Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Αμερικάνικη «τραμπάλα»

Του Προκόπη Μπίχτα

Η πρόσφατη επίθεση των ΗΠΑ κατά της Συρίας παραβαίνει κάθε κανόνα του Διεθνούς Δικαίου και αποτελεί επίθεση στο σύνολο του αγωνιζόμενου συριακού λαού.
Είτε με Τραμπ είτε με Κλίντον είτε με Ομπάμα,  η εξωτερική πολιτική του αμερικανικού κατεστημένου δεν επιφυλάσσει τίποτα καλό για τους λαούς. Συνεπώς το να ελπίζει οποιοδήποτε σε μια «καλή Αμερική» αγγίζει πλέον τα όρια του παραλόγου.

Η σχετικά πρόσφατη εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ, σηματοδοτεί προσπάθεια αλλαγής στον τρόπο που, σήμερα, αναπαράγεται το αμερικανικό κεφάλαιο συνολικά καθώς και αποκατάστασης των ισορροπιών μεταξύ των διαφόρων μερίδων του αμερικανικού Α.Σ.Ε. Ο σκοπός των συμφερόντων που ανέδειξαν τον Τραμπ ως πρόεδρο των ΗΠΑ είναι αφ’ ενός να περιοριστεί η δύναμη του χρηματικού κεφαλαίου (όχι του χρηματιστικού) και αφ’ ετέρου να μειωθεί η επιρροή του στο αμερικανικό κράτος προς όφελος της αμερικανικής βιομηχανίας και του αμερικανικού αγροτικού τομέα. Αυτό βέβαια δεν αποτελεί νίκη του αμερικάνικου λαού, κατά καμία έννοια. Ταυτόχρονα, αυτά τα συμφέροντα θέλουν να σταματήσει η συνεχιζόμενη παγκόσμια οικονομική και πολιτική απώλεια ισχύος των ΗΠΑ και, αν είναι δυνατόν, να ανακτηθεί μέρος αυτής.

Ο ρόλος του αμερικανικού κράτους, όπως κάθε καπιταλιστικού κράτους, είναι να διαχειρίζεται και να προωθεί τα συλλογικά συμφέροντα της αστικής τάξης. Αναπόφευκτα, κάθε φορά -και ανάλογα με την εκάστοτε κυβέρνηση- κάποια μερίδα αυτής της τάξης ευνοείται περισσότερο από τις υπόλοιπες, όμως αυτή η εύνοια έχει όρια που απαγορεύουν την καταστροφή των υπόλοιπων μερίδων.
Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι όταν, το 1890, αμερικανικά μονοπώλια έφθασαν σε μεγέθη και δύναμη που έθεταν σε κίνδυνο ολόκληρη την αμερικανική αστική τάξη, ψηφίστηκε ο νόμος Σέρμαν περί Αντι-Τραστ που είναι ο βασικός νόμος στο αμερικανικό Δίκαιο κατά των περιορισμών του ανταγωνισμού. Ο νόμος ψηφίστηκε ύστερα από την γιγάντωση της Standard Oil Company του Τζον. Ντ. Ροκεφέλερ που απειλούσε την καταστροφή πολλών μικρότερων πετρελαϊκών εταιριών και, ύστερα από πολύχρονο δικαστικό αγώνα, το αμερικανικό κράτος την ανάγκασε να «σπάσει» σε 34 κομμάτια. Την «Πράξη  Σέρμαν», ακολούθησαν η «Πράξη Κλέιτον» (1914) και η «Πράξη Ρόμπσον και Πάτμαν» του 1936. Ύστερα από αυτές ακολούθησαν διάφορες άλλες νομοθετικές πράξεις στις αμερικανικές Πολιτείες, δημιουργώντας εθνικές νομοθεσίες περί προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού. Έτσι, το αμερικανικό κράτος έπαιξε τον ρόλο του σαν συλλογικός καπιταλιστής και μείωσε την δύναμη ελάχιστων εταιριών που απειλούσαν ολόκληρους  κλάδους παραγωγής και εμπορίας εμπορευμάτων.

Η παγκόσμια πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους που είναι αποτέλεσμα της αντικειμενικής και αξεπέραστης δυσκολίας της παραπέρα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, έχει επιφέρει μαζική μετακίνηση κεφαλαίων από τους παραγωγικούς τομείς στον τραπεζικό. Αυτό που έχει συμβεί παγκόσμια, έχει συμβεί και στις ΗΠΑ. Ο τραπεζικός τομέας έχει γιγαντωθεί και έχει καταφέρει να αναδείξει κυβερνήσεις που προωθούν τα ιδιαίτερα συμφέροντά του τόσο στην εσωτερική πολιτική του αμερικανικού κράτους, όσο και στην εξωτερική.

Ο χαρακτήρας του χρηματοπιστωτικού τομέα είναι μη παραγωγικός. Δεν παράγει αξία και τα κέρδη του προέρχονται αποκλειστικά από την ιδιοποίηση μέρους τις αξίας που παράγεται στον πρωτογενή και τον δευτερογενή τομέα μέσω της πολιτικής των επιτοκίων, του τρόπου και των όρων χορήγησης επιχειρηματικών δανείων κ.λ.π. Οι παραγωγικοί τομείς δέχονται αυτή την λειτουργία, αλλά μόνο στον βαθμό που τους εξυπηρετεί.
Με την γιγάντωση του τραπεζικού συστήματος, το ποσοστό της ιδιοποίησης κερδών από αυτό έχει ξεπεράσει τις αντοχές των παραγωγικών τομέων και ο τραπεζικός τομέας-Λεβιάθαν έχει φέρει σε δύσκολη θέση την υπόλοιπη αμερικανική αστική τάξη. Η γιγάντωσή του που αυξάνεται με την δημοσιονομική και συναλλαγματική πολιτική, με την πολιτική των «παραγώγων», την πολιτική των επιτοκίων, με συμφωνίες τύπου ΤΤΙΡ, CETA κ.λ.π., συντελεί στην αύξηση των τραπεζικών κερδών και στην επιταχυνόμενη πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους στο σύνολο της αμερικανικής βιομηχανίας και του αγροτικού τομέα, παρά την αύξηση του όγκου των κερδών. Δηλαδή τους οδηγεί στην καταστροφή.

Αυτή η μεγέθυνση του τραπεζικού τομέα έχει ανατρέψει τις ισορροπίες στο εσωτερικό του αμερικανικού κράτους, απειλεί την ικανότητα του κεφαλαίου να λειτουργεί με βάση τον κοινωνικοοικονομικό χαρακτήρα του και, μάλιστα, να αναπαράγεται διευρυμένα και τείνει να μετατρέψει τον ρόλο του κράτους από συλλογικό εκφραστή της αστικής τάξης συνολικά, σε εκφραστή μόνο μιας μερίδας της.
Μια από τις συνέπειες της κυριαρχίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος μέσα στο αμερικανικό κράτος είναι η χρεοκοπία ολόκληρων πόλεων όπως του Ντητρόιτ και πλούσιων πολιτειών όπως της Καλιφόρνια. Επίσης, η πολιτική των τραπεζών, εκτός από την βιομηχανική και αγροτική παραγωγή, καταστρέφει και την μεσαία τάξη η οποία, παραδοσιακά, στηρίζει τις αξίες του «αμερικάνικου ονείρου» και το αμερικανικό πολιτικό και κοινωνικό σύστημα. Η μεσαία τάξη είναι ο ισχυρός συνεκτικός κρίκος της πολυπολιτισμικής αμερικανικής κοινωνίας, η οποία έχει την χαλαρότερη κοινωνική συνοχή από οποιαδήποτε χώρα του δυτικού κόσμου, με αυξημένο αίσθημα ρατσισμού, αντιλήψεων ομαδοποίησης και γκέτο.
Η ανεξέλεγκτη και μονομερής δράση του χρηματικού κεφαλαίου τείνει να απειλήσει ακόμα και την ύπαρξη της καπιταλιστικής Αμερικής.

Η οικονομία των ΗΠΑ βρίσκεται σε βαθιά κρίση που εκφράστηκε με την χρεοκοπία της LEHMAN BROTHERS το 2008 και δεν έχει ξεπεραστεί. Η δραματική κατάσταση τις αμερικανικής οικονομίας επιτείνεται από τον ανταγωνισμό άλλων χωρών, την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων και την τυχοδιωκτική και αποτυχημένη εξωτερική πολιτική του αμερικανικού κράτους, που έχει καταφέρει να χάσει το 70% της ισχύος που είχε όταν έληξε ο Β’ Π.Π. και να αποστερηθεί τους περισσότερους συμμάχους του σε όλο τον κόσμο.
Η οικονομική κρίση, η ανάδειξη του γερμανικού κεφαλαίου σε κυρίαρχη δύναμη στην Ευρώπη και οι φιλοδοξίες του για παγκόσμια επέκταση, η ισχυροποίηση της Ρωσίας, της Κίνας, της Ινδίας, η ανάδυση των BRICS, η αδιέξοδη αντιπαράθεση με όλους, η, μέχρι τώρα, αποτυχία των σχεδίων της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ σε Μέση Ανατολή, βόρειο Αφρική, Μαύρη Θάλασσα και Βαλκάνια αναγκάζουν το αμερικανικό κράτος σε συνολική αλλαγή πλεύσης.
Αυτό που προσπαθεί ο Τραμπ είναι να αποκαταστήσει τις ισορροπίες μεταξύ του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της παραγωγικής βάσης των ΗΠΑ μέσα στο αμερικανικό κράτος, να δώσει στην βιομηχανία και τον αγροτικό τομέα τα κέρδη που θεωρούν “δίκαια” και, ταυτόχρονα, να αμβλύνει πρόσκαιρα την ένταση μιας σειράς μετώπων στο εξωτερικό της χώρας. Την ίδια στιγμή προσπαθεί να παραμερίσει την εχθρική Γερμανία που κυριαρχεί στην ΕΕ μέσω του ευρώ και των φιλικών της κυβερνήσεων και να αντικαταστήσει τον κυρίαρχο ρόλο της στην Ευρώπη με άλλες, φιλικές προς τις ΗΠΑ, κυβερνήσεις.


Στις τελευταίες αμερικανικές εκλογές συγκρούστηκε το χρηματικό κεφάλαιο (σε διάκριση από το χρηματιστικό), που υπηρετεί το Δημοκρατικό κόμμα με τον ρόλο του κεφαλαίου συνολικά, με έμφαση στον βιομηχανικό τομέα, που υπηρετούν οι Ρεπουμπλικάνοι.

Ο Τραμπ είναι εχθρός της παγκοσμιοποίησης  μόνο εφ’ όσον αυτή εξυπηρετεί αποκλειστικά το χρηματοπιστωτικό σύστημα και άλλες χώρες, όπως η Γερμανία. Ταυτόχρονα, βλέπει ότι οι ΗΠΑ έχουν χάσει το παιγνίδι της παγκόσμιας κυριαρχίας, εδώ και χρόνια έχουν υποβιβαστεί στο ρόλο του balance holder και, δεδομένου του παγκόσμιου πολυπολικού συστήματος, δεν μπορεί να επικρατήσει μια αμερικανική παγκοσμιοποίηση, τουλάχιστον με «ειρηνικά» μέσα. Ο Τραμπ δεν είναι φίλος των λαών περισσότερο από όσο είναι η Κλίντον και από όσο ήταν ο Ομπάμα.

Η μόνη λύση για την Ελλάδα και τον λαό της είναι να επιτευχθεί η δημιουργία ενός πλατιού μετώπου με στόχο την ανατροπή της σημερινής κατάστασης και την ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας. Είναι ο μόνος τρόπος για να υπάρξει δυνατότητα πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής για το συμφέρον του ελληνικού λαού και των φιλικών του λαών.
Σε κάθε διαφορετική περίπτωση είτε με Τραμπ, είτε με Κλίντον, είτε με Πούτιν, είτε με θεό, είτε με διάβολο η καταστροφή είναι σίγουρη.


Ανάρτηση από: http://www.dromosanoixtos.gr