξέλιξης. Ο Δανιηλίδης, επηρεασμένος ως έναν βαθμό από την γερμανική γεωπολιτική θεωρία του Μεσοπολέμου, ανέλυσε την κοινότητα υπό γεωοικονομικό πρίσμα. Γεωπολιτικές επιδράσεις ανιχνεύονται και στο έργο του Καραβίδα.
Η επιθετικότητα του Καραβίδα έναντι πάσης αλλοδαπής θεωρίας θα μπορούσε, σε μια πρώτη ανάγνωση, να εκληφθεί ως πνευματικός επαρχιωτισμός, εάν δεν οφειλόταν στην πεισματική αναγωγή της επιστημονικής του προσέγγισης στα εγχώρια δεδομένα και στην πολύτιμη και διδακτική εμπειρία του ημέτερου κοινοτικού παρελθόντος. Άλλωστε, στα έργα του, είναι φανερή η ενημέρωσή του για τα διεθνή ρεύματα. Σημαντικότατη, παρά ταύτα, είναι η επίδραση του αρχαίου κόσμου στην σκέψη του Καραβίδα και ιδίως το πολιτειακό πρότυπο του αρχαίου άστεως.
Το συμπέρασμα είναι ότι ο κοινοτισμός δεν είναι άμοιρος εξωτερικών επιδράσεων, γεγονός άλλωστε αναπόφευκτο στην Ιστορία των Ιδεών, αλλά ο βαθμός πρωτοτυπίας και αυτονομίας του υπερτερεί έναντι του βαθμού προσδιορισμού του από ξένα κέντρα.
Ενδιαφέρον, εξ άλλου, παρουσιάζει η σχέση του κοινοτισμού με τον μεσοπολεμικό αγροτισμό. Ο αγροτισμός εμφανίσθηκε στην Ευρώπη ως αυτοτελές πολιτικό ρεύμα ή συνιστώσα πολιτικών ρευμάτων, κατά τις τέσσερις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, μέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Απουσιάζουν συνθετικές μελέτες τόσο για την εξέλιξη του αγροτισμού ως ιδεολογικού ρεύματος στην Ελλάδα, όσο και για την πολιτική οργάνωση του αγροτικού χώρου, αν εξαιρέσει κανείς τις αναλύσεις του Κ. Βεργόπουλου.
Ο αγροτισμός δεν απέκτησε ποτέ στην Ελλάδα συστηματικό χαρακτήρα. Από την αρχή του 20ού αιώνα εμφανίζονται διάφορες προσωποπαγείς αγροτικές κινήσεις γεωπόνων ή αγροτιστών ιδεολόγων και πολιτευτών. Κατά τον Μεσοπόλεμο, δημιουργούνται αγροτικά κόμματα, είτε αυτόνομα είτε ως συνιστώσες αστικών κομμάτων, όπως ήταν το Εργατοαγροτικό Κόμμα του Αλέξανδρου Παπαναστασίου. Κατά την δεκαετία 1920-30, την «χρυσή δεκαετία» του αγροτικού κινήματος, γίνονται απόπειρες θεωρητικής θεμελίωσης του αγροτισμού ως τρίτης κατάστασης ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό, καθώς και, ταυτόχρονα, οι πρώτες διατυπώσεις αγροτικών προγραμμάτων και συστηματικής αγροτικής πολιτικής. Αλλά, πολλές από αυτές ήσαν απομιμήσεις ξένων προτύπων ή είχαν επιφανειακό χαρακτήρα. Έτσι, στα πλαίσια του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδος, που ιδρύθηκε στα 1923, και πολυδιασπαζόμενο και επανενωνόμενο, επέζησε μέχρι το 1936, κινήθηκαν οι Χ. Ευελπίδης, Α. Μυλωνάς, Β. Πάνου, Δ. Πουρνάρας, Δ. Χατζηγιάννης και Ι. Σοφιανόπουλος. Κυρίαρχη μορφή στον χώρο αναδεικνύεται εξ άλλου ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, που μετονόμασε την Δημοκρατική Ένωσή του σε Αγροτικόν και Εργατικόν Κόμμα, προερχόταν δε από τον βενιζελικό χώρο, όπως και ο άλλος ηγέτης του χώρου, Α. Μυλωνάς. Κάποιες αγροτοσοσιαλιστικές κινήσεις, που εξελίχθηκαν σε δορυφόρους και υποχείρια του ΚΚΕ, αναπτύχθηκαν κατά την δεκαετία του 1930, σε οξύτατη αντιπαράθεση με τις βενιζελογενείς-συντηρητικές αγροτικές κινήσεις, τις οποίες οι πρώτες χαρακτήριζαν ως «αγροτοφασιστικές». Πρέπει, τέλος, να συμπεριληφθούν στο αγροτικό πανόραμα οι συνεταιριστικές αγροτικές κινήσεις, με αιτήματα την αποκατάσταση των ακτημόνων ή την επιβολή κατώτατων τιμών στα αγροτικά προϊόντα, οι οποίες αναπτύχθηκαν κυρίως στις Νέες Χώρες, Θεσσαλία και Επτάνησα.
Μέσα σε αυτήν την πανσπερμία, η παρουσία των κοινοτιστών προσλαμβάνει έντονη πολιτική διάσταση μόνον την περίοδο 1922-1924, κατά την έκδοση του περιοδικού Κοινότης, όπου μάλιστα οι Καραβίδας-Μαλούχος συμπλέουν με πλειάδα άλλων αγροτιστών-κοινοτιστών, ως επί το πλείστον γεωπόνων. Στην φάση αυτή έγινε και η μοναδική —και αποτυχημένη— προ­σπάθεια σύνδεσης των κοινοτιστών με ευρύτερες κινήσεις, π.χ. με την κίνηση του Α. Παπαναστασίου. Αυτά όλα δεν ευοδώθηκαν: η Κοινότης έκλεισε, ο Μαλούχος πέθανε πρόωρα, ο Καραβίδας αυτοαπομονώθηκε και οδηγήθηκε σε μια ασκητική ζωή ερευνητή και δημοσίου υπαλλήλου, προσπαθώντας να επιτύχει μέσω του κράτους (και συγκεκριμένα της Αγροτικής Τραπέζης) ό,τι δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει μέσω της πολιτικής. Αλλά ο κοινοτισμός, ιδιαίτερα του Καραβίδα, διαφέρει και στην ουσία του από την ευρύτερη αγροτική μεσοπολεμική κίνηση: δεν αποτελεί ερμηνεία και πρόταση ανασύνταξης της αγροτικής μόνον κοινωνίας, αλλά συνολικά του νεοελληνικού βίου. Μάλιστα, ο Καραβίδας αρνείται ότι η αγροτική κοινωνία στην Ελλάδα έχει αμιγώς αγροτικά χαρακτηριστικά και επισημαίνει τον μεικτό της χαρακτήρα και την μικροαστική της υφή. Αφετηρία της σκέψης του είναι ο πρωτογενής τομέας, αλλά μέλημά του η συνολική κοινωνία. Όπως, εξ άλλου, επισημαίνει και ο ίδιος, οι ιδέες του διαφέρουν ριζικά από τις ιδέες των διαφόρων συνεταιριστών, αγροτιστών κ.λπ. του Mεσοπολέμου και ως προς τούτο: ότι αυτές χαρακτηρίζονται από την αντιγραφή δυτικών αγροτικών θεωριών και προτύπων, ενώ η σκέψη του Καραβίδα και οι προτάσεις του απορρέουν από αυθεντική ανάγνωση της ελληνικής πραγματικότητας και ιστορικής εξέλιξης.
Τα βαθύτερα κοινωνιολογικά αίτια της μη απήχησης και του περιθωριακού χαρακτήρα του κοινοτικού κινήματος των Καραβίδα-Μαλούχου έχει άμεση σχέση με τον κοινωνικό μετασχηματισμό της Ελλάδας κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου και, πιο συγκεκριμένα, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Η έλευση ενός και ημίσεος εκατομμυρίου προσφύγων αποτέλεσε για την ελληνική οικονομία προϋπόθεση για την ανάπτυξη προβιομηχανικών νησίδων και την μεταμόρφωση των υπαρχουσών πόλεων σε μαζικότερα αστικά κέντρα. Το κέντρο βάρους επομένως μετατοπίστηκε στο αστικό πεδίο. Σε ιδεολογικό επίπεδο, η Μικρασιατική Καταστροφή επίσης αποδυνάμωσε την κοινοτική προοπτική, αφού η προλεταριοποίηση των προσφύγων αποτέλεσε πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη των μαρξιστικών ιδεών.
Η παραδοσιακή δεξιά, εκφραστής της κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας του 19ου αιώνα, δεν ήταν επίσης δυνατόν να δεχθεί την κοινοτική ιδέα, διότι στην φάση Μαλούχου-Καραβίδα αυτή είχε συνδεθεί με μια επαναστατική μορφή άμεσης δημοκρατίας, που δεν συνήδε με τον αγροτικό πατερναλισμό και τα πελατειακά δίκτυα. Ακόμη και ο συντηρητικός κοινοτισμός του Δραγούμη δεν έγινε αντιληπτός και δεν αφομοιώθηκε από τον μαχόμενο αντιβενιζελισμό, στις παρυφές του οποίου πολιτεύθηκε ο Ίων Δραγούμης. Εκτός αυτού, ο αντιβενιζελισμός, παρά τον φιλοαγροτικό λαϊκισμό του, προσχώρησε τελικώς στην λογική της καπιταλιστικού τύπου ανάπτυξης, τουλάχιστον όπως αυτή, μεταπρατικά και διαπλεκόμενη με την πολιτική εξουσία, οικοδομήθηκε στην νεώτερη Ελλάδα.
Ο βενιζελισμός, αστίζων στην κοινωνιολογική συγκρότηση του στελεχικού δυναμικού του, πατερναλιστικός έναντι των εργατών και των αγροτών και, προπαντός, υπέρμαχος του ισχυρού συγκεντρωτικού κράτους, δεν μπορούσε να συμβαδίσει με την κοινοτική λογική. Η ίδια η θυελλώδης και βουλησιαρχική προσωπικότητα του Βενιζέλου ήταν ξένη προς την συλλογική, μακροπρόθεσμη, «ταπεινωτική» για τα διογκωμένα «εγώ» κοινοτική αντίληψη.
Και οι δύο μεγάλοι αντίπαλοι πολιτικοί συνασπισμοί είχαν, εξ άλλου, ισχυρούς δεσμούς εξάρτησης και συνεργασία με τις Μεγάλες Δυνάμεις, ώστε μια κοινοτική αντίληψη άμεσης δημοκρατίας και λήψης αποφάσεων από την βάση να μην συμβιβάζεται με τους ποικίλους μηχανισμούς ελέγχου της κοινής γνώμης, που οι κοινοβουλευτικές ή, εξίσου συγκεντρωτικές, εξωκοινοβουλευτικές λύσεις εξασφάλιζαν.
Αλλά και το ίδιο το πελατειακό σύστημα, κοινός παρονομαστής των δύο μεγάλων παρατάξεων, υπήρξε ο μεγάλος εχθρός του κοινοτισμού και βασικό εμπόδιο στην αφομοίωση ή στην συνεργασία του με το πολιτικό κατεστημένο.
Τα γνωρίσματα αυτά χαρακτήριζαν, όμως, και τα μικρότερα κόμματα, ακόμη και αυτά που παρουσίαζαν κάποιες επιφανειακές συγγένειες με τον κοινοτισμό, λ.χ. τα «αγροτικά» ή «εργατοαγροτικά» των βενιζελογενών Παπαναστασίου, Μυλωνά, Σοφιανόπουλου κ.ά. Τα μικρά αυτά κόμματα λειτουργούσαν συμπληρωματικά προς το βενιζελικό-αντιβενιζελικό κατεστημένο, ως δικλείδες ασφαλείας ή και μηχανισμοί ενσωμάτωσης των πιο εξωσυστημικών κοινωνικών ομάδων στο πολιτικό σύστημα (π.χ. προσφύγων ή κατοίκων της υπαίθρου των Νέων Χωρών).
Στην ουσία, η μόνη πολιτική δύναμη που θα μπορούσε να προβάλει ή και να επιβάλει δυναμικά μια κοινοτική προοπτική ήταν η επαναστατική Αριστερά της περιόδου 1940-45, εφ’ όσον η κοινωνική της βάση ήταν πιο κοντά στην κοινοτική λογική, αλλά η ιδεολογική της συγκρότηση, η ολοκληρωτική και αυταρχική σταλινική δομή της και οι διεθνείς της εξαρτήσεις το απέκλειαν.
Η σφοδρή εξάλλου σύγκρουση της Αριστεράς με τις αντιμαρξιστικές πολιτικές δυνάμεις οδήγησε σε πόλωση και εξαφάνισε κάθε «τρίτη λύση», όπως ήταν ο κοινοτισμός και άλλες ανεξάρτητες πολιτικές δυνάμεις και προσωπικότητες με προϋποθέσεις μεγαλύτερης απήχησης, π.χ. ο Ιωάννης Σοφιανόπουλος ή ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Έτσι, οι επιδράσεις του κοινοτισμού αφορούσαν μεμονωμένες περιπτώσεις και προσδιορίστηκαν περισσότερο από διαπροσωπικές σχέσεις ή προσωπικότητες της πολιτικής και του πνεύματος, που εκτιμούσαν μεν, αλλά δεν προσχωρούσαν.
Άρα, παρά την πληθώρα των προσώπων που εκτιμούσαν και, ιδιωτικά ή δημόσια, αποδέχονταν ή συμπαθούσαν τις κοινοτικές ιδέες, αυτό ουσιαστικά δεν σήμαινε τίποτε για την ιδεολογική και πολιτική διάρθρωση της μεσοπολεμικής και μεταπολεμικής Ελλάδας. Κορυφαίο παράδειγμα ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, πρόεδρος της Επιτροπής Επανεκδόσεως των έργων του Κων. Καραβίδα το 1975. Η ιδιότυπη κοινοτική του αντίληψη ήταν περισσότερο προσδιορισμένη από τον Tonnies, τον Smallenbach, αλλά και τον Stefan George. Αλλά ο Κανελλόπουλος ουδόλως προήγαγε πολιτικά τον κοινοτισμό, διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε την ρήξη του με τους υπάρχοντες μηχανισμούς εξουσίας.
Η επίδραση που άσκησε ο Δραγούμης αφορούσε περισσότερο την εθνική σκέψη του και όχι τον κοινοτικό προβληματισμό του. Ο Μαλούχος έμεινε ουσιαστικά άγνωστος, ενώ ο Καραβίδας γνώρισε μεγαλύτερη δημοσιότητα κυρίως μετά τον θάνατό του, λόγω της οξυδερκούς κοινωνιολογικής του ανάλυσης και της κοινωνικοανθρωπολογικής του μεθοδολογίας, ενώ η πολιτική του δεοντολογία, διάχυτη σε ολόκληρο το έργο του, είτε αγνοήθηκε είτε παρασιωπήθηκε ή παρεξηγήθηκε.
* Απόσπασμα από το βιβλίο του Κοινοτισμός, Το έργο του Κωνσταντίνου Καραβίδα και οι συγγενείς προσεγγίσεις, Εναλλακτικές εκδόσεις, 2013, σσ. 395-401.
Ανάρτηση από: http://ardin-rixi.gr